Ονειρολoγιο: Απριλίου 2010

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Περίεργα χαμόγελα...

Όταν ξεκινάω κάτι να γράφω, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι πάλι θα ταξιδέψω. Πρόσφατα διάβασα ότι η τέχνη κάθε ανθρώπου τον βοηθάει να κρύβει καλά τον ευατό του κι όχι να τον αποκαλύπτει όπως θα 'πρεπε να ισχύει. Έτσι εξηγούνται όλα λοιπόν. Κάπως έτσι...
Ήρθε πάλι η ώρα. Πάντοτε αργοπορημένος. Δε συμπαθώ καθόλου το χρόνο. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Όλο κόντρα μου πάει. Μα τον συνήθισα. Ανακάλεσα σ' αυτό το σημείο. Μετά από τη συνήθεια έρχεται η δημιουργία...
Έφθασε η ώρα. Φοράω το φαρδύ κοστούμι, τα τεράστια παπούτσια και στέκομαι μπροστά στο μικρό καθρέφτη. Ζωγραφίζω κόκκινο μεγάλο χαμόγελο στα χείλη, λευκούς κύκλους γύρω από τα μάτια, λίγο ροζ στα μάγουλα να δείχνω υπερζώντανος, φοράω τη λαστιχένια κόκκινη μύτη και βγαίνω στη ζωή. Μακάρι να δούλευα στο τσίρκο, σκέφτομαι. Τώρα όμως μ' αυτή την αμφίεση βγαίνω στη ζωή...
Με ρωτάς γιατί χρησιμοποιώ τόσα σημεία στίξης! Όχι, δεν είναι από συνήθεια, απλώς με αυτό τον τρόπο εκφράζομαι. Για να μιλήσεις για κάτι πρέπει πρώτα να το σκεφτείς. Χρειάζεται χρόνος και πρέπει να σταματήσεις τα χείλη για λίγο. Μην κοιτάζεις όλους αυτούς που μιλούν και ξαναμιλούν, αργότερα το μετανιώνουν και την επόμενη φορά επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Για να κρίνεις κάτι πρέπει να γνωρίζεις γι' αυτό, όχι να υποθέσεις κάτι! Όχι να φανταστείς τι μπορεί να συμβαίνει! Πρέπει να ρωτήσεις! Κι αν δεν πάρεις απάντηση να σταματήσεις! Έτσι και στο χαρτί, όπως συμβαίνει με την ανάσα μου, σταματάω τακτικά. Όταν μιλώ, δε μπορώ να μιλώ για ώρα πολλή. Σα να κουράζομαι. Ίσως και να βαριέμαι. Έτσι λοιπόν και στο χαρτί. Η έκφραση είναι όπως και στη ζωή. Αργά, σταδιακά, σκεπτικά. Το τελευταίο είναι βέβαια που πονάει. Αλλά χαλάλι. Τελευταία αξίζει τον κόπο...
Με παίδεψε αρκετά η ζωή. Μα δε βαριέσαι... Ακόμη κι όταν πετρώνει η καρδιά, δεν παύει από μέσα να χτυπά. Ξέρω ότι μοιάζω με παιδί, και να 'ξερες πραγματικά πόσο με πονά, αλλά μεγάλωσα. Μέσα μου βαθιά θα το δεις αν ψάξεις. Ίσως το ξεχωρίζεις καμιά φορά και στα λόγια μου. Με παίρνει πολλές φορές από κάτω...
-Θα 'θελες να 'σαι κάποιος άλλος?
-Ίσως και να 'θελα. Ίσως πάλι και όχι. Το μόνο για το οποίο είμαι πραγματικά σίγουρος είναι ότι έμαθα πολλά όλον αυτό τον καιρό από τη ζωή. Κι έχω να μάθω ακόμη περισσότερα. Θέλω είμαι αυτός που είμαι, αλλά με κάποιες μικροαλλαγές. Βλέπεις όμως, άλλος αποφασίστηκε να πλάσει τον άνθρωπο, άλλος να τον μεγαλώσει, άλλος να του χαρίσει και να του στερήσει πράγματα. Τι μπορούμε να κάνουμε περίεργέ μου ευατέ εδώ που φθάσαμε? Υπομονή να υποθέσω! Και να δεχθούμε τη χαζοψυχή μας ως έχει. Το κατάλαβα. Αν και αργά, το κατάλαβα!
