Ονειρολoγιο: 2010

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Κάθε βράδυ...

Κάθε βράδυ ξυπνάω ιδρωμένος. Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Εφιάλτης...
Ο δρόμος αδειανός. Ο ουρανός σκοτεινός. Σα να εμφανίζομαι απ' το πουθενά. Θυμάμαι τον ευατό μου να ξαπλώνει πλάι της, να με σκεπάζει με την αγκαλιά της, ν' αποκοιμιέμαι τόσο γλυκά στα στήθη της και μετά... ξυπνώ εκεί! Τρομαγμένος. Στην άκρη του δρόμου. Δεν έχει άσφαλτο. Δεν έχει χρώμα. Έχει μαύρο, ίσως και λίγο γκρίζο. Μα ο ουρανός... Ο ουρανός είναι μωβ! Σαν τα χείλη της όταν τα βάφει. Δυο τρία σύννεφα χαίρονται τοδικό τους ουρανό. Τίποτα παραπάνω. Δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού δέντρα. Παράξενο μα δε θυμάμαι το χρώμα τους. Μοιάζουν άψυχα. Σα να αναπνέουν, να φωτοσυνθέτουν δίχως ήλιο, σα να παλεύουν να κρατηθούν όρθια. Τα φύλλα τους αποπνέουν μια αλλόκοτη μυρωδιά. Μου θυμίζει τ' άρωμά σου. Και περπατώ...
Περπατώ για λεπτά, για ώρες ολόκληρες, ίσως για μέρες. Ίσως το μόνο θετικό σε όνειρο ή εφιάλτη. Ο χρόνος δεν υφίσταται!
Περπατώ. Δεν κουράζομαι. Δε βαριανασαίνω από τα χιλιόμετρα. Ίσως κι άλλο ένα θετικό... δε σκέφτομαι! Οι σκέψεις μοιάζουν στάσιμες. Ή μάλλον ακαθόριστες. Σα να υπάρχουνε και όχι! Σα να προσπαθούν να δηλώσουν την παρουσία τους, αλλά κάτι ή κάποιος τις εμποδίζει. Ίσως ο χρόνος ο ανύπαρκτος? Ίσως η συνείδησή μου? Ίσως...
Τριγύρω μια αίσθηση. Πάντοτε η ίδια αίσθηση. Δεν υπάρχουν άνθρωποι. Είμαι μόνος. Θεέ μου... είμαι μόνος!...
Τότε κάτι ακούγεται. Φωνές. Αλλόκοτες φωνές. Ανθρώπινες φωνές. Μα... πως είναι δυνατόν? Δηλαδή?... Κάποιος έρχεται προς το μέρος μου. Κάποιοι...
Παράδοξο μα δεν τρομοκρατούμαι! Φθάνουν κοντά μου. Σα να μη μου δίνουν σημασία. Τρέχουνε γρήγορα. Ο ένας στραβοπατάει, πέφτει, ξανασηκώνεται. Φωνάζουν, γελούν, σαν τρελοί. Τα μάτια τους αλληθωρίζουν. Δεν καταλαβαίνω τι λένε. Με προσπερνούν. Κουνούν τα χέρια τους αριστερά και δεξιά, τα περιστρέφουν γύρω από το λαιμό τους. Στ' αλήθεια δεν είναι καλά! Τότε είναι που ο ένας λέει τ' όνομά μου. Κάνω να στρέψω το κεφάλι μα δε μπορώ. Δε μπορώ να γυρίσω πίσω! Το κεφάλι μου δε μπορεί να στρίψει πάνω από 45 μοίρες. Δεν είναι φυσιολογικό. Δεν είναι... Ο ένας ξαναλέει τ' όνομά μου. Κι ο άλλος φωνάζει τότε... "Δε σ' αγάπησε ποτέ!"
Δεν αντιδρώ. Δε μπορώ να αντιδράσω! Νιώθω να μη σκέφτομαι, αλλά μοιάζει να μπορώ να αισθάνομαι! Νιώθω να μην υπάρχουν άνθρωποι τριγύρω, αλλά τους είδα. Πέρασαν δίπλα μου. Μου μίλησαν. Δεν ξέρω. Δε μπορώ...
Τώρα που το σκέφτομαι ο ένας είχε σημάδι στο λαιμό, ενώ ο άλλος κούτσαινε λίγο. Ο δεύτερος μου έμοιαζε με γυναίκα. Μα δεν καταλαβαίνω. Δεν είμαι σίγουρος. Σα να μη μπορώ να διακρίνω το φύλο κάθε ανθρώπου! Λες να έγινε πόλεμος? Λες να έμεινα μόνος? Λες να είναι όνειρο? Εφιάλτης? Γιατί είπε τ' όνομά μου? Δεν πρέπει να είμαι καλά. Σίγουρα...
Συνεχίζω να περπατώ. Δεν έχει σημασία αν το θέλω ή όχι, τα πόδια μόνα προχωρούν...
Ο ουρανός δεν αλλάζει. Η αναπνοή μου πάντοτε η ίδια, ήρεμη, σταθερή. Ποτέ δεν ανοιγόμουν εύκολα. Τούτη τη στιγμή πόσο θα το ήθελα να είναι κάποιος εδώ! Έστω ένας τρελός ακόμη. Να έλεγε τ' όνομά μου. Γιατί δε μ' αγάπησε? Γιατί?...
Δε μπορώ καν να σκύψω το κεφάλι. Μονάχα ίσια μπορώ να κοιτώ. Ίσια και ψηλά, στ' αστέρια. Ω, αστέρια. Δεν υπάρχουν! Άνεμος? Πως δεν το πρόσεξα τόσην ώρα? Δε φυσάει. Έκανα να βγάλω μια κραυγή μα τίποτα. Δε... δε μπορώ να μιλήσω... θεέ μου...
Τουλάχιστον δε φοβάμαι. Δεν έχει σημασία αν δε μπορώ να φοβηθώ, σημασία έχει το αποτέλεσμα, δε φοβάμαι! Κι όμως... κάτι... ένας φόβος... υπάρχει... υπάρχει κάτι εκεί... βαθιά στο σκοτάδι... είμ' εγώ... μα δε φοβάμαι... δεν το νιώθω... κι όμως... βλέπω τον ευατό μου απέναντί μου... ω, θεέ μου!... είμ' εκεί!... θέλω στ' αλήθεια να ξυπνήσω... τώρα... τώρα αμέσως... τώρααα... μα... κοιμάμαι στ' αλήθεια?... μου μιλάει... τι μου λέει?... "Σκότωσέ τη, δε σ' αγάπησε ποτέ..." Όχι, όχι, δε μπορεί! "Σκότωσέ τη, δε σε θέλει!" Όχι, εφιάλτης είναι σίγουρα. "Σκότωσέ τη!" Όχι... δεν είμαι... όχι... εγώ... δεν είμ' εγώ... δεν...

Κάπου εκεί σταματάει το όνειρο. Ή ό,τι τέλος πάντων ήτανε όλο αυτό!
Πολλές φορές σκέφτηκα ότι μπορεί να υπνοβατώ. Κάθε φορά που ξυπνώ τα σκεπάσματα είναι διπλωμένα στη γωνία του κρεβατιού, ενώ η κοπέλα μου πλάι μου τουρτουρίζει από το κρύο. Τη σκεπάζω και κουκουλώνομαι δίπλα της. Δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά σε αντίθεση με κείνο τον κόσμο που δεν ένιωθα τίποτε, σ' αυτόν εδώ φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ! Εδώ έχει άνεμο, αστέρια, έχει και τρελούς ελεύθερους ανθρώπους, ενώ τον αέρα μπορείς να τον ρουφήξεις. Κανείς εδώ δε φωνάζει τ' όνομά μου, αν και πιστεύω καταβάθος ότι ποτέ δε μ' αγάπησε...
Φοβάμαι μονάχα μήπως αποτελεί κάποιο μήνυμα! Φοβάμαι μήπως της κάνω κακό άθελά μου! Βλέπω το ίδιο όνειρο εδώ και 2 μήνες, αλλά τίποτε δεν έχει αλλάξει. Εκτός από χθες...
Χθες το κορίτσι μου χτύπησε το πόδι της. Τώρα κουτσαίνει. Ενώ το βράδυ παραμιλά. Δε λέει τ' όνομά μου, αλλά κάτι άλλο σχετικό με κάποια αγάπη. Και σκέφτομαι τώρα... αν είμαι σίγουρος ότι θα τρελαθώ τελικά, μπορώ να βάλω τώρα τέλος στην άχαρη ζωή μου. Τουλάχιστον έτσι δε θα μπορέσω να κάνω κακό σ' εκείνη! Ίσως αν κρεμαστώ?! Λες τελικά αυτό να δήλωναν τα σημάδια στο λαιμό του τρελού? Μα δεν ήμουν εγώ! Εγώ ήμουν ο άλλος, απέναντί μου! Στις σκιές, εκεί στα δέντρα, στο σκοτάδι...
Φοβάμαι μονάχα μην τη σκοτώσω μέσα σε ένα όνειρό μου. Όχι τίποτ' άλλο, αλλά αν γίνει έτσι, όταν ξυπνήσω μπορεί να μη θυμάμαι τελικά αν το φχαριστήθηκα ή όχι...

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Η πόλη κίτρινη...

...Δώσε το χέρι σου μόνο όταν με νιώσεις σύμμαχό σου...
...ο λόγος μου αδερφός μου και το χέρι μου αδερφός σου...

Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι που ήμουν μόνος. Όλα τα παιδιά άλλωστε δεν είναι ευτυχισμένα όταν είναι μόνα τους? Περιστοιχισμένα από τρενάκια, στρατιωτάκια, ξύλινα σπαθιά, ζώντας στον κόσμο τους. Ευτυχισμένα και μόνα!
Έτσι είναι και τώρα. Παραμένω σε κείνη την κατάσταση. Ποτέ δεν ξέφυγα από τα δίχτυα της παιδικότητας. Κι ότι και να λένε γι' αυτό, το θεωρώ το μεγαλύτερο λάθος μου. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι! Όταν είσαι παιδί δε νοιάζεσαι. Ούτε για το τι θα φας, ούτε για το ποιος θα σε ταίσει, ούτε για το πότε θα κοιμηθείς, ούτε για το αν σου φθάνουν οι ώρες της ημέρας για να φχαριστηθείς το παιχνίδι σου. Πάντοτε αρκούν κι αν όχι, μια νέα μέρα όμορφη και μεγάλη ξημερώνει. Τώρα όμως πρέπει να νοιαστώ τι θα φάω αύριο, που θα βρω, πως θα ζήσω.
Οι σχέσεις σου με τους φίλους σου γίνεται δύσκολη, γιατί εκείνοι μεγαλώνουν υιοθετώντας ιδέες και αντιλήψεις της εκάστοτε ηλικίας. Όχι ότι θα έπρεπε να υπάρχουν ιδέες και αντιλήψεις για κάθε ηλικία, σα μόδα όμως εξαπλώνονται κι αυτές. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις το ψέμα και την ευεγερτική του λειτουργία στην κοινωνία. Σου μαθαίνουν πότε το ψέμα είναι καλό και πότε όχι. Αν είναι δυνατόν! Ψέμα και καλό. Ανθρώπινη βλακεία, τι άλλο!
Σου διδάσκουν το καθισιό στην καφετέρια, αντί για τον αθλητισμό. Μεγαλώνεις και σοβαρεύεις και δεν πρέπει να καταναλώνεσαι στα γήπεδα και στα παιχνίδια, αλλά στις συζητήσεις γύρω από τα πιο ανούσια ζητήματα που μπορεί ένα ανθρώπινο μυαλό να σκαρώσει, όταν η ανοία της καθημερινότητας έχει αγκαλιάσει σφιχτά κάθε διάθεσή του για ζωή. Και την πνίγει.
Λάθος νόημα. Λάθος νοήματα σε όλα. Παλαιότερα αν πείραζες κάποιο συνάνθρωπό σου θα σου έλεγε η μητέρα σου: "Δε ντρέπεσαι παιδί μου?" Σήμερα μπορεί να σου πει: "Καλά του έκανες του μαλάκα", απλώς και μόνο γιατί βρίσκει διέξοδο το νεύρο μιας στιγμής της.
Δεν είναι καλά οι άνθρωποι. Στ' αλήθεια δεν είναι καλά...
Τι έλεγα?... Α, ναι. Για τη δυσκολία των σχέσεων, αφού θέλω να πιστεύω ότι παραμένω ακόμα παιδί. Οι Γυναίκες. Τι μεγάλο πράγμα. Μα τι δύσκολο πράγμα. Σε θέλουν σοβαρό, αλλά και παιδί ταυτοχρόνως. Υπάρχει σοβαρό παιδί? Μη βιαστείς να απαντήσεις. Ούτε εξαιρέσεις υπάρχουν σ' αυτό το σημείο. Δεν υπάρχει σοβαρό παιδί. Το πιο ελεύθερο πλάσμα του κόσμου είναι ένα παιδί. Κι αν αναρωτιέσαι πως είναι δυνατό ένα παιδί που δεν είναι σοβαρό να μη σκοτώνει, να μην κλέβει, να μην κάνει ζαβολιές γενικά. Γιατί αγάπη μου το παιδί είναι "Άνθρωπος". Δεν έχει την αίσθηση του κακού μέσα του. Κι αν την έχει, η ηθική του ξέρει καλά να της αμύνεται.
Προσωπικά, θα πρότεινα να μην αναγράφεται πλέον στα λεξικά η λέξη της. Ηθική, ντροπή, αλήθεια. Δεν υπάρχει λόγος. Αφού ακόμη και να διαβάσουμε την ετοιμολογία αυτών των λέξεων, δεν καταλαβαίνουμε το νόημά τους. Ή καλύτερα, δε θέλουμε να καταλάβουμε.
Το διάβασα πρόσφατα. Κι ήταν ότι πιο σοφό μπορούσα να περιμένω από αυτό το πρόσωπο. Αν και ξέρω ότι θα πει και σημαντικότερα πράγματα. Μερικοί άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να είναι άνθρωποι. Ακόμη και όταν τους έχεις κάνει το μεγαλύτερο κακό. Το είπε:

...η περιουσία κάθε γυναίκας βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια της...

Ο κόσμος φορά πολλά στολίδια. Άραγε μπορεί να κρύψει καλά τα μυστικά του?
Φορά αρώματα να καλύψει τη δυσωδία της φυλής του.
Χαμόγελα τεχνητά, επιφανειακά, ενώ τα φτυάρια από πίσω να σκάβουν ένα λάκο ως την κόλαση βαθύ.
Ώρες ώρες χάνομαι στο κόσμο τους και δυσκολεύομαι πολύ να γυρίσω πίσω στο δικό μου ζωντανός.
Μπορεί ο καθένας να σχολιάζει ελεύθερα το καθετί. Μπορεί ο καθένας να δέρνει, να βιάζει, να σκοτώνει, να πληγώνει δίχως ίχνος από ντροπή. Θα μου πεις τώρα ότι πάντοτε έτσι δεν ήταν? Όχι, δε μπορώ να το δεχτώ. Είμαι σίγουρος ότι κάποτε η ζωή ήταν πιο αγνή. Η ψυχή πιο θεία. Ο κόσμος όμορφος πολύ.

...Η πόλη κίτρινη από πυρετό...
...κάθε φορά που μόνος νιώθω, νιώθω να ψυχορραγώ...

Μάτια που δεν καταλαβαίνεις πια τι δείχνουν. Φως, σκοτάδι, αγάπη, ψέμα? Εκδίκηση? Λατρεία? Φωτιά? Θάνατος? Παλαιότερα μπορούσες να καταλάβεις. Όχι τώρα πια...
Ευνουχίζουν ότι ομορφότερο έχουμε. Το ερωτικό πάθος. Το μετατρέπουν σε τρόπο ζωής. Δεν αποτελεί πια μαγεία. Δεν είναι κάτι το μυστήριο, κάτι που χρειάζεται προσπάθεια για να αποκτήσεις. Δεν έχει ενδιαφέρον όπως παλιά. Αρρωσταίνουμε...

...Έχουμε βγάλει δόντια σ' ότι μας προσέγγισε...
...έχουμε βγάλει νύχια σ' ότι μας αγγίζει...

Φωνάζεις το "σ' αγαπώ" στην αγαπημένη σου κι εκείνη τρέχει τρομαγμένη.
"Μα τι είπα? Τι έκανα?", αναρωτιέσαι. Γιατί την τρόμαξα? Δυο λέξεις της είπα μονάχα. 'Οτι ένιωθα. "Σ' αγαπώ!" Μα πως να το πιστέψει!


Υ.Γ. Τώρα που το ξαναδιαβάζω για δεύτερη φορά το κείμενο δε μου λέει και πολλά. Έχει πολλά κενά. Ίσως λέει και μερικές βλακείες. Αλλά δεν έχει νόημα να μπω στη διαδικασία να το διορθώσω. Ποτέ δεν το κάνω. Έτσι χάνεται το συναίσθημα της στιγμής. Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους, αλλά εγώ γι' αυτό ζω μονάχα. Για το συναίσθημα της κάθε στιγμής...

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Περίεργα χαμόγελα...

