Ονειρολoγιο: Ιανουαρίου 2010

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Μείνε πλάι μου..

Έρχεται μία μέρα που δικαιώνεσαι. Έρχεται μία μέρα που ο ήλιος λάμπει διαφορετικός. Όλοι τον χαζεύουν μα δε βλέπουν διαφορά. Μονάχα εσύ ξέρεις. Εσύ ξέρεις πάντα πιο καλά.
Έσπασε η πόρτα και χύθηκε μέσα σου το φως. Ότι έζησες περνά μπροστά από τα μάτια σου σα χείμαρρος. Αναμνήσεις, σκέψεις χρόνιες και υποθέσεις που βγαίνουν αληθινές ή αντίστοιχα αποδεικνύουν ότι τόσα χρόνια απλώς κουνιόσουν στο ρυθμό τους.
Φίλοι που δεν ξέρουν πως να είναι φίλοι! Γονείς που δε μάθανε ποτέ πως να διαπαιδαγωγίσουν το σπέρμα τους! Κι εσύ μια σκιά μέσα στον κόσμο τους. Τους μιλάς και δε σε ακούνε. Γιατί να έχεις δίκιο εσύ? Ποιος είσαι ρε μεγάλε για να είσαι εσύ ο σωστός? Πως να πετάξουν τόσα χρόνια εμπειρίας άσκοπα και να ακούσουν έναν πιτσιρικά με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκια στα αυτιά?
Μεγάλωσα σ' αυτή την κωλοκοινωνία, με έθρεψε αυτή η μαλακία, με θέριεψε, αλλά ευχαριστώ δεν άκουσε ποτέ από τα χείλη μου. Η κοινωνία είναι οι άνθρωποι. Αυτοί που σε μεγαλώνουν με παραμύθια, αλλά το μόνο παραμύθι στην πραγματικότητα είναι ότι νομίζουν ότι μεγάλωσαν. Δε μεγαλώνεις άνθρωπε αν δεν ξέρεις ν΄αγαπάς, να πονάς, αληθινά να χαμογελάς. Και να θλίβεσαι για τον ευατό σου. Να ζεις αληθινά..
Πέθανε μικρή η μεγάλη μου αγάπη. Σταμάτησα αρκετά μεγάλος να μετρώ το κάθε μου δάκρυ. Μα έτσι έμαθα. Έτσι μεγάλωσα. Διάβασα. Κατάλαβα.
Δε μιλούσα ποτέ. Ποτέ κανείς δε με άκουγε. Έπλασα έναν ασυνήθιστο ευατό. Έναν περίεργο ευατό. Ένα λάθος ευατό. Κι όταν τελικά, έπειτα από χρόνια πολλά, αποφάσισα να μιλήσω γι' αυτό τον ευατό, βγήκαν και μου είπαν να μη μιλώ γιατί έτσι δεν είμαι μόνο εγώ. Και τι με νοιάζει ρε? Ας βγουν κι οι άλλοι να μιλήσουν για το κακό που τους κάνει το περιβάλλον τους! Γιατί δεν το κάνουν? Γιατί δεν τολμούν? Τι φοβούνται? Ίσως τον ίδιο τους τον ευατό?! Όχι αδερφέ, εγώ μεγάλωσα κι ας μη θέλουν να το παραδεχθούν. Συμβιβάστηκα με το λάθος μου, με το αλλόκοτό μου. Και το αγαπώ τελικά. Κι ας μη μ΄ακούει κανείς. Θάρρος παίρνω από αυτό. Καταλαβαίνεις ή με θεωρείς τρελό?
Και τι δεν άκουσα. Ότι ψάχνω τόμους λεξικά, ότι αντιγράφω μνήμες και τις ανατυπώνω με το δικό μου τρόπο. Ότι είμαι ψεύτικος, ότι πονάω στ' αλήθεια καρδιές, ότι είμαι σκούρος για να με διαβάσουν. Χα, μήπως να κοιτάξετε καλύτερα τη ζωή? Είναι πιο όμορφη από τις λέξεις μου? Σίγουρα εκείνη δεν είναι πιο μαύρη από μένα? Στο χαρτί αποτυπώνονται απωθημένα, κόμπλεξ κι αδυναμίες. Όλα εκτεθειμμένα. Πάρτα και κάνε τα ότι θες. Στ' αλήθεια ποιος νοιάζεται! Η αλήθεια πάντοτε λάμπει στα βαθιά. Γι' αυτό πάντοτε θ' ανοίγω τα βάθεια μου και θα πεθαίνω κάθε μέρα απ' τη χολή ορισμένων. Μα θα γεννιέμαι την επομένη δυνατότερος. Το τίμημα του πείσματος και της ελευθερίας..
