Ονειρολoγιο: Ακολούθησε τη λάμψη...

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Ακολούθησε τη λάμψη...


Αφουγκράστηκε την καρδιά της για λίγο. Κάπου είχε διαβάσει ότι αναλόγως με το ρυθμό της μπορείς να καταλάβεις πώς νιώθεις.

Είχε φορέσει το πιο κοντό φόρεμα που είχε στη ντουλάπα της, έβαψε τα χείλη της στο χρώμα της φωτιάς και κρέμασε στον ώμο της μια τσάντα από δέρμα φιδιού καμωμένη. Ήταν έτοιμη να βγει από το σπίτι όταν ακούμπησε την παλάμη της στα αριστερά του στήθους της. Παράξενος ο ρυθμός, οι χτύποι μπερδεμένοι. Έκλεισε την πόρτα πίσω της, βγήκε στο δρόμο και κάλεσε ταξί.

Πού θα την πήγαινε άραγε? Σε κάποιο εναλλακτικό μπαράκι στην παραλία για σαγκρία, σε κάποιο ρεμπετάδικο ίσως, να βρέξουν τα χείλη τους με άλλο ένα κρασί της σειράς, ή μήπως σε κάποιο νυχτερινό μαγαζί ώστε να ανέβει στο τραπέζι και να του χαρίσει ένα τσιφτετέλι? «Με τέτοιο ντύσιμο», σκέφτηκε, «σίγουρα σε σκυλάδικο θα με πάει».

Την πόρτα από το ταξί την άνοιξε εκείνος, εκείνος πλήρωσε τον ταξιτζή, εκείνος την οδήγησε σε ένα δρομάκι πίσω από το μαγαζί, εκείνος την πήρε αδέξια και ωμά πίσω από έναν κάδο απορριμμάτων του δήμου. «Συγγνώμη», είπε μόλις τελείωσε, «δε θα άντεχα μέχρι το τέλος». Της έβαλε 100 ευρώ στην τσάντα και μπήκανε στο μαγαζί.

Τι ήταν ετούτο? Ούτε χειραψία ούτε τίποτα? Ούτε φιλί στο στόμα, ούτε μια κουβέντα. Και τα λεφτά που της έχωσε στην τσάντα? Τόσο ξεκάθαρο ήτανε λοιπόν? Το φως στο μαγαζί ήτανε λιγοστό, αλλά οι σκιές γύρω της μεγάλωναν μέχρι που νόμιζε ότι θα την τύλιγε το αχνό εκείνο γκρίζο τους. Άγγιξε και πάλι την καρδιά της. Ένα αργό και σταθερό ‘τακ’.

Βάλθηκε να σβήσει το παρελθόν από το μυαλό της, από την καρδιά της, από τα ημερολόγιά της, από το κινητό της, από τη ζωή της όλη. Έκαψε όλα τα ημερολόγια που από παιδί έγραφε τόσο τακτικά, έσβησε από το κινητό όλα τα νούμερα εκτός από το δικό του και τώρα το έριχνε έξω. Ήθελα να ζήσει, να το γλεντήσει όσο δεν πάει! Γνώριζε άντρες από το διαδίκτυο, όπως γνώρισε κι εκείνον, πήγαινε μαζί τους επί πληρωμή ή και τσάμπα καμιά φορά, αναλόγως την περίσταση, αλλά ποτέ δεν το έλεγε ξεκάθαρα, ποτέ δεν τους ζητούσε χρήματα. Τώρα θα γράψει το μέλλον της. Η καρδιά της χτυπούσε ανυπόμονα.

«Δε θέλω τίποτα, απ’ την αρχή θα τ’ αρχίσω», είπε αφηρημένα.
«Τι είπες?»
«Όχι τίποτε, ωραίο μαγαζί λέω.»
«Α, ναι», είπε εκείνος ανάβοντας τσιγάρο. «Κάνεις καιρό αυτή τη δουλειά?»
«Ω, όχι. Δεν είναι δουλειά. Είναι… είναι εκτόνωση κατά κάποιο τρόπο.»
«Φευγάτη σε βρίσκω», είπε εκείνος χαμογελώντας.
Εκείνη απλώς ανταπέδωσε το χαμόγελό του. «Δε θέλω τίποτα, απ’ την αρχή θα τ’ αρχίσω. Απόψε έβαλα στόχο να το ξεκινήσω», ψιθύρισε σχεδόν από μέσα της. «Απόψε είναι η βραδιά μου, η αρχή της νέας μου ζωής». Κίνησε προς το μπαρ με την καρδιά της να χτυπάει γοργά.