Όταν ξεκινάω κάτι να γράφω, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι πάλι θα ταξιδέψω. Πρόσφατα διάβασα ότι η τέχνη κάθε ανθρώπου τον βοηθάει να κρύβει καλά τον ευατό του κι όχι να τον αποκαλύπτει όπως θα 'πρεπε να ισχύει. Έτσι εξηγούνται όλα λοιπόν. Κάπως έτσι...
Ήρθε πάλι η ώρα. Πάντοτε αργοπορημένος. Δε συμπαθώ καθόλου το χρόνο. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Όλο κόντρα μου πάει. Μα τον συνήθισα. Ανακάλεσα σ' αυτό το σημείο. Μετά από τη συνήθεια έρχεται η δημιουργία...
Έφθασε η ώρα. Φοράω το φαρδύ κοστούμι, τα τεράστια παπούτσια και στέκομαι μπροστά στο μικρό καθρέφτη. Ζωγραφίζω κόκκινο μεγάλο χαμόγελο στα χείλη, λευκούς κύκλους γύρω από τα μάτια, λίγο ροζ στα μάγουλα να δείχνω υπερζώντανος, φοράω τη λαστιχένια κόκκινη μύτη και βγαίνω στη ζωή. Μακάρι να δούλευα στο τσίρκο, σκέφτομαι. Τώρα όμως μ' αυτή την αμφίεση βγαίνω στη ζωή...
Με ρωτάς γιατί χρησιμοποιώ τόσα σημεία στίξης! Όχι, δεν είναι από συνήθεια, απλώς με αυτό τον τρόπο εκφράζομαι. Για να μιλήσεις για κάτι πρέπει πρώτα να το σκεφτείς. Χρειάζεται χρόνος και πρέπει να σταματήσεις τα χείλη για λίγο. Μην κοιτάζεις όλους αυτούς που μιλούν και ξαναμιλούν, αργότερα το μετανιώνουν και την επόμενη φορά επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Για να κρίνεις κάτι πρέπει να γνωρίζεις γι' αυτό, όχι να υποθέσεις κάτι! Όχι να φανταστείς τι μπορεί να συμβαίνει! Πρέπει να ρωτήσεις! Κι αν δεν πάρεις απάντηση να σταματήσεις! Έτσι και στο χαρτί, όπως συμβαίνει με την ανάσα μου, σταματάω τακτικά. Όταν μιλώ, δε μπορώ να μιλώ για ώρα πολλή. Σα να κουράζομαι. Ίσως και να βαριέμαι. Έτσι λοιπόν και στο χαρτί. Η έκφραση είναι όπως και στη ζωή. Αργά, σταδιακά, σκεπτικά. Το τελευταίο είναι βέβαια που πονάει. Αλλά χαλάλι. Τελευταία αξίζει τον κόπο...
Με παίδεψε αρκετά η ζωή. Μα δε βαριέσαι... Ακόμη κι όταν πετρώνει η καρδιά, δεν παύει από μέσα να χτυπά. Ξέρω ότι μοιάζω με παιδί, και να 'ξερες πραγματικά πόσο με πονά, αλλά μεγάλωσα. Μέσα μου βαθιά θα το δεις αν ψάξεις. Ίσως το ξεχωρίζεις καμιά φορά και στα λόγια μου. Με παίρνει πολλές φορές από κάτω...
-Θα 'θελες να 'σαι κάποιος άλλος?
-Ίσως και να 'θελα. Ίσως πάλι και όχι. Το μόνο για το οποίο είμαι πραγματικά σίγουρος είναι ότι έμαθα πολλά όλον αυτό τον καιρό από τη ζωή. Κι έχω να μάθω ακόμη περισσότερα. Θέλω είμαι αυτός που είμαι, αλλά με κάποιες μικροαλλαγές. Βλέπεις όμως, άλλος αποφασίστηκε να πλάσει τον άνθρωπο, άλλος να τον μεγαλώσει, άλλος να του χαρίσει και να του στερήσει πράγματα. Τι μπορούμε να κάνουμε περίεργέ μου ευατέ εδώ που φθάσαμε? Υπομονή να υποθέσω! Και να δεχθούμε τη χαζοψυχή μας ως έχει. Το κατάλαβα. Αν και αργά, το κατάλαβα!
Τι άλλο έχουμε να πούμε κι απόψε? Α, ναι, να μιλήσουμε λιγάκι για τότε. Όταν ξεκίνησε τούτο το κακό... Το πιο αφηρημένο παιδί. Τότε είπαν ότι δε νοιάζεται για τα μαθήματα. Τώρα λένε ότι σκεφτότανε πολύ. Το πιο αργοπορημένο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι αγενής. Τώρα λένε ότι έφταιγε το γεγονός ότι σκεφτόταν διαρκώς. Το πιο ήσυχο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι ντροπαλός. Τώρα λένε ότι είναι τρελός. Ο νεαρός που δεν κοιμόταν ποτέ. Τότε έλεγαν ότι φταίει η εφηβεία. Τώρα λένε ότι σκέφτεται διαρκώς και δε μπορεί να ηρεμήσει τα βράδυα. Πάντοτε κάποιος κάτι λέει, ανεξάρτητα αν γνωρίζει πραγματικά τι φταίει ή όχι. Έτσι ανοίγουν κι οι πληγές. Κανένα απ' τα μεγάλα στόματα δε λογαριάζει τις συνέπειες των λέξεών του. Γιατί τα παιδιά ακούνε και καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα απ' ότι οι μεγάλοι "σοφοί" πιστεύουν. Πόσο μάλλον τα "περίεργα" παιδιά!
Είχε φαντασία. Μια τρομερή φαντασία. Έβλεπε τις γυναίκες σαν πλάσματα έξω από τούτο τον κόσμο. Τις αγαπούσε παράφορα, αλλά κάτι τις κρατούσε μακριά του. Ίσως ο τρόπος έκφρασής του. Ίσως ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του. Ίσως η διαρκής θλίψη στον τρόπο σκέψης του. Ίσως η μελαγχολική αδιαφορία του...
Τα θρανία και τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα στίχους. Τα έγραφε τόσο απότομα, τόσο εύκολα, στη στιγμή. Στην αρχή ποιήματα, μετά hip hop στιχάκια, μετά ροκ εκδοχής, μετά ξανά ποιήματα και τώρα έντεχνης σημασίας. Άκουσε... και τι δεν άκουσε... Ότι τα λόγια του επηρεάζουν ψυχές. Ότι θα πεθάνει από κατάθλιψη. Ότι πρέπει να χαμογελά. Μα κανείς δεν ξέρει ότι κάθε βράδυ ντύνεται κλόουν στα όνειρά του. Αφού είπαμε. Όλοι κρίνουν δίχως να γνωρίζουν να κοιτούν βαθύτερα...
Μητέρα μου η μουσική. Πάντοτε ήθελα να το πιστεύω. Πολλοί το αμφισβητούν. Κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές. Γούστα είναι θα μου πεις και θα ΄χεις και δίκιο. Εγώ ψάχνω μονάχα μια αλήθεια. Κι ας είναι και ψέμα. Όταν εκφράζεσαι με κάποιον τρόπο, τον θεωρείς τόσο σημαντικό, ώστε θέλεις να μάθεις αν πραγματικά πρέπει να ξοδεύεις το χρόνο σου σ' αυτό. Αν εκφράζονται κι οι άλλοι μέσω του τρόπου σου. Μα δε βγάζεις ποτέ άκρη. Απόψεις μπερδεύονται, σπάνε τα σκοινιά και μένεις μετέωρος στο κενό. Δε βαριέσαι... Η ζωή είναι μικρή κι οι τρόποι έκφρασης σπανίζουν. Θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να με πετάξουν από τη σκηνή. Φοράω το χαμόγελο και πάλι. Άλλωστε μονάχα μ' αυτή ταξιδεύω. Με τις νότες και με τις λέξεις. Καμιά φορά ταξιδεύω και με λέξεις που βγαίνουν από γυναικεία χείλη. Αλλά ετούτες οι στιγμές είναι τόσο σπάνιες τελευταία. Σίγουρα κάποιος θα ρωτήσει τι φταίει! Σίγουρα κάποιος θα θεωρήσει ότι υπάρχει πρόβλημα εδώ. Κι αν απαντήσω ότι φταίει που ο κόσμος επιπλέει, θα με κατηγορήσουν ότι κοιτάζω ψηλά και θεωρώ τους κοινούς ανθρώπους φελλούς. Άντε μετά να δικαιολογήσεις τη θέση σου! Σ' αυτό τον κόσμο ήρθαμε για να διασκεδάσουμε. Να γνωρίσουμε τον άνθρωπο. Να συνυπάρξουμε. Τελικά απομακρυνόμαστε, αποξενονόμαστε, λατρεύουμε τον ευατό μας, μιζεριάζουμε. Ματαιότης αγαπημένε μου άνθρωπε, ματαιότης! Όλοι μοιάζουμε όμορφοι, όλοι νομίζουμε ότι είμαστε όμορφοι, αλλά αν τύχει και συναντήσουμε κανέναν άγγελο στο διάβα μας κάποια φορά, θα αναιρέσουμε όλα τα πιστεύω μας. Πόσο μάλλον όταν καταλάβουμε ότι αυτός ο άγγελος είναι άνθρωπος κατά βάθος. Δεν είναι ένα τυχαίο αερικό.
Όταν μάθουμε να μιλάμε με λόγια αληθινά, ίσως καταφέρουμε να ζήσουμε την ουσία της ευτυχίας. Πόσα χαμόγελα χωράνε εδώ?

:)))

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Τα χέρια μου τρέμουν. Μια ανάσα ν' ακούσω μια φορά. Ένα ψέμα να γουστάρω, να ευχαριστηθώ. Με δυσκολεύουν τα λόγια. Πολύ. Και πεθαίνω κάθε που με απαρνείσαι. Έχω νιώσει τόσες φορές τη δειλία στο αίμα μου. Έχω πέσει τόσες βραδιές κατάχαμα, ψηλαφίζοντας τ' άδεια σκεπάσματα. Να βρίζω. Να τρέχω. Να πονάω. Να βογκάω. Να φωνάζω στην αγάπη να γυρίσει πριν καταλάβω πως μονάχα πάθος ήτανε.
Τα χέρια μου τρέμουν κρατώντας το μικρόφωνο κι ο κιθαρίστας γελάει. Η φωνή μου ψηλαφίζει το πάθος μου κι ο ντράμερ χάνει το ρυθμό. Ένας χάος στο μυαλό μου. Ένα τίποτα στην αγκαλιά μου. Ένα φευγιό σφηνωμένο συνεχώς στο μυαλό μου.
Αναρωτιέμαι τι να κάνει η "Αθήνα".
Μιλάω στο φεγγάρι, τρέχω πιο γρήγορα απ' ότι το συννεφάκι που κοιτούσαμε μαζί. Πέφτω πιο αργά κι από ένα αστέρι. Ευχή κανείς δεν κάνει!
Αναρωτιέμαι που να είναι!
Άραγε ήρθε προς τα εδώ να σπουδάσει?
Άραγε παίζει ακόμη τσέλο? Άραγε χαμογελάει? Άραγε λάμπει όπως τότε?
Που και που τη θυμάμαι. Που και που χαζεύω τα τρένα στο σταθμό, δίχως να θέλω ξανά να μπω μονάχος.
Έκλεισαν όλες οι πληγές και δε νομίζω ότι θ' ανοίξουν νέες ποτέ. Παραιτήθηκα και μ' αρέσει. Δε φοβάμαι τίποτε πια, γιατί δεν προσπαθώ για τίποτε πια. Κι έτσι γουστάρω. Πηγαίνω στο μαγαζί, τα λέω και φεύγω. Δε με νοιάζει αν πληρωθώ. Δε με νοιάζει αν δε με χειροκροτήσει κανένας. Δε με νοιάζει αν θα φύγω. Δε με νοιάζει που σύντομα θα φύγω.
Κουνάω το κεφάλι σα χαζός καθώς γραντζουνάω την κιθάρα. Τραγουδάω φάλτσα επίτηδες κάπου κάπου. Και το γουστάρω! Γκαρίζω μέρα μεσημέρι, τους σπάω τα νεύρα το σπίτι.
Ακούω ειδήσεις και σπάω την τηλεόραση. Δε ζω σε κανένα κράτος. Οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε συνείδηση και πρώτα απ' όλους εγώ ο ίδιος. Η αναισθησία μ' αγαπάει απόψε. Ίσως να συνεχίσει και αύριο.
Ερωτεύθηκα τη Μποφίλιου χθες βράδυ. Με αηδίασε ο Μικρούτσικος. Βαρέθηκα το επιτηδευμένο χιούμορ κάθε Λάκη. Κουράστηκα από τη βλακεία των ανθρώπων. Και πρώτα απ' όλα απ' τη δική μου. Σιχάθηκα που κανείς δεν τονίζει τα προτερήματα του άλλου.
Τα χέρια μου τρέμουν. Μεγάλη Παρασκευή αμάρτησα! Μα δεν ντρέπομαι. Κι αν τον φοβάμαι είναι γιατί έτσι μ' έμαθαν. Ένα πλάσμα ανώτερο πως να σε πληγώσει? Δεν είναι εκδικητικό. Δεν είναι άνθρωπος για να είναι κακός!
Πήγα προχθές στο καφέ εκείνο. Κάθισα στο ίδιο τραπέζι. Σα να ήταν το λουλούδι εκεί παρατημένο. Από τότε...

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Μια συνηθισμένη μέρα..

