Ονειρολoγιο: Δεκεμβρίου 2009

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Από παιδί στα σύννεφα..

Με ρωτάς γιατί γράφω. Εσύ γιατί ανασαίνεις?
Αναρωτιέσαι τι να κρύβω μέσα μου. Γιατί κοντά σου χαμογελάω, αλλά όταν μένω μόνος μου και γράφω δε με αναγνωρίζεις. Τότε με μισείς. Δε θέλεις να μου μιλάς. Σε φοβίζω. Σε απομακρύνω.
Η θλίψη δε γεννιέται απ' το τίποτα. Το αληθινό χαμόγελο βρίσκει αφορμή τα χείλη σου για να δημιουργηθεί.
Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ. Από παιδί ζωγραφίζω. Από παιδί παίζω κιθάρα. Από παιδί θλίβομαι. Από παιδί ερωτεύομαι άδικα. Από παιδί τυραννάω τους ανθρώπους γύρω μου. Από παιδί παραπονιέμαι. Από παιδί χαζογελάω. Από παιδί με θυμάμαι. Δε μεγάλωσα στ' αλήθεια.
Από παιδί συγχωρώ. Από παιδί δεν καταλαβαίνω τη νοοτροπία του κόσμου. Από παιδί αγαπώ δίχως λόγο και αιτία. Από παιδί δημιουργώ. Από το τίποτα δημιουργώ. Από παιδί μια ομορφότερη ψυχή καρτερώ. Από παιδί ζω.
Από παιδί βουβάθηκα. Σώπασα γιατί η θυσία έχει αξία μονάχα όταν κανείς δεν το ξέρει. Ακόμη κι η ψυχή που βοηθάς. Από παιδί νοσταλγώ οικογένεια. Από παιδί δεν ανήκω σε καμιά οικογένεια. Από παιδί ποθώ οικογένεια. Από παιδί πονώ.
Αλλάζω τη φωνή μου όταν τραγουδάω μα ποτέ δεν αλλάζω την ψυχή μου όταν αγαπάω.
Δεν έχει σημασία αν με διαβάζεις ή όχι. Σημασία έχει που ξέρω ότι δε με διαβάζεις γιατί σε βάζω σε σκέψεις. Δεν αντιδρώ. Χαίρομαι γι' αυτό. Αυτό επιζητώ. Γι' αυτό γράφω. Για να αναρωτηθείς. Για να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς. Η ζωή δεν είναι περίπατος. Δεν είναι μονάχα καφές και παραλία. Η ζωή είναι εξέλιξη. Είναι νότες και μαγεία. Αναζήτηση και τυρρανία. Πως αλλιώς θα ωριμάσεις? Αυτή είναι η ομορφιά της. Ακόμη κι αν πάντοτε μένεις παιδί, να υπάρχει κάποιος που να σου λέει, "Είσαι πολύ ώριμος για την ηλικία σου." Κάποιοι ζουν γι αυτή τη στιγμή. Δεν είναι εγωισμός, είναι δικαίωση. Όσο κι αν προσπαθείς, αν δεν ανταμειφθείς, δε σου μένει κουράγιο να συνεχίσεις.
Έχεις σκάψει ποτέ μέσα σου? Να φθάσεις στον πυρήνα σου, να καείς από το πάθος και τη φωτιά σου? Μέχρι να συνηθίσεις το καψάλισμα. Μέχρι να πάθεις ανοσία στη γρίπη των πολλών, στην αρρώστεια της καλοπέρασης.
Δεν έχει σημασία αν έχεις κατάθλιψη. Σημασία έχει να ελέγχεις τον ευατό σου. Να νιώθεις καλά με τον ευατό σου. Να εκτιμάς την κάθε σου ανάσα. Να εμπιστεύεσαι το εγώ σου.