Βλέπεις γεννήθηκα στην επαρχία, γιατί αν ήμουν σε μεγάλη πόλη θα ήμουν σίγουρα πρεζάκι. Έτσι δε μου είπες? Ε, με τόσα ψυχολογικά! Ε, ίσως. Δεν τ' αρνήθηκα. Αυτό είναι το πρόβλημα τελικά . Ότι δεν αρνούμαι ποτέ τίποτε. Ποτέ δε μπορείς να γνωρίζεις κάτι που δεν έχεις ζήσει. Ίσως. Μα κι αν ήμουν τι...? Και που δεν είμαι δηλαδή, τι...? Τώρα είμαι εδώ κι ο ήλιος λάμπει. Σ' έναν πανέμορφο σκοτεινό ουρανό..
Με βλέπουν μ' ένα ποτήρι κρασί στα χείλη και με φωνάζουν αλκοόλα.
Με βλέπουν να ταξιδεύω σ' έναν υπέροχο ουρανό και με φωνάζουνε μαστούρι.
Με πιάνουν να γράφω μαύρα και με φωνάζουν καταθλιπτικό.
Με ξυπνούν αργά το μεσημέρι και με φωνάζουνε τεμπέλη.
Με ακούν να παίζω στην κιθάρα μια μελωδία και με φωνάζουνε δημιουργικό.
Κανείς δεν ψάχνει. Δεν κυνηγά. Δεν περιμένει. Κανείς δεν ΑΚΟΥΕΙ! Μονάχα συμπεραίνει. Κανείς δε ζει πραγματικά..
Αναρωτήθηκε κανείς γιατί μερικοί άνθρωποι είναι ξεχωριστοί? Γιατί είναι περίεργοι?
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί έγιναν έτσι? Γιατί έγιναν, δε γεννήθηκαν έτσι. Κάποιος τους έκανε. Όλοι αυτοί που τώρα τους δείχνουν με το δάχτυλο. Κανείς δε ζει..
Κι ήρθες τώρα εσύ..

Μαζί θα ζωγραφίσουμε ξανά τον κόσμο. Απ' την αρχή.
Δεν έχεις μορφή. Ποτέ δε θα σου δώσω μορφή. Ν' αποδείξω επιτέλους σε όλους ότι ο έρωτας δεν έχει κορμί.
Μείνε πλάι μου..
Βγες απ' την οθόνη. Πως να σου χαμογελάσω από εκεί? Πως να σου πω το σ' αγαπώ και να το νιώσεις?
Χάθηκε η ουσία από τότε που βγήκε η ψηφιακή μηχανή. Χάθηκε η αλήθεια από τότε που ο καθένας μας παύει να ρωτάει το "γιατί"..
Χάνεται ο έρωτας όταν η ζήλια γίνεται κεντρί. Χάνεται η αγάπη όταν δεν αγαπάς τον ευατό σου, τη ζωή.
Μείνε πλάι μου..
Φοβίζουν τα συναισθήματα. Κάποιοι δεν τ' αντέχουν. Μακριά φεύγουν.
Ζηλεύουν την επιτυχία μας, τον έρωτά μας, την όμορφή μας την καρδιά.
Μια ματιά φτιάχνει τον κόσμο, δυο ματιές φτιάχνουν ουρανό.
Ένα χέρι ακουμπά την αλήθεια, δύο χέρια χαιδεύουν όλη την πλάση.
Είναι όμορφο να τραγουδάς.
Για το δίκιο σου μέχρι τέλους να πολεμάς.
Να σε κοροιδεύουν γι' αυτό που αγαπάς.
Κι όμως εσύ ν' αντέχεις, να συνηθίσεις να μην πονάς.
Αυτή είναι η ζωή.
Αυτή είναι η αλήθεια.
Η δική μου αλήθεια.
Ξέρω, είναι λάθος.
Μα το θεώρησα καλό να την ακούσεις.
Κράτα τη δική σου γερά.
Εις το επανιδείν..

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Μελωδία που ξεχνά..