Ο δείκτης έχει γείρει προς τα δεξιά. Λίγο μετά τις δώδεκα. Μία είναι ή δύο το πρωί? Το μαγαζί δεν έχει πολύ κόσμο. Οι χορδές καίνε γλυκά τα δάχτυλα. Έχω βραχνιάσει λιγάκι. Είχα καιρό να τραγουδήσω τόσες ώρες. Οι κιθάρες ντύνονται με δέρμα. "Αντίο", "Καληνύχτα" και "Τα λέμε αύριο" οι φράσεις τούτης της ώρας. Σβήνουν τα φώτα. Το πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί στενό. Ακουμπάω την κιθάρα στο πλατύσκαλο και κάθομαι στο υγρό σκαλοπάτι. Ανάβω ένα τσιγάρο. Τόσο βιαστικά! Το σβήνω πριν το βάλω στο στόμα μου. Έχω πάψει να απολαμβάνω τη ζωή, τα μικρά μυστικά της, εδώ και καιρό. Τσιγάρο δεν έχω βάλει ποτέ στο στόμα μου. Σε όλους ακούγεται περίεργο! Ίσως αγαπώ καταβάθος τον ευατό μου και δε θέλω να του κάνω τέτοιο κακό. Δε μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά, αλλά ούτε κι αυτή η εκδοχή με πείθει. Ένα ζευγαράκι περπατά χέρι-χέρι, η κοπελιά καθώς περνάει από μπροστά μου σκοντάφτει στην άκρη ενός καλωδίου που είχε απλωθεί κατά μεσής του πεζοδρομίου. Είχε ξεγλιστρήσει αθόρυβα από την τσάντα μου, δεν το είχα προσέξει. Η κοπελιά μουρμούρμισε κάτι καθώς απομακρυνόταν, ενώ ο δικός της με αγριοκοίταξε. Τους κοίταξα με τη σειρά μου και ίσως να ζήτησα συγγνώμη με τα μάτια. Ίσως να το κατάλαβαν...
Έγειρα με τα μάτια κλειστά. Ζήλευα πάντοτε φίλους κι εχθρούς που δεν έχουν περίεργα κολλήματα. Ήθελα να πάψω να σκέφτομαι για μια στιγμή! Να πάψω να ενδιαφέρομαι και να ενδιαφέρονται για μένα! Έστω για λίγο. Το κινητό στη δόνηση, κάτι αισθάνομαι στην κωλότσεπη. Κοιτάζω την οθόνη. "Έρωτας..." Πόσο χαζός μπορεί να είμαι? Πόσο επιφανειακός? Πόσο μπορεί να με συνεπάρει η μάζα ώρες ώρες? Γιατί την έχω αποθηκεύσει σαν "έρωτας"? Γιατί απλά δεν την αποθήκευσα σα "γκόμενα"? Ή απλά σαν "πάθος"? Ή ακόμη καλύτερα σα "σωματικό πάθος"? Γιατί με παιδεύουν τόσο πολύ οι λέξεις τέτοιες ώρες? Γιατί δε μπορώ να απολαύσω τη στιγμή? Γιατί δε μπορώ να χαλαρώσω έτσι απλά? Τελικά το σήκωσα...
-"Ναι. Νίκο, τελειώσατε?"
-"Σχεδόν."
-"Τι θα πει σχεδόν?"
-"Τελειώσαμε."
-"Έρχεσαι?"
-"Δεν ξέρω."
-"Τι σημαίνει αυτό? Δε θέλεις να έρθεις?"
-"Στ' αλήθεια δεν ξέρω."
-"Καλά. Όταν μάθεις πάρε με."
Γιατί είμαι τόσο άχαρος? Και τι φταίει κι αυτή που δεν είμαι καλά σήμερα? Και τι φταίει κι αυτή που ποτέ δεν είμαι καλά?
Αναρωτιέμαι συνεχώς! Δε μπορώ να συνάψω μια φυσιολογική σχέση. Κι όταν τελικά καταφέρνω και βρίσκω έναν άνθρωπο να ανέχεται όλα τα αρνητικά μου, αυτά διογκώνονται, τον πνίγουν και μένω πάλι μόνος. Και τώρα που δεν είμαι μόνος, θέλω να μείνω μόνος!
Πως να εξηγήσεις ό,τι αισθάνεσαι? Πως να δώσεις στον άλλο να καταλάβει ότι δε φταίει εκείνος που είσαι χάλια? Είναι το μέσα σου. Και πως να δείξεις στον άλλο το μέσα σου?
Όταν πάω σπίτι δε θα μου μιλάει. Θα κάνει πως κοιμάται και θα με κλωτσάει δήθεν στον ύπνο της. Δε με πειράζει. Ίσως καταβάθος να γνωρίζω ότι μου αξίζει τέτοια συμπεριφορά!
Τώρα τελευταία επέστρεψαν. Είχαν καιρό να εμφανιστούν. Η οικονομική κρίση μ' έχει αγγίξει, αλλά δεν το σκέφτομαι, δε με πειράζει. Η σχέση μου πάει κατά διαόλου, μα δε με νοιάζει. Πέρασε η ώρα και πρέπει να επιστρέψω. Εκείνα το έκαναν. Πάλι δακρυσμένος θα γυρίσω. Κι αν τελικά δεν το παίζει κοιμισμένη και με ρωτήσει τι έγινε, τι να προσπαθήσω να εξηγήσω!
Δεν την καταλαβαίνω τη ζωή και σίγουρα ούτε εκείνη με κατανοεί! Ίσως πρώτα περάσω απ' το σταθμό. Άραγες περνάνε τρένα τέτοιαν ώρα? Ίσως απόψε τελικά βρω το κουράγιο να πηδήξω. Μονάχα την κιθάρα μου λυπάμαι. Σίγουρα δε θα την αγαπήσει άλλος περισσότερο. Σιγά μη βρω το θάρρος και σήμερα. Πάλι σπίτι θα γυρίσω. Πάλι μόνος θα είμαι. Μαζί της...

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Άρρωστη εικόνα..

Ξημέρωσε. Ο κόσμος χαμογελά. Αισχρά. Όπως συνηθίζει να κάνει τώρα τελευταία. Πάντοτε λυπόμουν για το μονοπάτι που έχει πάρει τούτη η πλάση. Είναι σκοτεινό. Τόσο σκοτεινό που φοβάμαι ακόμη κι εγώ. Εγώ που έχω γεννηθεί στο σκοτάδι, που ζω στο σκοτάδι, που αναπνέω σκοτάδι, που νιώθω ελεύθερος στο σκοτάδι. Ένας μικρούλης προβολέας φωτίζει το μονοπάτι της ζωής μας και τα κουρασμένα μυαλά μας το κάνουν να φαντάζει ήλιος. Δε χάσαμε ακόμη το νόημα, αλλά η κλωστή από την οποία κρατιόμαστε για να μη συνηθίσουμε στη λέρα τους είναι τόσο μικρή και διάφανη που αγωνιούμε καμιά φορά να σταθούμε όρθιοι προσπαθώντας να την κρατήσουμε γερά.
Ξημέρωσε. Πέθανε κάθε αθώα ψυχή απόψε. Μεγαλώσαμε στην επαρχία και κάναμε ν' αγγίξουμε γυναίκα στα 19. Πρόβλημα? Συναίσθημα? Παραμύθι? Και τώρα... όλα στο πιάτο. Η εμπιστοσύνη λάσπη κάτω από τα γυμνά μας πόδια. Μαθαίνεις να πατάς γερά στα άσχημά της. Η αγάπη σαν την προσευχή. Ανύπαρκτες. Μονάχα όταν μάθεις ότι πεθαίνεις θυμάσαι ότι ίσως υπάρχει και κάποιος δημιουργός. Γιατί δεν τρομάζω μόνο εγώ! Ξέρω δυο τρεις ψυχές ακόμα που το παθαίνουν.
Ξημέρωσε. Αλλά η μοναξιά δεν τελείωσε. Κι όλες οι απαγορεύσεις και οι συμβουλές να πετάξουμε καθετί που μας πληγώνει μακριά, δεν πιάνουν εύκολα τόπο. Άλλωστε οι ιδεολογίες δε φτιάχτηκαν για να περπατούν σε κόκκινα χαλιά. Έμαθαν να κοιμούνται σε παγκάκια μοναξιάς και να πίνουν σαν κρασί το ρομαντισμό κάθε που νυχτώνει.
Όλα είναι αναγκαία, λένε. Όλα είναι της στιγμής!Μα... όταν έχεις άποψη ζωής επηρεάζεσαι? Η στιγμή δεν ανήκει μέσα στη ζωή? Μάθαμε ένα ποιηματάκι για να δικαιολογούμε την πτώση μας κάθε τόσο. Όσοι άγγελοι και να πέσουν ακόμη στη γη, δε θα καταφέρουν να μας φυτέψουν φτερά στην πλάτη. Είμαστε μια άναδρη φυλή της στιγμής. Η απόλαυση πρώτο μας μέλημα. Και τελευταίο. Κάτι με φαγουρίζει εδώ και μέρες στην πλάτη. Δε μπορεί, κανένα σπυρί θα είναι. Δε μπορεί...
Όσο πιο πολύ κοιτάζεις τον άλλο μες στα μάτια, τόσο από την ψυχή του θα κλέβεις. Κι ο καθρέφτης το ίδιο κάνει. Γι' αυτό με το πέρασμα του χρόνου σε φοβίζει.
Ξημέρωσε κι αρρώστησε κάθε πλάσμα που αναπνέει. Μία μέρα ένα κρεβάτι. Μία κάμερα. Ένα "Επιτέλους! Τόσο καιρό το περιμέναμε!".
"Και να που έχει ταλέντο το κορίτσι!"
Της αξίζει μία θέση στην καρδιά μας. Και στα όνειρά μας.
Τα όμορφα ν' αναγνωρίζονται!
Άλλωστε όλη η ζωή μας ένα μονοπάτι δεν είναι? Γιατί να μην την κάνουμε κρεβάτι?
Κλείσε τα μάτια και σκέψου τη. Άραξε και κοιμήσου.
Εγώ για λίγο έξω θα βγω, μου έλειψε το φεγγάρι.
Γελάς μαλάκα, γελάς. Δεν σε παρεξηγώ όμως. Κι εγώ το ίδιο κάνω όταν καμιά φορά πιάνω να με σκέφτομαι.
Δε βαριέσαι... Τζούλια είναι, θα περάσει.
Καληνύχτα εικόνα μου.
Καληνύχτα αρρώστεια μου...

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

Τι στοργή!

..Πρέπει μερικοί άνθρωποι να καταλάβουν κάποτε..
..ότι τα παιδιά τους δεν είναι ιδιοκτησία τους..
..δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις μερικούς ανθρώπους..
..δεν υπάρχει ζωή για κάποια παιδιά..