Στείλε σε εχθρούς φιλιά. Μη μασάς. Στο στόμα φίλα τους άγρια, με γλώσσα, θα το εκτιμήσουν. Και κράτα για την κοπελιά σου το μεγαλύτερο πάθος και το σεβασμό. Το τρυφερό, το αληθινό.
Ευχαρίστησε αυτούς που σε πλήγωσαν. Έτσι τους χτυπάς εκεί που πονάνε.
Δυναμώνεις κοιτώντας τον ήλιο. Θλίβεσαι νιώθοντας τη μοναξιά του φεγγαριού. Χαμογελάς ξυπνώντας ανήσυχος τη νύχτα και πλάι σου κοιμάται εκείνη.
Τι σημαίνουν οι φίλοι σου για σένα? Περνάς απλώς την ώρα σου μαζί τους ή τους βοηθάς στα δύσκολα? Τους ανοίχτηκες ποτέ? Το παρεξήγησαν? Σε έκαναν πέρα? Σ' αγάπησαν? Τους αγκάλιασες ποτέ ή σε συνεπήρε και σένα η παρακμή του φύλου μας: "Οι άντρες δε συζητάμε τα προβλήματά μας." Κάτω απ' τον αφρό της μπύρας κρύβεται ανησυχία. Τα αθλητικά σου θυμίζουν από που ξεκίνησες, την αρχέγονή σου φύση. Η αξία του αυτοκινήτου υπερεκτιμήθηκε. Και οι άγγελοι δε διαχωρίζουν φύλα.
Μεγάλωσες. Άλλαξες ή απλά εξελίχθηκες? Τους έμοιασες ή καθόρισες τη δική σου ξεχωριστή πορεία? Συμβιβάστηκες ή παρέλυσες και σωριάστηκες στα πόδια τους καταπονημένος?
Έχω να πω πολλά, αλλά κουράζω. Έχω άλλα τόσα να σκεφτώ, γι αυτό και τ' αφήνω εδώ.
Ανεβαίνω στο σύννεφό μου. Από κει ψηλά φαίνονται όλα τόσο όμορφα και ήσυχα. Ένα παιδί σ' ένα σύννεφο. Ίσως συναντήσω και κανένα άλλο απόψε. Τα λέμεε..

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ντύθηκαν άνθρωποι..

Κάποτε ένιωσα τους αγγέλους να πέφτουν. Τους χάζευα για καιρό. Απελπισμένα τους άπλωσα το χέρι. Δε με κρατούσαν. Προσπαθούσαν στον ίσιο δρόμο να με βάλουν. Με δίδαξαν να μην κρατιέμαι από ξένα σώματα. Όταν με χρειάζονταν δε με ζητούσαν. Και σαν με ενέπνεαν πίστεψαν ότι έχω πονηρό σκοπό. Δε γνωρίζω τον τρόπο μου, αλλά πιστεύω στις σκέψεις μου. Σα χάθηκαν ξαφνικά δίχως αντίο, χάθηκε κι η έμπνευση. Είναι ιερό πράγμα η έμπνευση. Κι όταν έχεις κάποιον πλάι σου, ή έστω τόσο μακριά σου, και σου δίνει νοερά τη δύναμη και το έναυσμα να γράφεις με τα μάτια κλειστά, δε μπορείς να απομακρυνθείς έτσι απλά από κοντά του. Τον κρατάς με νύχια και με δόντια. Όχι πάντα. Όχι εγώ. Όταν σ' ενδιαφέρουν μονάχα τα βαθιά χάνεσαι μέσα τους. Δεν είναι υγιές. Δεν είναι εύκολο. Οι φίλοι σου κουράζονται να διαβάζουν τα μεγάλα σου κείμενα. Δε θέλουν να αναρωτιούνται για ότι τους συμβαίνει. Αμέτοχοι στα γεγονότα της ψυχής τους. Δικαίωμά τους. Μα δε μπορώ να συμμετέχω!