Ο αγέρας άγγιζε απαλά το πρόσωπό της. Δεν έβαζε χρώμα στα χείλη της. Καθόλου μαύρο γύρω από το πράσινο των ματιών της. Την κοιτούσα αποκαμωμένος για ώρα, μέχρι που χάθηκε πίσω από τις κουρτίνες της σκηνής. Θα τραγουδούσε. Μαζί μας. Εγώ θα έπαιζα κιθάρα. Και θα τραγουδούσα. Μαζί της. Ήταν η πρώτη φορά. Η πρώτη πρόβα. Το παιδί που παίζει πλήκτρα με σκούντησε: "Την είδες ρε?" Δεν απάντησα. Χάθηκα. Ταξίδεψα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έκανα τόσα χιλιόμετρα. Mονάχα με το μυαλό. Πήγα στο φεγγάρι και γύρισα.
Μπήκε η καθηγήτρια στην αίθουσα. "Πάρτε θέσεις", φώναξε. Όλοι σηκώθηκαν. Έμεινα πίσω. Ο πληκτράς με τράβηξε απ’ το μπράτσο: "Έ, για μας λέει." Ανεβήκαμε στη σκηνή.
Τα ντραμς ήτανε τοποθετημένα στο πίσω μέρος της. Λίγο πιο μπροστά και στα πλάγια βρισκόταν το αρμόνιο. Εκεί στεκόταν η Αγγελική και χάιδευε τα πλήκτρα. Την πλησίασα δειλά. "Ξέρεις να παίζεις?", τη ρώτησα ακόμη πιο δειλά. Σα να κοιτούσε για λίγο στο παρελθόν. "Έπαιζα παλαιότερα", απάντησε κοφτά. Απομακρύνθηκε. Πήγε στο μπροστινό μέρος της σκηνής. Ρύθμισε τη βάση του μικροφώνου ώστε να βρίσκεται στο ύψος της. Άρχισε να σιγοτραγουδά. Όλοι γύρισαν προς το μέρος της. Απλώθηκε σιωπή στην αίθουσα. Ακουγόταν μονάχα η λεπτή φωνή της. Αχ, η φωνή της! Όπως και το όνομά της. Παρέπεμπαν στα σύννεφα!
Η καθηγήτρια πρόσεξε τις ξαφνιασμένες αντιδράσεις μας. Χαμογέλασε. Ο πληκτράς με πλησίασε: "Σα να τραγουδάει άγγελος. Πως θα σταθείς δίπλα της?" Δε μιλούσα. Απολάμβανα τις νότες της μα ταυτόχρονα καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που δέχθηκα να πάρω μέρος στη συναυλία του σχολείου.
Κατέβηκα από τη σκηνή και πλησίασα την καθηγήτρια. "Κυρία, τι ωραία φωνή που έχει αυτή η κοπέλα. Από ποιο σχολείο είναι?" Η καθηγήτρια χαμήλωσε το βλέμμα: "Δεν πηγαίνει σχολείο", μου απάντησε.
-"Έχει τελειώσει? Φαίνεται να είναι στην ηλικία μας."
-"Στην ηλικία σας είναι", απάντησε ήρεμα η καθηγήτρια.
Η Αγγελική χάιδευε το μικρόφωνο με τα χείλη της. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο στην αίθουσα. Όλοι ήταν προσηλωμένοι στις νότες της.
-"Η Αγγελική", συνέχισε η καθηγήτρια, "είναι ένα πολύ έξυπνο κορίτσι. Με ένα χάρισμα, το βλέπεις και μόνος σου. Ή μάλλον... το ακούς!"
-"Σε μαγεύει μονάχα με το τραγούδι της."
-"Δε μπορεί όμως να πάει σχολείο. Δε μπορεί να ζήσει όπως ζείτε εσείς."
-"Γιατί κυρία?"
Σα να ράγισε η καρδιά της. Σα να έτρεξαν τα μάτια της. "Υπάρχουν κάποια πράγματα παιδί μου που δε χωρούν σε λέξεις. Η Αγγελική δεν είναι όπως τα υπόλοιπα κορίτσια που γνωρίζεις."
-"Τι εννοείτε κυρία? Είναι ευαίσθητη?"
-"Η Αγγελική είναι ένα παιδί αυθόρμητο. Αλλά όσο αυθόρμητη είναι, κάτι μέσα της την προστάζει να κλείνεται στον ευατό της. Ξέρω πόσο σου αρέσει. Και επίσης ξέρω πόσο της αρέσεις. Αλλά δε διαρκεί πολύ."