Τι άλλο έχουμε να πούμε κι απόψε? Α, ναι, να μιλήσουμε λιγάκι για τότε. Όταν ξεκίνησε τούτο το κακό... Το πιο αφηρημένο παιδί. Τότε είπαν ότι δε νοιάζεται για τα μαθήματα. Τώρα λένε ότι σκεφτότανε πολύ. Το πιο αργοπορημένο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι αγενής. Τώρα λένε ότι έφταιγε το γεγονός ότι σκεφτόταν διαρκώς. Το πιο ήσυχο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι ντροπαλός. Τώρα λένε ότι είναι τρελός. Ο νεαρός που δεν κοιμόταν ποτέ. Τότε έλεγαν ότι φταίει η εφηβεία. Τώρα λένε ότι σκέφτεται διαρκώς και δε μπορεί να ηρεμήσει τα βράδυα. Πάντοτε κάποιος κάτι λέει, ανεξάρτητα αν γνωρίζει πραγματικά τι φταίει ή όχι. Έτσι ανοίγουν κι οι πληγές. Κανένα απ' τα μεγάλα στόματα δε λογαριάζει τις συνέπειες των λέξεών του. Γιατί τα παιδιά ακούνε και καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα απ' ότι οι μεγάλοι "σοφοί" πιστεύουν. Πόσο μάλλον τα "περίεργα" παιδιά!
Είχε φαντασία. Μια τρομερή φαντασία. Έβλεπε τις γυναίκες σαν πλάσματα έξω από τούτο τον κόσμο. Τις αγαπούσε παράφορα, αλλά κάτι τις κρατούσε μακριά του. Ίσως ο τρόπος έκφρασής του. Ίσως ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του. Ίσως η διαρκής θλίψη στον τρόπο σκέψης του. Ίσως η μελαγχολική αδιαφορία του...
Τα θρανία και τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα στίχους. Τα έγραφε τόσο απότομα, τόσο εύκολα, στη στιγμή. Στην αρχή ποιήματα, μετά hip hop στιχάκια, μετά ροκ εκδοχής, μετά ξανά ποιήματα και τώρα έντεχνης σημασίας. Άκουσε... και τι δεν άκουσε... Ότι τα λόγια του επηρεάζουν ψυχές. Ότι θα πεθάνει από κατάθλιψη. Ότι πρέπει να χαμογελά. Μα κανείς δεν ξέρει ότι κάθε βράδυ ντύνεται κλόουν στα όνειρά του. Αφού είπαμε. Όλοι κρίνουν δίχως να γνωρίζουν να κοιτούν βαθύτερα...
Μητέρα μου η μουσική. Πάντοτε ήθελα να το πιστεύω. Πολλοί το αμφισβητούν. Κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές. Γούστα είναι θα μου πεις και θα ΄χεις και δίκιο. Εγώ ψάχνω μονάχα μια αλήθεια. Κι ας είναι και ψέμα. Όταν εκφράζεσαι με κάποιον τρόπο, τον θεωρείς τόσο σημαντικό, ώστε θέλεις να μάθεις αν πραγματικά πρέπει να ξοδεύεις το χρόνο σου σ' αυτό. Αν εκφράζονται κι οι άλλοι μέσω του τρόπου σου. Μα δε βγάζεις ποτέ άκρη. Απόψεις μπερδεύονται, σπάνε τα σκοινιά και μένεις μετέωρος στο κενό. Δε βαριέσαι... Η ζωή είναι μικρή κι οι τρόποι έκφρασης σπανίζουν. Θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να με πετάξουν από τη σκηνή. Φοράω το χαμόγελο και πάλι. Άλλωστε μονάχα μ' αυτή ταξιδεύω. Με τις νότες και με τις λέξεις. Καμιά φορά ταξιδεύω και με λέξεις που βγαίνουν από γυναικεία χείλη. Αλλά ετούτες οι στιγμές είναι τόσο σπάνιες τελευταία. Σίγουρα κάποιος θα ρωτήσει τι φταίει! Σίγουρα κάποιος θα θεωρήσει ότι υπάρχει πρόβλημα εδώ. Κι αν απαντήσω ότι φταίει που ο κόσμος επιπλέει, θα με κατηγορήσουν ότι κοιτάζω ψηλά και θεωρώ τους κοινούς ανθρώπους φελλούς. Άντε μετά να δικαιολογήσεις τη θέση σου! Σ' αυτό τον κόσμο ήρθαμε για να διασκεδάσουμε. Να γνωρίσουμε τον άνθρωπο. Να συνυπάρξουμε. Τελικά απομακρυνόμαστε, αποξενονόμαστε, λατρεύουμε τον ευατό μας, μιζεριάζουμε. Ματαιότης αγαπημένε μου άνθρωπε, ματαιότης! Όλοι μοιάζουμε όμορφοι, όλοι νομίζουμε ότι είμαστε όμορφοι, αλλά αν τύχει και συναντήσουμε κανέναν άγγελο στο διάβα μας κάποια φορά, θα αναιρέσουμε όλα τα πιστεύω μας. Πόσο μάλλον όταν καταλάβουμε ότι αυτός ο άγγελος είναι άνθρωπος κατά βάθος. Δεν είναι ένα τυχαίο αερικό.