Οι άγγελοι δεν υπάρχουν πια. Σκοτείνιασε ο ουρανός. Ένα χάδι ζητούν και τα σύννεφα να ηρεμήσουν, να μην ταράζουν τον ύπνο μας. Το κλάμα όμως ποτέ δε θα σταματήσουν. Πάντοτε θα βρέχει. Πάντοτε θα αγαπάμε. Πάντοτε θα ερωτευόμαστε. Πάντοτε με μισή καρδιά. Ποτέ δε θα βελτιωθούμε. Ποτέ δε θα αλλάξουμε. Κοστούμια αγγέλων φοράμε. Από μια σκέψη γαντζωνόμαστε γερά και σκαρφαλώνουμε ψηλά. Καθόμαστε στα σύννεφα και χαζεύουμε την πτώση των αγγέλων. Αμέτοχοι. Μα δε λυπόμαστε για κείνους. Ποτέ δε λυπόμαστε.
Όπως περπατάς στα σοκάκια τις νύχτες, βλέπεις σκιές στις γωνίες. Βιαστικές αποχρώσεις του ήλιου στο σκοτάδι σου. Φτερά κουβαλάνε στις πλάτες. Ζούνε για κάτι βαθύτερο απ' ότι εμείς ζούμε. Δεν πλησιάζουν γυναίκες με βρωμόλογα. Δεν πληρώνουν για να τους φύγει ένας καημός. Μιλούν με λόγια γλυκά, ψεύτικα για μερικούς. Δυσκολεύονται να κάνουν φίλους. Οι σχέσεις τους είναι παράξενες, δεν είναι φτιαγμένοι για περαστικές αγάπες. Τους αγγίζει τόσο εύκολα η θλίψη. Δε ζουν για τη χαρά της στιγμής. Οι άγγελοι δε ζητάνε. Δεν περιμένουν. Είναι εκεί όποτε τους χρειαστείς. Τους κοιτάζεις στα μάτια και μπορείς ουρανό μέσα τους να δεις. Σύννεφα και φεγγάρια. Αστέρια και φωτεινούς ορίζοντες. Δε σου ζητούν βοήθεια κι ας την έχουν πραγματικά ανάγκη. Θα σε στηρίξουν. Δε στηρίζονται αυτοί σε λέξεις. Οι λέξεις τους αγκαλιάζουν και νιώθεις περίεργα. Τις εννοούν. Γιατί εκείνοι πιστεύουν σε κάτι. Πέρα από τον ευατό τους. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Ντύνονται άνθρωποι, μπερδεύονται ανάμεσά μας. Βοηθούν αρρώστους νοερά, σηκώνονται στο λεωφορείο για να καθίσει ο γηραιότερος. Όσο άσχημη και να είναι η μέρα τους δεν ξεσπούν τα νεύρα τους στο πρόσωπό σου. Σε ακούνε προσεκτικά, δε σε χλευάζουν. Δεν τους φαίνεσαι περίεργος. Σε κοιτάζουν βαθιά μέσα στα μάτια. Ξεχωρίζουν το καλό απ' το κακό μονάχα με ένα τους υγρό βλέμμα. Ανακατεύονται ανάμεσά μας. Ήρθαν οι άγγελοι. Έπεσαν στη γη και δεν τους πήραμε χαμπάρι.
Όταν πέσω με κρατάνε. Όταν αφεθώ στη σκέψη της νύχτας με νανουρίζουν. Ντύθηκαν άνθρωποι. Δεν είναι θνητοί. Μερικές φορές κάποιος από αυτούς παίρνει τη μορφή της αγαπημένης μου. Και τότε μονάχα βλέπω τον κόσμο όμορφο. Αφήνομαι. Πέφτω. Με σηκώνει. Δεν κουράζεται. Δε βαριέται ο άγγελος. Δε σε διώχνει. Ζει για σένα. Ζει μέσα από σένα. Θα σου πει να προσέχεις. Να κοιτάζεις πάντοτε πριν περάσεις το δρόμο θα σου πει, μα θα παραλείψει να σου αναφέρει να αποφεύγεις τους ανθρώπους. Οι άγγελοι κακό δε γνωρίζουν. Δε μπορείς να τους δεις. Τους αισθάνεσαι. Εκείνοι πιστεύουν σε σένα. Σε όλους. Ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος μέσα στο κεφάλι μου. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν. Τους νιώθεις. Όταν υπάρχει έμπνευση, καταλαβαίνεις ότι πλησιάζουν.