Ο ήλιος έπεφτε. Και πως γυάλιζαν οι δυο της ουρανοί στα μάτια!
Συνήθιζα να ανάβω ένα δυο κεριά για να την περιμένω. Στεκόμουν πίσω από την πόρτα. Κι εκείνη έκανε πάντοτε ότι δεν ήξερε ότι ήμουν εκεί. Πάντοτε ξαφνιαζόταν. Πάντοτε ήταν εκεί πριν σβήσουν τα κεριά. Πάντοτε εκείνη τα έσβηνε. Δεν ήθελε να βλέπει τα κορμιά μας να ενώνονται. Δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε ερωτευθεί. Ήθελε να μείνει κρυφή η αγάπη. Κάθε φορά γνωριζόμασταν από την αρχή. Κάθε νύχτα γεννιόμουν διαφορετικός. Κοντά της..
Καμιά φορά δάκρυζε..
-"Πόνεσες?"
, ψιθύριζα τρομαγμένος.
-"Ο κόσμος με πονά", απαντούσε κάθε φορά. Και κάθε φορά την παρηγορούσα. Κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο. Κάθε φορά τη φιλούσα στο μέτωπο. Κάθε φορά άναβα τα κεριά για να τα σβήσει αμέσως εκείνη. Τα άναβα ξανά. Τα έσβηνε βιαστικά. Χαμογελούσε. Κι αυτό μου έφτανε..
...
Ο ήλιος έπεφτε. Και πως έτρεχαν όλες οι θάλασσες από τα δυο της μάτια!
Συνήθιζα να ανάβω ένα δυο κεριά για να την περιμένω. Στεκόμουν πίσω από την πόρτα. Άνοιξε η πόρτα μα εκείνη δεν μπήκε. Ήταν ο άνεμος. Ο άνεμος πάντοτε μου μιλούσε για κείνη. Πάντοτε μιλούσα εγώ στον άνεμο για κείνη. Μου παραπονέθηκε για τον κόσμο που την άφηνε μόνη. Για τα κεριά που έσβηνε λίγο πριν σβήσει εκείνη μέσα μου μ΄ένα ακόμη βογκητό. Για το φόβο της. Για τους φόβους της. Μίλησε για μένα. Για το πάθος μου για κείνη. Για την τρέλα που είχα να εξετάζω λεπτομερώς την ψυχή της. Για το πόσο της άρεσε που ήμουν κοντά της. Για το φόβο της μήπως και τρομάξω από την ασχήμια του εσωτερικού κόσμου της. Έτσι νόμιζε. Που να 'ξερε! Τότε μπήκε 'κει κείνη..
-"Δεν είμαι καλά", ψέλλισε.
-"Το ξέρω", απάντησα.
-"Πως το ξέρεις? Πάλι μίλησες με τον αγέρα?"
-"Με κοροιδεύεις?"
-"Αυτό πιστεύεις?"
-"Τότε?"
-"Δεν αντέχω άλλο. Φεύγω."
-"Που θα πας?"
-"Ζωγράφισα σε ένα χαρτί το δρόμο μου. Αν γνωρίζεις το μονοπάτι, έλα!"
-"Παίζεις με τον πόνο μου!"
-"Όχι. Εσύ δεν κατάλαβες ποτέ το δικό μου!"
-"Μα.. μα.. τι θέλεις να πεις?"
-"Σ' ευχαριστώ."
-"Τι θέλεις να πεις? Σε παρακαλώ, πες μου!"
-"Σ' ευχαριστώ για την αγάπη σου.."
-"Πες μου, σε παρακαλώ!"
-"Για το κουράγιο σου.."
-"Μην εγκαταλείπεις τώρα!"
-"Πάντοτε ένιωθα περήφανη που βαδίζαμε παρέα. Σε θαυμάζω."
-"Σε παρακαλώ, σκέψου και μένα. Μην απογοητεύεσαι!"
-"Κάθε φορά που σε άγγιζα.. Κάθε φορά.."
Σταμάτησε και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Πάντοτε ένιωθα ανίκανος να βοηθήσω. Δεν εμπιστευόταν ποτέ κανένα. Αλλά πίστευα ότι θ' αλλάξει. Μια φορά. Τόσα της έχω δώσει. Μια φορά για μένα..
-"Κουράστηκα με τα λόγια. Τόσα έχω κάνει για σένα. Αν δε σε έπεισα μέχρι σήμερα, πως να το κάνω τώρα, σε μια στιγμή?"
-"Δε φταις εσύ!"
-"Ως συνήθως. Όποιος δεν ευθύνεται, αυτός και την πληρώνει!"
-"Σε παρακαλώ! Κατάλαβέ με κι ας μη σου έχω πει τίποτε. Ξέρω ότι μπορείς να το κάνεις!"
-"Τι έχεις κορίτσι μου? Για το θεό? Πονάω για σένα! Το ξέρεις!"
-"Πάντοτε σε θαύμαζα για την ακεραιότητά σου. Για τις πληγές που σε γέμισαν από παιδί μικρό, κι όμως με τόση υπομονή κατάφερες και έκλεισες. Εγώ όμως..? Δεν είμαστε το ίδιο. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Και ξέρω ότι δεν θα τα καταφέρω και ποτέ!"
Πλησίασα για να την αγκαλιάσω. Τραβήχτηκε. Τα μαλλιά της κάλυπταν το πρόσωπό της. Τα παραμέρισα. Τραβήχτηκε και πάλι.
-"Είσαι καλά?", τη ρώτησα γι' άλλη μια φορά.
-"Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω τόση ώρα?"
-"Θέλεις να καθίσεις εδώ? Κι αν σε θαμπώνει το λιγοστό φως των κεριών, θα τα σβήσω." -"Ναι, σε παρακαλώ."
-"Δείξε μου το πρόσωπό σου. Γιατί κρύβεσαι κάθε τόσο? Με φοβάσαι?"
-"Εσένα..? Όχι.."
-"Τότε?"
-"Σε παρακαλώ, μη με ρωτάς."
-"Θέλεις να χαζέψουμε το φεγγάρι για λίγο? Καμιά φορά μου μιλά κι αυτό με λόγια όμορφα. Καμιά φορά, μάλιστα, σε βλέπω μέσα του."
Χαμογέλασε.
-"Επίσης, θαυμάζω τον τρόπο σου. Το ρομαντισμό σου που δε χάνεται ούτε στις μεγαλύτερες δυσκολίες."
Πλησίασα να την αγγίξω. Τραβήχτηκε ξανά. Το φεγγάρι φώτισε την άκρη του λαιμού της. Ένα σημάδι.
-"Τι είναι αυτό?", έκανα να παραμερίσω τα μαλλιά της. Τραβήχτηκε άξαφνα πέρα, παραπάτησε κι έπεσε χάμω.
-"Κορίτσι μου, συγγνώμη.." Τώρα κυλιόταν ολόκληρη στο φως του φεγγαριού που έμπαινε ορμητικά από το ανοιχτό παράθυρο. Το πρόσωπό της! Ω, θεέ μου! "Ποιος.. ποιος σου το έκανε αυτό?" Έφερε τα χέρια της γύρω από τα πόδια της. Κουλουριάστηκε στο πάτωμα. "Σε παρακαλώ, πες μου. Ποιος σου το έκανε αυτό?"
-"Δεν αξίζω να 'μαι δίπλα σου."
Σηκώθηκε και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Έτρεξα πίσω της. Η κουρτίνα του παραθύρου της κουζίνας ήταν ανοιχτή. Οι αχτίνες του φεγγαριού γυάλιζαν στο μέταλλο που κρατούσε στο χέρι.
-"Ω.. κορίτσι μου.. δεν είναι αστεία αυτά. Σε παρακαλώ, άσε κάτω το μαχαίρι!"
-"Σε πρόδωσα, συγχώρα με."
-"Όχιιιιιι..", έφυγε άφωνο από τα χείλη μου.
Πότε έφθασα κοντά της! Τα χέρια μου πλημμύρισαν κόκκινα καθώς τη σήκωσα από το πάτωμα. Είχε λιποθυμήσει πριν προλάβει να δοκιμάσει το κρύο μέταλλο στα στήθη της. Καθώς έπεσε μονάχα, σχίστηκε λίγο στα πλάγια της. Άρχισε να συνέρχεται.
-"Κορίτσι μου, τι έκανες? Τι ήταν αυτό?"
-"Το σκότωσα?"
-"Ποιο να σκοτώσεις αγάπη μου? Τι συμβαίνει?"
-"Αυτό που έχω στην κοιλιά μου.."
Το αίμα μου πάγωσε καθώς έδενε με το δικό της που έτρεχε από την πληγή. Άκουσα καλά?
-"Τι.. τι εννοείς? Περιμένεις παιδί? Μα.. π.. πως? Γιατί..?"
Οι λέξεις μπερδεύονταν. Ο κόσμος γύριζε γύρω μου. Ο χρόνος σταμάτησε για λίγο να κυλά.
-"Ξέρεις πως είναι να μη σε σέβονται?"
-"Ξέρω κορίτσι μου. Γνωρίζεις τι έχω περάσει.."
-"Είσαι σίγουρος ότι είναι το ίδιο? Με γέννησε. Με μεγάλωσε με στοργή. Με πολύ στοργή. Με τόσο πολύ στοργή που καμιά φορά ξεπερνούσε και τη δική σου."
-"Τι.. τι λες τώρα?"
-"Για να μου αγοράσει παιχνίδι ήθελε αντάλλαγμα ένα δικό μου παιχνίδι. Ήθελε να μου μάθει πως είναι το σωστό, έλεγε, μην τυχόν και πληγωθώ αργότερα από κάποιον άλλο."
-"Ω, θεέ μου, δε μπορεί να είναι αυτό. Δε μπορεί. Κορίτσι μου.."
-"Μ΄έμαθε να σέβομαι τους άνδρες. Και τα κατάφερνα όπως με βεβαίωνε ο ίδιος. Έλεγε ότι τα κατάφερνα πάρα πολύ καλά μάλιστα."
-"Δεν το πιστεύω.."
-"Θυμάσαι την πρώτη φορά που με έκανες δική σου? Τότε που παραξενεύτηκες πως ήξερα όλα αυτά τα κόλπα, από τη στιγμή, που όπως σου είχα πει, είχα πάει μόνο με έναν άνδρα πριν από σένα."
-"Αγάπη μου.."
-"Αυτός μου τα 'μαθε όλα. Μα δεν τον μίσησα ποτέ. Ξέρεις γιατί? Γιατί είχα εσένα. Μέχρι τότε με είχε πείσει ότι μονάχα εκείνος θα μου προσέφερε αληθινή στοργή, κανείς άλλος δε θα μπορούσε. Κι όμως αγόρι μου, όταν σε γνώρισα, όταν σε έζησα, κατάλαβα τι σημαίνει να σε αγαπούν. Να σε ποθούν φυσιολογικά, όχι βρώμικα. Κατάλαβα τι σημαίνει πραγματική στοργή. Πραγματική έγνοια."
-"Τα κεριά? Για τις πληγές?"
-"Καμιά φορά, τώρα τελευταία ειδικά, αρνιόμουν. Και κείνος με χτυπούσε. Μια φορά μάλιστα, που προσπάθησα να του ξεφύγω, ξέρεις, για να με τιμωρήσει, μου έδειξε τι θα πει αληθινός πόνος. Καταλαβαίνεις? Δεν είμαι αγνή πια. Από πουθενά. Δεν είμαι άνθρωπος εγώ.." Δεν υπήρχαν δάκρυα. Δεν υπήρχε πόνος. Υπήρχε κόλαση. Στα μάτια της. Στα δικά μου. Με κρατούσε τόσο σφιχτά στα χέρια της! "Ποτέ δεν ήθελα να μοιράζεσαι το κορμί μου με κάποιον άλλο. Συ δε μου έλεγες ότι είναι ο ναός της ψυχής μου? Και κάθε φορά που ερχόμουν σε σένα να σκέφτομαι ότι λίγο πριν σε είχα προδώσει!"
-"Δε φταις εσύ καρδιά μου. Το ξέρεις! Είναι αρρωστημένο. Είναι.. είναι.. σε παρακαλώ.. άσε με να κάνω κάτι γι' αυτό."
-"Ο κόσμος είναι άσχημος. Πολύ.."
-"Ο κόσμος είναι όμορφος κορίτσι μου. Πολύ όμορφος. Δεν έχω τη δύναμη να σε κάνω να ξεχάσεις. Δεν είναι εφικτό. Θα φύγεις. Θα φύγουμε."
-"Σε παρακαλώ. Σκέψου το. Δε θα έπαιρνες ποτέ μια πουτάνα στο σπίτι σου. Τόσο καιρό το κάνεις εν αγνοία σου!"
-"Αχ, κορίτσι μου, μη λες τέτοια λόγια.."
Το βλέμμα θολό. Το μυαλό θολωμένο. Τι μπορώ να της πω! Τι μπορώ να κάνω! Δεν αξίζει καν να γράψω για όλο αυτό..
...
Τα χρόνια κύλησαν. Εκείνη γέννησε τον αδελφό της. Την επομένη κιόλας το πρωί πήγα και τον άφησα έξω από τα σκαλιά του σπιτιού των γονιών της. Χτύπησα το κουδούνι. Άνοιξε η μητέρα της. Κατάλαβε. Το πήρε μέσα. Έκλεισε την πόρτα βιαστικά.
...
Τα χρόνια κύλησαν. Εγώ κι εκείνη ζούμε ευτυχισμένοι. Ζούμε έξω από την πόλη, στην ύπαιθρο. Έχει λιγότερους ανθρώπους εδώ και φοβάται λιγότερο η αγαπημένη μου.
Τώρα πια γινόμαστε ένα τα βράδυα δίχως να σβήνουμε τα δυο κεριά.
Κι η τελευταία κουβέντα της χθες, πριν αποκοιμηθεί στην αγκαλιά μου, ήταν.. "θα γίνεις ένας πολύ στοργικός πατέρας.."