-"Της αρέσω? Μου αρέσει? Μα τι λέτε κυρία ?"
-"Ο τρόπος που την κοιτάζεις. Προδίδεσαι. Άλλωστε μου έχει μιλήσει. Κι εκείνη αισθάνεται ανάλογα. Τόσα χρόνια που παρίσταται στις εκδηλώσεις μας, κάθε φορά που παίζεις, κάθε φορά μου λέει πόσο της αρέσεις. Βλέπεις, η Αγγελική είναι ανιψιά μου."
Κοκκίνισα. Ντράπηκα. Πισωπάτησα. "Δεν.. δεν το ήξερα κυρία." Χαμήλωσα το βλέμμα. "Γι’ αυτό τώρα τελευταία την έβλεπα τόσο συχνά στο γραφείο σας. Αλλά νόμιζα ότι συζητάτε για τη μέρα της συναυλίας και τις πρόβες."
-"Είσαι πολύ καλό παιδί Νίκο μου. Και μακάρι όλοι οι καθηγητές να μπορούσαν να έχουν με τους μαθητές τους τη σχέση που έχουμε εμείς. Αλλά η Αγγελική..." Δίστασε. "Η Αγγελική ξεχνά..."
Η Αγγελική είχε σχεδόν αγκαλιάσει το μικρόφωνο. Με κλειστά τα μάτια τραγουδούσε το Θεός αν είναι. Τα ντραμς τώρα την ακολουθούσαν. Τα πλήκτρα έπαιζαν αχνά κάτι λειψές συγχορδίες.
-"Πάμε για λίγο έξω να συνεχίσουμε. Με τα όργανα δε θα μπορούμε να πούμε και πολλά."
Βγήκαμε έξω. Έκλεισα την πόρτα πίσω μας. Καθήσαμε σ’ ένα θρανίο που ήταν τοποθετημένο στο διάδρομο δίπλα στο παράθυρο. Έξω έβρεχε.
-"Αν την προσκαλούσα για μια βόλτα στη βροχή? Θα της έπαιζα ένα τραγούδι μου. Έχω γράψει κάτι στίχους για κείνη ξέρετε. Δε νομίζω ότι αυτό θα μπορέσει να το ξεχάσει."
Χαμογέλασα αφελώς.
-"Αχ, Νίκο μου. Είσαι ένα ξεχωριστό παιδί. Φαίνεται από τον τρόπο σου. Φαίνεσαι συνεσταλμένος, μα στην πραγματικότητα δεν είσαι. Κάνω λάθος?"
Κοκκίνισα. "Πως το ξέρετε κυρία?"
-"Κάθε άνθρωπος έχει τον τρόπο του παιδί μου. Τώρα δε σε καταλαβαίνουν. Μην ανησυχείς όμως. Κάποτε όλοι θα σε καταλάβουν. Η Αγγελική ήδη το κάνει. Ξέρει να εκτιμά το διαφορετικό. Ίσως δεν είναι σωστό που σου το λέω, μα θα καταλάβεις αργότερα γιατί σου το λέω. Κάθε φορά που σε βλέπει μου λέει πόσο διαφέρεις από τα παιδιά της ηλικίας σου και πόσο ποθεί να σου μιλήσει. Αλλά δεν τον έχει κάνει ποτέ, έτσι δεν είναι?"
-"Σήμερα που κάτι τη ρώτησα μου απάντησε μονολεκτικά και απομακρύνθηκε."
-"Δε φταίει αυτή", αναστέναξε η καθηγήτρια. "Φταίει το μέσα της. Με σένα συγκεκριμένα θα είναι πάντοτε πολύ ντροπαλή. Φταίει όμως και το μέσα της."
-"Το μέσα της πρέπει να είναι πολύ όμορφο, αλήθεια!"
Χαμογέλασε θλιμμένα. "Η Αγγελική δεν είναι όπως τα άλλα κορίτσια Νίκο μου. Ξεχνάει."
-"Τότε είναι ίδια με τις άλλες κυρία. Γιατί όλες ξεχνάνε."
-"Όχι παιδί μου, η Αγγελικούλα δεν ξεχνάει συνειδητά." Δε μου φάνηκε. Τα μάτια της έτρεξαν.
-"Είστε καλά κυρία?"
