Ονειρολoγιο: 2016

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ο κόσμος σώπασε...

Ο κόσμος σώπασε από καιρό και τώρα το διαπίστωσα. Κοντά σου αφουγκράστηκα το τίποτα και ένιωσα ότι βρήκα εκεί τον εαυτό μου. Συ το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους ότι ο έρωτας είναι αδιέξοδο και ότι ο δρόμος που βαδίζουμε στ’ αγκάθια δεν αφήνει ποτέ σημάδια. Μα πώς αλλάξαμε? Αλλάζουν οι γενιές ή εμείς γεράσαμε νωρίτερα? Άκου, άκου το τίποτα και δε θα βρεις τίποτα πια εκεί δικό μου.

Ο κόσμος όλος σώπασε και τώρα το καταλάβαμε. Βρίσκαμε τον εαυτό μας στο απέραντο γαλάζιο, αυτό που λίγοι το βιώνουν, ψάχνουμε απεγνωσμένα να τους βρούμε, κι άμα τύχει και κάποιον αντικρίσουμε, κάνουμε έτσι το χέρι να τον πιάσουμε, και τσαφ, εξαφανίζεται. Άρα υπήρξε ήτανε απλά μια στιγμή απ’ το όνειρό μου?

Ο κόσμος όλος χάθηκε κι απλώς δεν το κατάλαβε ακόμη. Βαδίζουμε τυφλά, με στάλες ιδρώτα στο πρόσωπό μας, με τα χέρια μας γιομάτα πληγές και γδαρσίματα απ’ τα πολλά πεσίματα, μα πάντα σηκωνόμαστε. Πάντοτε σηκωνόμαστε και τι καταλάβαμε? Άντε πάλι τούμπα…

Η μόνη ομορφιά στο τίποτα είναι η σιωπή σου. Δε γράφω περίεργα, κι αν δεν καταλαβαίνεις δε φταίω εγώ, φταίνε τα γεγονότα, αυτό, που δεν καταλαβαίνουμε. Αφήνω να ακουστεί η ομορφιά στη σιωπή…

Μα χαθήκαμε, γιατί δεν το καταλαβαίνεις? Το φιλί από το πρώτο ραντεβού είναι σημάδι. Το χάδι απ’ το δεύτερο είναι καημός και απ’ το τρίτο το κρεβάτι. Φροντίζω να πέφτω αργά…

Φροντίζεις να είσαι εκεί όταν δε σε χρειάζομαι και όταν σε θέλω να λείπεις. Ψάχνω τρόπο να ξεφύγω, να σε αποφύγω, να κρυφτώ, με κρύβεσαι κι εσύ και με τρομάζεις όταν πετιέσαι. Πού είσαι? Αγαπημένη.

Απ’ τη στιγμή που οι γυναίκες λησμόνησαν την ευαισθησία, πώς μπορώ ν’ ανασάνω? Πώς μπορώ να ζήσω, μου λες? Είναι πικρό να πίνεις τα δάκρυά σου…


Ψάχνω τρόπο μεσ’ στα όνειρά μου, λίγο πριν σε χάσω να σε φέρω κοντά μου. Να σου δείξω πως τα ‘χω χαμένα…