Όταν μάθουμε να μιλάμε με λόγια αληθινά, ίσως καταφέρουμε να ζήσουμε την ουσία της ευτυχίας. Πόσα χαμόγελα χωράνε εδώ?

:)))

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Τα χέρια μου τρέμουν. Μια ανάσα ν' ακούσω μια φορά. Ένα ψέμα να γουστάρω, να ευχαριστηθώ. Με δυσκολεύουν τα λόγια. Πολύ. Και πεθαίνω κάθε που με απαρνείσαι. Έχω νιώσει τόσες φορές τη δειλία στο αίμα μου. Έχω πέσει τόσες βραδιές κατάχαμα, ψηλαφίζοντας τ' άδεια σκεπάσματα. Να βρίζω. Να τρέχω. Να πονάω. Να βογκάω. Να φωνάζω στην αγάπη να γυρίσει πριν καταλάβω πως μονάχα πάθος ήτανε.
Τα χέρια μου τρέμουν κρατώντας το μικρόφωνο κι ο κιθαρίστας γελάει. Η φωνή μου ψηλαφίζει το πάθος μου κι ο ντράμερ χάνει το ρυθμό. Ένας χάος στο μυαλό μου. Ένα τίποτα στην αγκαλιά μου. Ένα φευγιό σφηνωμένο συνεχώς στο μυαλό μου.
Αναρωτιέμαι τι να κάνει η "Αθήνα".
Μιλάω στο φεγγάρι, τρέχω πιο γρήγορα απ' ότι το συννεφάκι που κοιτούσαμε μαζί. Πέφτω πιο αργά κι από ένα αστέρι. Ευχή κανείς δεν κάνει!
Αναρωτιέμαι που να είναι!
Άραγε ήρθε προς τα εδώ να σπουδάσει?
Άραγε παίζει ακόμη τσέλο? Άραγε χαμογελάει? Άραγε λάμπει όπως τότε?
Που και που τη θυμάμαι. Που και που χαζεύω τα τρένα στο σταθμό, δίχως να θέλω ξανά να μπω μονάχος.
Έκλεισαν όλες οι πληγές και δε νομίζω ότι θ' ανοίξουν νέες ποτέ. Παραιτήθηκα και μ' αρέσει. Δε φοβάμαι τίποτε πια, γιατί δεν προσπαθώ για τίποτε πια. Κι έτσι γουστάρω. Πηγαίνω στο μαγαζί, τα λέω και φεύγω. Δε με νοιάζει αν πληρωθώ. Δε με νοιάζει αν δε με χειροκροτήσει κανένας. Δε με νοιάζει αν θα φύγω. Δε με νοιάζει που σύντομα θα φύγω.
Κουνάω το κεφάλι σα χαζός καθώς γραντζουνάω την κιθάρα. Τραγουδάω φάλτσα επίτηδες κάπου κάπου. Και το γουστάρω! Γκαρίζω μέρα μεσημέρι, τους σπάω τα νεύρα το σπίτι.
Ακούω ειδήσεις και σπάω την τηλεόραση. Δε ζω σε κανένα κράτος. Οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε συνείδηση και πρώτα απ' όλους εγώ ο ίδιος. Η αναισθησία μ' αγαπάει απόψε. Ίσως να συνεχίσει και αύριο.
Ερωτεύθηκα τη Μποφίλιου χθες βράδυ. Με αηδίασε ο Μικρούτσικος. Βαρέθηκα το επιτηδευμένο χιούμορ κάθε Λάκη. Κουράστηκα από τη βλακεία των ανθρώπων. Και πρώτα απ' όλα απ' τη δική μου. Σιχάθηκα που κανείς δεν τονίζει τα προτερήματα του άλλου.
Τα χέρια μου τρέμουν. Μεγάλη Παρασκευή αμάρτησα! Μα δεν ντρέπομαι. Κι αν τον φοβάμαι είναι γιατί έτσι μ' έμαθαν. Ένα πλάσμα ανώτερο πως να σε πληγώσει? Δεν είναι εκδικητικό. Δεν είναι άνθρωπος για να είναι κακός!
Πήγα προχθές στο καφέ εκείνο. Κάθισα στο ίδιο τραπέζι. Σα να ήταν το λουλούδι εκεί παρατημένο. Από τότε...