Με κοίταξε με μάτια δακρυσμένα. "Ξεχνάει." Έβγαλε ένα χαρτομάντηλο από την τσέπη της. "Δε μπορεί να θυμηθεί. Είναι μια αρρώστεια παιδί μου. Ζει την ίδια ημέρα εδώ και χρόνια. Μπορεί να ζήσει τα πάντα μέσα σε μία μέρα, κι όμως την επόμενη δε θα θυμάται τίποτε. Κάθε βράδυ όλα τα ξεχνά και κάθε πρωί δε θυμάται ούτε τα πρόσωπα των γονιών της. Δεν έχει αναμνήσεις. Μονάχα νιώθει." Σώπασε.
Πάντοτε με κυρίευε η σιωπή. Άλλοτε φοβόμουν να μιλήσω. Τώρα τι να πω? "Μα.. πως.. για.. γιατί?", ψέλλισα.
Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. "Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Ξεχνάει. Μα θυμάται τα τραγούδια της. Μονάχα τα τραγούδια της. Αυτά ποτέ δεν τα ξεχνά."
Το όνομά της είχε κάτι από παράδεισο. Η φωνή της ήταν ο παράδεισος. Μα πως είναι δυνατόν?
-"Γι’ αυτό σου λέω παιδί μου. Είσαι πολύ τυχερός."
-"Εγώ? Μα τι λέτε?"
-"Κάθε φορά που σε βλέπει παιδί μου! Κάθε φορά που σε βλέπει είναι σα να σε αντικρύζει για πρώτη φορά. Κι όμως κάθε φορά μου λέει τα ίδια λόγια για σένα. Χρησιμοποιεί πάντοτε τις ίδιες λέξεις. Κι εγώ ανήμπορη κάθε φορά της δίνω την ίδια απάντηση. Της μιλώ για σένα με την καρδιά μου ορθάνοιχτη μπροστά στην αλήθεια της. Κάθε φορά πρέπει να πνίγω τα δάκρυά μου. Και τώρα πρέπει να σε πείσω να τραγουδήσεις μαζί της."
-"Να με πείσετε?"
-"Γι’ αυτό δεν κατέβηκες απ’ τη σκηνή? Για να μου πεις ότι ντρέπεσαι να βγεις στο πλάι της. Ότι έχει μια υπέροχη φωνή και δειλιάζεις να βγεις στο πλάι της."
Σάστισα. "Κυρία.. όχι.. θα τραγουδήσω. Θα τραγουδήσω μαζί της. Θα τραγουδήσω με κείνη. Θα τραγουδήσω για κείνη. Σας ευχαριστώ.."

Η πρόβα ολοκληρώθηκε την ημέρα εκείνη. Ο Νίκος και η Αγγελική γνωρίστηκαν. Ακολούθησε άλλη μια πρόβα δύο ημέρες μετά. Η Αγγελική φυσικά δε θυμόταν το Νίκο. Εκείνος της μίλησε. Γνωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Στην τρίτη πρόβα ο Νίκος συνέχισε. Η Αγγελική δεν τον θυμόταν.Σα να γνωρίζονταν κάθε μέρα απ' την αρχή. Κάθε μέρα ήταν η αρχή της σχέσης τους. Ο Νίκος καρτερούσε ένα φιλί. Μα δεν τολμούσε να δοκιμάσει. Δε θα μπορούσε ν' αντέξει την επόμενη ημέρα. Εκείνος να ζει με την ανάμνηση ενός παραδείσου στα χείλη του, ενώ εκείνη να μη θυμάται τίποτε. Τελικά, με τον καιρό, κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε. Τη φίλησε. Κι εκείνη ανταπέδωσε το πάθος. Αυτό ήταν όμως. Όλο το βράδυ ο Νίκος σκεφτόταν πως θα την αντικρύσει την επόμενη ημέρα. Πως να ζει με μια εικόνα που η αγαπημένη του θα ήταν σα να μην είχε ζήσει ποτέ? Σκεφτόταν τις σχέσεις των φίλων του. Αυτές που αντιπαθούσε. Αν δε νιώθεις κάτι για τον άλλο, πως αποτολμάς να τον φιλήσεις? Είχε κάνει λίγες σχέσεις μέχρι τώρα. Και τώρα που βρήκε την κατάλληλη θα πρέπει κάθε ημέρα να την κερδίζει από την αρχή. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Σκεφτόταν την αυριανή ημέρα. Ήταν η συναυλία. Ήταν και το φιλί.. Ξημέρωσε. Ξεκίνησε πολύ νωρίς για το σχολείο. Ήθελε να μείνει μόνος του να σκεφτεί. Να πάρει την κιθάρα του στα χέρια, να κοιτάξει τις άδειες καρέκλες στην αίθουσα, να βρει δύναμη να πει στο μικρόφωνο: "Αγγελική, με θυμάσαι?" Η ώρα πλησίαζε. Έφθασε όλο το σχήμα. Εκτός από κείνη. Η καθηγήτρια μπήκε στην αίθουσα σχεδόν τρέχοντας: "Είδε κανείς την Αγγελική?" -"Την είδα λίγο νωρίτερα", είπε ο ντράμερ. "Ήταν στην πίσω αυλή. Τη φώναξα να έρθει, αλλά μου είπε ότι θέλει να μείνει για λίγο μόνη." -"Ω, πηγαίνω αμέσως." -"Κυρία, κυρία, συγγνώμη. Μπορώ να πάω εγώ?", φώναξα.