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Κόμπος ήτανε..

Ξυπνάω κάθε πρωί με όρεξη ανέλπιστη.
Ακόμη κι αν το βράδυ κύλησε δακρυσμένο.
Ξυπνάω μ' έναν κόμπο στο λαιμό.
Ίσως να είναι η χαρά μου.
Ίσως να έρθεις.
...
Δεν περιμένω κάποια συγκεκριμένη (μοναξιά).
Δεν περιμένω εσένα.
Δεν περιμένω τη ζωή.
Αν ήταν μέχρι σήμερα θα είχε φανεί.
Περιμένω να καταλάβω αν ο κόμπος ετούτος είναι η χαρά ή η γραβάτα που μου φορά με το ζόρι η ζωή.
Μεγάλωσα ξαφνικά.
...
Κι αν φανείς, είμαι σίγουρος ότι δεν θα ξέρω πως να σε χαιρετίσω.
Πως να σε πιάσω απ' το χέρι και να σε παρηγορήσω.
Πως στης ψυχής μου τα άδυτα να σε ξεναγήσω.
Πως μετά να σε αποχαιρετίσω.
Μ' έπιασε πάλι και γράφω συλλαβιστά.
Ταιριάζουν οι λέξεις, αφού ποτέ δεν ταίριαξαν οι έρωτες.
Κοίτα πόσο γελοίος μοιάζω με τη γραβάτα τυλιγμένη γύρω απ' το λαιμό μου.
Κι αν ανοιγοκλείσεις τα μάτια βιαστικά, μοιάζει με χαρά.
...
Γιατί γράφω πάλι κατηφορικά, κανείς δεν ξέρει.
Μα τι σημασία έχει!..
Απόλαυση δεν είναι να ζητάς όλη μέρα.
Απόλαυση είναι να προσφέρεις μια ζωή.
Όταν χάσεις αυτό που αγαπάς.
Όταν δε σου μιλάει πια.
Όταν ξέρεις ότι δε θα είστε όπως παλιά.
Όταν σου σταματά η έμπνευση.
Όταν δε μπορείς να γράψεις, και παρόλη την κρεμασμένη χαρά σου απ' λαιμό, θέλεις να πάρεις φόρα και να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο.
Κι όταν το κάνεις, το καρούμπαλο μαρτυρά ότι μεγάλωσες.
Και παρόλο που μεγάλωσες δε μπορείς να κατευνάσεις ούτε τα συναισθήματά σου.
Και παρόλο που μεγάλωσες δεν έμαθες ποτέ να αγαπάς.
Κοίτα με και θα καταλάβεις...
...
Δεν έχει σημασία τι θα πω.
Δεν έχει σημασία ποιος θα περάσει από 'δω.
Σημασία έχει τι θ' αφήσει πίσω του όταν φύγει.
Σημασία έχει τι κράτησε απ' όλο αυτό.
Αν τον βοήθησε ή όχι.
Μια στιγμή ζητάει η ζωή.
Μια στιγμή ν' ανταμειφθεί.
Δίχως αντάλλαγμα.
Θα σε τυλίξουν οι ουρανοί και θα πιστέψεις σε αερικά και δαίμονες.
Αρκεί να τη συναντήσεις, όπως ευλογημένος ήμουνα εγώ.
Κι ας την έχασα.
Έμαθα να πιστεύω!
...
Κάνε στην άκρη, περνάω.
Μη μ' ακολουθείς.
Με πλήγωσες και φεύγω.
Σ' αγάπησα μα εσύ τίποτε.
Λέξεις και φράσεις.
Λόγια και λόγια.
Γεννήθηκαν και χάθηκαν.
Αυθόρμητα ειπώθηκαν και δάκρυσαν όταν κατάλαβαν ότι δεν τα εννοούσαν.
Μεγάλωσα μα δε σταμάτησα ποτέ να διαβάζω παραμύθια.
...
Πάντα έψαχνα τον τρόπο για να νιώσω...
...άνθρωπος.
..άγγελος.
...θεός.
...ευτυχισμένος.
Σφίγγει η θηλιά καμιά φορά, ακόμη κι απ' τη χαρά.
...
Συγχώρα με που κρατάω πάντα την πένα.
Στα δύσκολα δεν υπάρχει προσευχή.
Τα λύνει όλα μία νότα.
Μιαν ανάσα.
Μια χορδή.
(Τι σου λέω τώρα...)
Ξέχνα με...
...
Κι αν τίποτε δεν αποκόμισες απόψε από 'δω, απλά γύρισε σελίδα.
Σημασία έχει ότι πέρασες.
Μεγάλωσα.
Αλλά ακόμη περιμένω.
Τη χαρά.
Στάλα στάλα θα στην προσφέρω όταν καταλάβω ότι θα έρθει.
Μέχρι τότε θα τυραννώ κάποιον τυχαίο περαστικό.
Καληνύχτα κι απόψε χαρά μου..

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Μείνε πλάι μου..

Έρχεται μία μέρα που δικαιώνεσαι. Έρχεται μία μέρα που ο ήλιος λάμπει διαφορετικός. Όλοι τον χαζεύουν μα δε βλέπουν διαφορά. Μονάχα εσύ ξέρεις. Εσύ ξέρεις πάντα πιο καλά.
Έσπασε η πόρτα και χύθηκε μέσα σου το φως. Ότι έζησες περνά μπροστά από τα μάτια σου σα χείμαρρος. Αναμνήσεις, σκέψεις χρόνιες και υποθέσεις που βγαίνουν αληθινές ή αντίστοιχα αποδεικνύουν ότι τόσα χρόνια απλώς κουνιόσουν στο ρυθμό τους.
Φίλοι που δεν ξέρουν πως να είναι φίλοι! Γονείς που δε μάθανε ποτέ πως να διαπαιδαγωγίσουν το σπέρμα τους! Κι εσύ μια σκιά μέσα στον κόσμο τους. Τους μιλάς και δε σε ακούνε. Γιατί να έχεις δίκιο εσύ? Ποιος είσαι ρε μεγάλε για να είσαι εσύ ο σωστός? Πως να πετάξουν τόσα χρόνια εμπειρίας άσκοπα και να ακούσουν έναν πιτσιρικά με μακριά μαλλιά και σκουλαρίκια στα αυτιά?
Μεγάλωσα σ' αυτή την κωλοκοινωνία, με έθρεψε αυτή η μαλακία, με θέριεψε, αλλά ευχαριστώ δεν άκουσε ποτέ από τα χείλη μου. Η κοινωνία είναι οι άνθρωποι. Αυτοί που σε μεγαλώνουν με παραμύθια, αλλά το μόνο παραμύθι στην πραγματικότητα είναι ότι νομίζουν ότι μεγάλωσαν. Δε μεγαλώνεις άνθρωπε αν δεν ξέρεις ν΄αγαπάς, να πονάς, αληθινά να χαμογελάς. Και να θλίβεσαι για τον ευατό σου. Να ζεις αληθινά..
Πέθανε μικρή η μεγάλη μου αγάπη. Σταμάτησα αρκετά μεγάλος να μετρώ το κάθε μου δάκρυ. Μα έτσι έμαθα. Έτσι μεγάλωσα. Διάβασα. Κατάλαβα.
Δε μιλούσα ποτέ. Ποτέ κανείς δε με άκουγε. Έπλασα έναν ασυνήθιστο ευατό. Έναν περίεργο ευατό. Ένα λάθος ευατό. Κι όταν τελικά, έπειτα από χρόνια πολλά, αποφάσισα να μιλήσω γι' αυτό τον ευατό, βγήκαν και μου είπαν να μη μιλώ γιατί έτσι δεν είμαι μόνο εγώ. Και τι με νοιάζει ρε? Ας βγουν κι οι άλλοι να μιλήσουν για το κακό που τους κάνει το περιβάλλον τους! Γιατί δεν το κάνουν? Γιατί δεν τολμούν? Τι φοβούνται? Ίσως τον ίδιο τους τον ευατό?! Όχι αδερφέ, εγώ μεγάλωσα κι ας μη θέλουν να το παραδεχθούν. Συμβιβάστηκα με το λάθος μου, με το αλλόκοτό μου. Και το αγαπώ τελικά. Κι ας μη μ΄ακούει κανείς. Θάρρος παίρνω από αυτό. Καταλαβαίνεις ή με θεωρείς τρελό?
Και τι δεν άκουσα. Ότι ψάχνω τόμους λεξικά, ότι αντιγράφω μνήμες και τις ανατυπώνω με το δικό μου τρόπο. Ότι είμαι ψεύτικος, ότι πονάω στ' αλήθεια καρδιές, ότι είμαι σκούρος για να με διαβάσουν. Χα, μήπως να κοιτάξετε καλύτερα τη ζωή? Είναι πιο όμορφη από τις λέξεις μου? Σίγουρα εκείνη δεν είναι πιο μαύρη από μένα? Στο χαρτί αποτυπώνονται απωθημένα, κόμπλεξ κι αδυναμίες. Όλα εκτεθειμμένα. Πάρτα και κάνε τα ότι θες. Στ' αλήθεια ποιος νοιάζεται! Η αλήθεια πάντοτε λάμπει στα βαθιά. Γι' αυτό πάντοτε θ' ανοίγω τα βάθεια μου και θα πεθαίνω κάθε μέρα απ' τη χολή ορισμένων. Μα θα γεννιέμαι την επομένη δυνατότερος. Το τίμημα του πείσματος και της ελευθερίας..
Βλέπεις γεννήθηκα στην επαρχία, γιατί αν ήμουν σε μεγάλη πόλη θα ήμουν σίγουρα πρεζάκι. Έτσι δε μου είπες? Ε, με τόσα ψυχολογικά! Ε, ίσως. Δεν τ' αρνήθηκα. Αυτό είναι το πρόβλημα τελικά . Ότι δεν αρνούμαι ποτέ τίποτε. Ποτέ δε μπορείς να γνωρίζεις κάτι που δεν έχεις ζήσει. Ίσως. Μα κι αν ήμουν τι...? Και που δεν είμαι δηλαδή, τι...? Τώρα είμαι εδώ κι ο ήλιος λάμπει. Σ' έναν πανέμορφο σκοτεινό ουρανό..
Με βλέπουν μ' ένα ποτήρι κρασί στα χείλη και με φωνάζουν αλκοόλα.
Με βλέπουν να ταξιδεύω σ' έναν υπέροχο ουρανό και με φωνάζουνε μαστούρι.
Με πιάνουν να γράφω μαύρα και με φωνάζουν καταθλιπτικό.
Με ξυπνούν αργά το μεσημέρι και με φωνάζουνε τεμπέλη.
Με ακούν να παίζω στην κιθάρα μια μελωδία και με φωνάζουνε δημιουργικό.
Κανείς δεν ψάχνει. Δεν κυνηγά. Δεν περιμένει. Κανείς δεν ΑΚΟΥΕΙ! Μονάχα συμπεραίνει. Κανείς δε ζει πραγματικά..
Αναρωτήθηκε κανείς γιατί μερικοί άνθρωποι είναι ξεχωριστοί? Γιατί είναι περίεργοι?
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί έγιναν έτσι? Γιατί έγιναν, δε γεννήθηκαν έτσι. Κάποιος τους έκανε. Όλοι αυτοί που τώρα τους δείχνουν με το δάχτυλο. Κανείς δε ζει..
Κι ήρθες τώρα εσύ..