Πόσο έπρεπε να πιει άραγε για να φτιάξει κεφάλι? Πέντε ποτά? Δέκα? Δύο ποτά και τρεις γύροι σφηνάκια τελικά ήταν αρκετά. Εκείνος έφυγε κάπου ανάμεσα στη στιγμή που έβγαζε όλα τα σωθικά της και στον εικοστό(?) χορό της για κάποιον άλλο θαμώνα. Μα είχε σημασία άλλωστε? Δε ντύθηκε έτσι για κείνον, αλλά για την ευκαιρία της για μια νέα ζωή, μια μεγάλη ζωή!

Το πρωί ξύπνησε με το κεφάλι της βαρύ. Πονούσε παντού. «Καιρός να φύγεις κούκλα, όπου να ‘ναι θα έρθει η κοπέλα μου. Τα χρήματα είναι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας», της φώναξε κάποιος από το μπάνιο. Ντύθηκε αργά, όλο της το κορμί πονούσε. Έσκυψε και είδε μελανιές και ξεραμένες λευκές ουσίες στο στήθος, στην κοιλιά της, στους μηρούς της. Με πολύ προσπάθεια κατάφερε να πλύνει στη βρύση της κουζίνας και κάτι ανάλογο από τα μαλλιά της. «Ο πλήρης εξευτελισμός», σκέφτηκε για τον εαυτό της και αναρίγησε. Η καρδιά της δεν την είχε προειδοποιήσει αυτή τη φορά. «Πώς κατέληξα έτσι? Σε μία μόνο βραδιά!» Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν πια. Έκανε να καθίσει στο κρεβάτι μα δεν τα κατάφερε. Πονούσε πολύ. Ειδικά εκεί πίσω. «Μα… δεν το έχω κάνει ποτέ από εκεί, δεν…» Σωριάστηκε μπρούμυτα στο κρεβάτι μα τα δάκρυά της να στάζουν στα ξένα σεντόνια.
Ο ξένος βγήκε από το μπάνιο. «Ακόμα εδώ είσαι? Πρέπει να φύγεις, πρέπει… Κλαις?»
Εκείνη ήθελα να τον βρίσει, να τον χτυπήσει. Τι της είχε κάνει? Χωρίς να το θέλει? Ή μήπως το ήθελε και δεν το θυμόταν? Ίσως το πάθος της, ίσως το ποτό, ίσως αυτά που βάζουν μέσα στο ποτό. Ίσως να μην ήταν καν αυτός. Πόσους είχε πάρει χτες? Δύο? Τρεις? Δέκα? Είκοσι? Καμία συναίσθηση. Έφυγε χωρίς να πάρει τα χρήματα από το τραπέζι της κουζίνας.

«Αυτή ήταν η καινούρια αρχή μου? Αυτή?» Περπάτησε μέχρι το σταθμό του λεωφορείου. Έμοιαζε με πόρνη, όλη την κοιτούσαν, όλοι! Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε, έτσι φανταζόταν. Δεν το άντεχε, δε θα το άντεχε για πολύ. Ακούμπησε το μέρος της καρδιάς της. Βίαια δυνατά κτυπήματα. Δε θα το άντεχε, όχι.

Έρχεται επιτέλους το λεωφορείο. Έκανε ένα βήμα μπροστά, δύο, τρία. Το λεωφορείο άρχισε ξαφνικά να κορνάρει και οι ρόδες του να στριγκλίζουν στην άσφαλτο καθώς ο οδηγός πατούσε με βιάση το φρένο. Η νέα μου ζωή, η νέα μου…

Τα μάτια της θόλωσαν. Ποιο ήταν αυτός από πάνω της? Κι άλλος? Φύγε από πάνω μου, φύγε! «Κοπέλα μου, είσαι καλά? Καλέστε ένα ασθενοφόρο», φώναξε εκείνος.
Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Όχι, μια χαρά είμαι, η νέα μου ζωή. Βλέπω το φως, τη λάμψη!»
«Εδώ κοπέλα μου, εδώ είναι η ζωή. Πρόσεχε το φως. Μην ακολουθείς τη λάμψη…»

«Ναι, η νέα μου ζωή, ακολουθώ… ακολουθώ τη λάμψη.» Χαμογελώντας ακούμπησε το χέρι της στο αριστερό μέρος του στήθους της. Η καρδιά της δε χτυπούσε πια…