Χαμογέλασε. "Τρέχα παιδί μου", μου είπε.
Η Αγγελική καθόταν σ' ένα παγκάκι στο πίσω μέρος της αυλής. Με τα χέρια της έκρυβε το πρόσωπό της. Πλησίασα αργά. "Είσαι καλά?", τη ρώτησα.
Σήκωσε το βλέμμα της. Πετάχτηκε όρθια. Δάκρυα έσταζαν μέχρι τα χείλη της. "Εσύ?", ψέλλισε.
-"Ε.. Είμαι το παιδί που τραγουδάμε μαζί. Είσαι καλά?" Ήξερα ότι δε θα με γνωρίσει.
-"Εσύ?", ξαναείπε σα να μην άκουσε τα λόγια μου.
Κάτι σάλεψε στα βάθεια μου. Μα πως είναι δυνατόν? Με θυμάται? "Με.. Με θυμάσαι?", ρώτησα.
-"Εσύ!"
, γούρλωσε τα μάτια της.
-"Πες μου σε παρακαλώ. Με γνωρίζεις?"
, τη ρώτησα.
Έσκυψε το κεφάλι και ψιθύρισε: "Σε.. βλέπω κάθε βράδυ στ' όνειρό μου. Είσαι εκεί. Δεν ξέρω γιατί. Συγχώρα με."
Ένα χαμόγελο άστραψε στα χείλη μου. Έτρεμα. Ήθελα να την αγκαλιάσω. Να τη φιλήσω. "Και γιατί κλαις? Ένα όνειρο ήταν."
-"Δεν ξέρω. Μου μοιάζει τόσο αληθινό. Κάθε που ξυπνώ και χάνεται το όνειρο φεύγεις απ' τον κόσμο μου. Και τώρα είσαι εδώ. Και δεν κοιμάμαι. Κοιμάμαι?"
-"Δεν κοιμάσαι αγαπημένη. Ζεις.."
-"Πως.. πως με είπες?"
Την πλησίασα κι ακούμπησα τα χείλη μου στα δακρυσμένα δικά της.
Τραβήχτηκε. "Ζω τ' όνειρό μου", φώναξε.
Χαμογέλασα. Αφέθηκε στη σκέψη της.
Της άπλωσα το χέρι. "Πάμε? Όπου να 'ναι αρχίζει η γιορτή. Πρέπει να κάνουμε και μια τελευταία πρόβα. Προλαβαίνω να βελτιωθώ λιγάκι ακόμα", είπα και χαμογέλασα.
-"Δε χρειάζεται", μου είπε, "ερμηνεύεις υπέροχα."
Παραξενεύτηκα. "Πως το ξέρεις?", ρώτησα.
-"Κάθε βράδυ έρχεσαι στ' όνειρό μου και μου λες τραγούδια."
-"Αγαπημένη.."

Μπορεί το κείμενο να μη λέει πολλά. Μπορεί να λέει και τα πάντα. Μπορεί να υπάρχει αρρώστεια που να ξεχνάς, μπορεί και να μην υπάρχει. Μπορεί απλά να είναι ο καθρέφτης μιας πραγματικότητας που μας έχει γίνει συνήθεια. Μπορεί η Αγγελική να μην υπάρχει, αλλά σίγουρα υπάρχει ο Νίκος. Το κείμενο είναι αποτέλεσμα ένωσης δύο ψυχών. Εμού και του Νίκου. Ήθελε να ντύσει με λέξεις τ' όνειρό του. Καλή χρονιά Νίκο..