Μαζί θα ζωγραφίσουμε ξανά τον κόσμο. Απ' την αρχή.
Δεν έχεις μορφή. Ποτέ δε θα σου δώσω μορφή. Ν' αποδείξω επιτέλους σε όλους ότι ο έρωτας δεν έχει κορμί.
Μείνε πλάι μου..
Βγες απ' την οθόνη. Πως να σου χαμογελάσω από εκεί? Πως να σου πω το σ' αγαπώ και να το νιώσεις?
Χάθηκε η ουσία από τότε που βγήκε η ψηφιακή μηχανή. Χάθηκε η αλήθεια από τότε που ο καθένας μας παύει να ρωτάει το "γιατί"..
Χάνεται ο έρωτας όταν η ζήλια γίνεται κεντρί. Χάνεται η αγάπη όταν δεν αγαπάς τον ευατό σου, τη ζωή.
Μείνε πλάι μου..
Φοβίζουν τα συναισθήματα. Κάποιοι δεν τ' αντέχουν. Μακριά φεύγουν.
Ζηλεύουν την επιτυχία μας, τον έρωτά μας, την όμορφή μας την καρδιά.
Μια ματιά φτιάχνει τον κόσμο, δυο ματιές φτιάχνουν ουρανό.
Ένα χέρι ακουμπά την αλήθεια, δύο χέρια χαιδεύουν όλη την πλάση.
Είναι όμορφο να τραγουδάς.
Για το δίκιο σου μέχρι τέλους να πολεμάς.
Να σε κοροιδεύουν γι' αυτό που αγαπάς.
Κι όμως εσύ ν' αντέχεις, να συνηθίσεις να μην πονάς.
Αυτή είναι η ζωή.
Αυτή είναι η αλήθεια.
Η δική μου αλήθεια.
Ξέρω, είναι λάθος.
Μα το θεώρησα καλό να την ακούσεις.
Κράτα τη δική σου γερά.
Εις το επανιδείν..

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Μελωδία που ξεχνά..

Ο αγέρας άγγιζε απαλά το πρόσωπό της. Δεν έβαζε χρώμα στα χείλη της. Καθόλου μαύρο γύρω από το πράσινο των ματιών της. Την κοιτούσα αποκαμωμένος για ώρα, μέχρι που χάθηκε πίσω από τις κουρτίνες της σκηνής. Θα τραγουδούσε. Μαζί μας. Εγώ θα έπαιζα κιθάρα. Και θα τραγουδούσα. Μαζί της. Ήταν η πρώτη φορά. Η πρώτη πρόβα. Το παιδί που παίζει πλήκτρα με σκούντησε: "Την είδες ρε?" Δεν απάντησα. Χάθηκα. Ταξίδεψα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έκανα τόσα χιλιόμετρα. Mονάχα με το μυαλό. Πήγα στο φεγγάρι και γύρισα.
Μπήκε η καθηγήτρια στην αίθουσα. "Πάρτε θέσεις", φώναξε. Όλοι σηκώθηκαν. Έμεινα πίσω. Ο πληκτράς με τράβηξε απ’ το μπράτσο: "Έ, για μας λέει." Ανεβήκαμε στη σκηνή.
Τα ντραμς ήτανε τοποθετημένα στο πίσω μέρος της. Λίγο πιο μπροστά και στα πλάγια βρισκόταν το αρμόνιο. Εκεί στεκόταν η Αγγελική και χάιδευε τα πλήκτρα. Την πλησίασα δειλά. "Ξέρεις να παίζεις?", τη ρώτησα ακόμη πιο δειλά. Σα να κοιτούσε για λίγο στο παρελθόν. "Έπαιζα παλαιότερα", απάντησε κοφτά. Απομακρύνθηκε. Πήγε στο μπροστινό μέρος της σκηνής. Ρύθμισε τη βάση του μικροφώνου ώστε να βρίσκεται στο ύψος της. Άρχισε να σιγοτραγουδά. Όλοι γύρισαν προς το μέρος της. Απλώθηκε σιωπή στην αίθουσα. Ακουγόταν μονάχα η λεπτή φωνή της. Αχ, η φωνή της! Όπως και το όνομά της. Παρέπεμπαν στα σύννεφα!
Η καθηγήτρια πρόσεξε τις ξαφνιασμένες αντιδράσεις μας. Χαμογέλασε. Ο πληκτράς με πλησίασε: "Σα να τραγουδάει άγγελος. Πως θα σταθείς δίπλα της?" Δε μιλούσα. Απολάμβανα τις νότες της μα ταυτόχρονα καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που δέχθηκα να πάρω μέρος στη συναυλία του σχολείου.
Κατέβηκα από τη σκηνή και πλησίασα την καθηγήτρια. "Κυρία, τι ωραία φωνή που έχει αυτή η κοπέλα. Από ποιο σχολείο είναι?" Η καθηγήτρια χαμήλωσε το βλέμμα: "Δεν πηγαίνει σχολείο", μου απάντησε.
-"Έχει τελειώσει? Φαίνεται να είναι στην ηλικία μας."
-"Στην ηλικία σας είναι", απάντησε ήρεμα η καθηγήτρια.
Η Αγγελική χάιδευε το μικρόφωνο με τα χείλη της. Δεν ακουγόταν τίποτε άλλο στην αίθουσα. Όλοι ήταν προσηλωμένοι στις νότες της.
-"Η Αγγελική", συνέχισε η καθηγήτρια, "είναι ένα πολύ έξυπνο κορίτσι. Με ένα χάρισμα, το βλέπεις και μόνος σου. Ή μάλλον... το ακούς!"
-"Σε μαγεύει μονάχα με το τραγούδι της."
-"Δε μπορεί όμως να πάει σχολείο. Δε μπορεί να ζήσει όπως ζείτε εσείς."
-"Γιατί κυρία?"
Σα να ράγισε η καρδιά της. Σα να έτρεξαν τα μάτια της. "Υπάρχουν κάποια πράγματα παιδί μου που δε χωρούν σε λέξεις. Η Αγγελική δεν είναι όπως τα υπόλοιπα κορίτσια που γνωρίζεις."
-"Τι εννοείτε κυρία? Είναι ευαίσθητη?"
-"Η Αγγελική είναι ένα παιδί αυθόρμητο. Αλλά όσο αυθόρμητη είναι, κάτι μέσα της την προστάζει να κλείνεται στον ευατό της. Ξέρω πόσο σου αρέσει. Και επίσης ξέρω πόσο της αρέσεις. Αλλά δε διαρκεί πολύ."
-"Της αρέσω? Μου αρέσει? Μα τι λέτε κυρία ?"
-"Ο τρόπος που την κοιτάζεις. Προδίδεσαι. Άλλωστε μου έχει μιλήσει. Κι εκείνη αισθάνεται ανάλογα. Τόσα χρόνια που παρίσταται στις εκδηλώσεις μας, κάθε φορά που παίζεις, κάθε φορά μου λέει πόσο της αρέσεις. Βλέπεις, η Αγγελική είναι ανιψιά μου."
Κοκκίνισα. Ντράπηκα. Πισωπάτησα. "Δεν.. δεν το ήξερα κυρία." Χαμήλωσα το βλέμμα. "Γι’ αυτό τώρα τελευταία την έβλεπα τόσο συχνά στο γραφείο σας. Αλλά νόμιζα ότι συζητάτε για τη μέρα της συναυλίας και τις πρόβες."
-"Είσαι πολύ καλό παιδί Νίκο μου. Και μακάρι όλοι οι καθηγητές να μπορούσαν να έχουν με τους μαθητές τους τη σχέση που έχουμε εμείς. Αλλά η Αγγελική..." Δίστασε. "Η Αγγελική ξεχνά..."
Η Αγγελική είχε σχεδόν αγκαλιάσει το μικρόφωνο. Με κλειστά τα μάτια τραγουδούσε το Θεός αν είναι. Τα ντραμς τώρα την ακολουθούσαν. Τα πλήκτρα έπαιζαν αχνά κάτι λειψές συγχορδίες.
-"Πάμε για λίγο έξω να συνεχίσουμε. Με τα όργανα δε θα μπορούμε να πούμε και πολλά."
Βγήκαμε έξω. Έκλεισα την πόρτα πίσω μας. Καθήσαμε σ’ ένα θρανίο που ήταν τοποθετημένο στο διάδρομο δίπλα στο παράθυρο. Έξω έβρεχε.
-"Αν την προσκαλούσα για μια βόλτα στη βροχή? Θα της έπαιζα ένα τραγούδι μου. Έχω γράψει κάτι στίχους για κείνη ξέρετε. Δε νομίζω ότι αυτό θα μπορέσει να το ξεχάσει."
Χαμογέλασα αφελώς.
-"Αχ, Νίκο μου. Είσαι ένα ξεχωριστό παιδί. Φαίνεται από τον τρόπο σου. Φαίνεσαι συνεσταλμένος, μα στην πραγματικότητα δεν είσαι. Κάνω λάθος?"
Κοκκίνισα. "Πως το ξέρετε κυρία?"
-"Κάθε άνθρωπος έχει τον τρόπο του παιδί μου. Τώρα δε σε καταλαβαίνουν. Μην ανησυχείς όμως. Κάποτε όλοι θα σε καταλάβουν. Η Αγγελική ήδη το κάνει. Ξέρει να εκτιμά το διαφορετικό. Ίσως δεν είναι σωστό που σου το λέω, μα θα καταλάβεις αργότερα γιατί σου το λέω. Κάθε φορά που σε βλέπει μου λέει πόσο διαφέρεις από τα παιδιά της ηλικίας σου και πόσο ποθεί να σου μιλήσει. Αλλά δεν τον έχει κάνει ποτέ, έτσι δεν είναι?"
-"Σήμερα που κάτι τη ρώτησα μου απάντησε μονολεκτικά και απομακρύνθηκε."
-"Δε φταίει αυτή", αναστέναξε η καθηγήτρια. "Φταίει το μέσα της. Με σένα συγκεκριμένα θα είναι πάντοτε πολύ ντροπαλή. Φταίει όμως και το μέσα της."
-"Το μέσα της πρέπει να είναι πολύ όμορφο, αλήθεια!"
Χαμογέλασε θλιμμένα. "Η Αγγελική δεν είναι όπως τα άλλα κορίτσια Νίκο μου. Ξεχνάει."
-"Τότε είναι ίδια με τις άλλες κυρία. Γιατί όλες ξεχνάνε."
-"Όχι παιδί μου, η Αγγελικούλα δεν ξεχνάει συνειδητά." Δε μου φάνηκε. Τα μάτια της έτρεξαν.
-"Είστε καλά κυρία?"
Με κοίταξε με μάτια δακρυσμένα. "Ξεχνάει." Έβγαλε ένα χαρτομάντηλο από την τσέπη της. "Δε μπορεί να θυμηθεί. Είναι μια αρρώστεια παιδί μου. Ζει την ίδια ημέρα εδώ και χρόνια. Μπορεί να ζήσει τα πάντα μέσα σε μία μέρα, κι όμως την επόμενη δε θα θυμάται τίποτε. Κάθε βράδυ όλα τα ξεχνά και κάθε πρωί δε θυμάται ούτε τα πρόσωπα των γονιών της. Δεν έχει αναμνήσεις. Μονάχα νιώθει." Σώπασε.
Πάντοτε με κυρίευε η σιωπή. Άλλοτε φοβόμουν να μιλήσω. Τώρα τι να πω? "Μα.. πως.. για.. γιατί?", ψέλλισα.
Ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της. "Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Ξεχνάει. Μα θυμάται τα τραγούδια της. Μονάχα τα τραγούδια της. Αυτά ποτέ δεν τα ξεχνά."
Το όνομά της είχε κάτι από παράδεισο. Η φωνή της ήταν ο παράδεισος. Μα πως είναι δυνατόν?
-"Γι’ αυτό σου λέω παιδί μου. Είσαι πολύ τυχερός."
-"Εγώ? Μα τι λέτε?"
-"Κάθε φορά που σε βλέπει παιδί μου! Κάθε φορά που σε βλέπει είναι σα να σε αντικρύζει για πρώτη φορά. Κι όμως κάθε φορά μου λέει τα ίδια λόγια για σένα. Χρησιμοποιεί πάντοτε τις ίδιες λέξεις. Κι εγώ ανήμπορη κάθε φορά της δίνω την ίδια απάντηση. Της μιλώ για σένα με την καρδιά μου ορθάνοιχτη μπροστά στην αλήθεια της. Κάθε φορά πρέπει να πνίγω τα δάκρυά μου. Και τώρα πρέπει να σε πείσω να τραγουδήσεις μαζί της."
-"Να με πείσετε?"
-"Γι’ αυτό δεν κατέβηκες απ’ τη σκηνή? Για να μου πεις ότι ντρέπεσαι να βγεις στο πλάι της. Ότι έχει μια υπέροχη φωνή και δειλιάζεις να βγεις στο πλάι της."
Σάστισα. "Κυρία.. όχι.. θα τραγουδήσω. Θα τραγουδήσω μαζί της. Θα τραγουδήσω με κείνη. Θα τραγουδήσω για κείνη. Σας ευχαριστώ.."

Η πρόβα ολοκληρώθηκε την ημέρα εκείνη. Ο Νίκος και η Αγγελική γνωρίστηκαν. Ακολούθησε άλλη μια πρόβα δύο ημέρες μετά. Η Αγγελική φυσικά δε θυμόταν το Νίκο. Εκείνος της μίλησε. Γνωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Στην τρίτη πρόβα ο Νίκος συνέχισε. Η Αγγελική δεν τον θυμόταν.Σα να γνωρίζονταν κάθε μέρα απ' την αρχή. Κάθε μέρα ήταν η αρχή της σχέσης τους. Ο Νίκος καρτερούσε ένα φιλί. Μα δεν τολμούσε να δοκιμάσει. Δε θα μπορούσε ν' αντέξει την επόμενη ημέρα. Εκείνος να ζει με την ανάμνηση ενός παραδείσου στα χείλη του, ενώ εκείνη να μη θυμάται τίποτε. Τελικά, με τον καιρό, κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε. Τη φίλησε. Κι εκείνη ανταπέδωσε το πάθος. Αυτό ήταν όμως. Όλο το βράδυ ο Νίκος σκεφτόταν πως θα την αντικρύσει την επόμενη ημέρα. Πως να ζει με μια εικόνα που η αγαπημένη του θα ήταν σα να μην είχε ζήσει ποτέ? Σκεφτόταν τις σχέσεις των φίλων του. Αυτές που αντιπαθούσε. Αν δε νιώθεις κάτι για τον άλλο, πως αποτολμάς να τον φιλήσεις? Είχε κάνει λίγες σχέσεις μέχρι τώρα. Και τώρα που βρήκε την κατάλληλη θα πρέπει κάθε ημέρα να την κερδίζει από την αρχή. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα. Σκεφτόταν την αυριανή ημέρα. Ήταν η συναυλία. Ήταν και το φιλί.. Ξημέρωσε. Ξεκίνησε πολύ νωρίς για το σχολείο. Ήθελε να μείνει μόνος του να σκεφτεί. Να πάρει την κιθάρα του στα χέρια, να κοιτάξει τις άδειες καρέκλες στην αίθουσα, να βρει δύναμη να πει στο μικρόφωνο: "Αγγελική, με θυμάσαι?" Η ώρα πλησίαζε. Έφθασε όλο το σχήμα. Εκτός από κείνη. Η καθηγήτρια μπήκε στην αίθουσα σχεδόν τρέχοντας: "Είδε κανείς την Αγγελική?" -"Την είδα λίγο νωρίτερα", είπε ο ντράμερ. "Ήταν στην πίσω αυλή. Τη φώναξα να έρθει, αλλά μου είπε ότι θέλει να μείνει για λίγο μόνη." -"Ω, πηγαίνω αμέσως." -"Κυρία, κυρία, συγγνώμη. Μπορώ να πάω εγώ?", φώναξα.

Χαμογέλασε. "Τρέχα παιδί μου", μου είπε.
Η Αγγελική καθόταν σ' ένα παγκάκι στο πίσω μέρος της αυλής. Με τα χέρια της έκρυβε το πρόσωπό της. Πλησίασα αργά. "Είσαι καλά?", τη ρώτησα.
Σήκωσε το βλέμμα της. Πετάχτηκε όρθια. Δάκρυα έσταζαν μέχρι τα χείλη της. "Εσύ?", ψέλλισε.
-"Ε.. Είμαι το παιδί που τραγουδάμε μαζί. Είσαι καλά?" Ήξερα ότι δε θα με γνωρίσει.
-"Εσύ?", ξαναείπε σα να μην άκουσε τα λόγια μου.
Κάτι σάλεψε στα βάθεια μου. Μα πως είναι δυνατόν? Με θυμάται? "Με.. Με θυμάσαι?", ρώτησα.
-"Εσύ!"
, γούρλωσε τα μάτια της.
-"Πες μου σε παρακαλώ. Με γνωρίζεις?"
, τη ρώτησα.
Έσκυψε το κεφάλι και ψιθύρισε: "Σε.. βλέπω κάθε βράδυ στ' όνειρό μου. Είσαι εκεί. Δεν ξέρω γιατί. Συγχώρα με."
Ένα χαμόγελο άστραψε στα χείλη μου. Έτρεμα. Ήθελα να την αγκαλιάσω. Να τη φιλήσω. "Και γιατί κλαις? Ένα όνειρο ήταν."
-"Δεν ξέρω. Μου μοιάζει τόσο αληθινό. Κάθε που ξυπνώ και χάνεται το όνειρο φεύγεις απ' τον κόσμο μου. Και τώρα είσαι εδώ. Και δεν κοιμάμαι. Κοιμάμαι?"
-"Δεν κοιμάσαι αγαπημένη. Ζεις.."
-"Πως.. πως με είπες?"
Την πλησίασα κι ακούμπησα τα χείλη μου στα δακρυσμένα δικά της.
Τραβήχτηκε. "Ζω τ' όνειρό μου", φώναξε.
Χαμογέλασα. Αφέθηκε στη σκέψη της.
Της άπλωσα το χέρι. "Πάμε? Όπου να 'ναι αρχίζει η γιορτή. Πρέπει να κάνουμε και μια τελευταία πρόβα. Προλαβαίνω να βελτιωθώ λιγάκι ακόμα", είπα και χαμογέλασα.
-"Δε χρειάζεται", μου είπε, "ερμηνεύεις υπέροχα."
Παραξενεύτηκα. "Πως το ξέρεις?", ρώτησα.
-"Κάθε βράδυ έρχεσαι στ' όνειρό μου και μου λες τραγούδια."
-"Αγαπημένη.."

Μπορεί το κείμενο να μη λέει πολλά. Μπορεί να λέει και τα πάντα. Μπορεί να υπάρχει αρρώστεια που να ξεχνάς, μπορεί και να μην υπάρχει. Μπορεί απλά να είναι ο καθρέφτης μιας πραγματικότητας που μας έχει γίνει συνήθεια. Μπορεί η Αγγελική να μην υπάρχει, αλλά σίγουρα υπάρχει ο Νίκος. Το κείμενο είναι αποτέλεσμα ένωσης δύο ψυχών. Εμού και του Νίκου. Ήθελε να ντύσει με λέξεις τ' όνειρό του. Καλή χρονιά Νίκο..