Όσο και να πέφτω, όσο και να λυγίζω, όσο και να πονάω, εκείνοι πάντοτε θα είναι εδώ. Με φυλάνε. Με συμβουλεύουν. Αν δεν υπήρχαν εκείνοι, τώρα δε θα υπήρχα ούτε εγώ. Αυτοί με δίδαξαν. Αυτοί με πρήζουν κάθε μέρα, μου φωνάζουν: "Δεν είν' όλα χαμένα." Σκύβω το κεφάλι και σκάω ένα χαμόγελο. Σκουπίζουν τα μάτια μου και συνεχίζουν: "Όλα θα πάνε καλά."
Πόσα χρωστάω στους αγγέλους..!

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Αποτυχημένο παιδί..

Δεν ξέρει πια τι να γράψει..
Τι ν΄αλλάξει μέσα του για να γίνει αρεστός στους γύρω του..
Τι να πάψει να φοβάται για να μη φοβάται πια..
Τι να πάψει να αγαπά για να μην τον πληγώνει πια η αγάπη..
Δεν ξέρει τι να τραγουδάει για να μη θυμίζει εκείνη..
Δεν ξέρει τι νότες να διαλέγει να μη δείχνουν τα δάκρυά του..
Δεν ξέρει τι να ψάξει. Που να ψάξει για να βρει τον ευατό του..!
Δεν ξέρει πόσο ακόμα να διαβάσει και να χάνεται στα μεγαλεία του νου του όταν δεν έχει κανένα να τα συζητήσει..
Δεν ξέρει τι πρέπει απ' την αρχή να δοκιμάσει μήπως και του αρέσει και συμβιβαστεί για να βρει ταιριαστή παρέα..
Δεν ξέρει τι να κάνει για να του πούνε οι γονείς του ένα "μπράβο" μονάχα. Του αρκεί μονάχα μια φορά..
Δεν είναι σε θέση να χρεώσει σε κανέναν τα λάθη του. Σε κανέναν τις πληγές του. Δεν έχει που ν΄ακουμπήσει τα βάρη από τα βάθεια του..
Για πόσο ακόμα άραγε θ' αντέχει?
Για πόσο θα τον βασανίζει η σκέψη ότι μπορεί και να έχασε οριστικά το μόνο πρόσωπο που στ' αλήθεια τον καταλάβαινε?
Για πόσο θα ελπίζει ακόμη ότι θα γυρίσουνε πρόσωπα που έφυγαν χωρίς ποτέ να αφήσουν ένα σημείωμα, να πούνε ένα "γεια"..?
Για πόσο ακόμα θα βλέπει πορτοκαλί τον ουρανό και τα σύννεφα πράσινα φουντωτά?
Για πόσο ακόμα θα ελπίζει ότι θα βρει κάποια στιγμή το ταίρι του?
Για πόσο ακόμα θα αποφεύγει να προσεγγίζει ανθρώπους που τον ελκύουν?
Για πόσο ακόμη θα είναι άχαρος στις σχέσεις, στο φλέρτ, στα πάντα?
Δεν υπάρχουν πια άμυνες. Έχουν εξαντληθεί όλες. Δεν υπάρχουν επιθέσεις, ο στόχος έχει για πάντα χαθεί..
Θα 'θελε να βγει να ζητήσει το αντίδοτο. Όχι για τη νέα γρίπη. Για μια αρρώστεια που μας τυραννά χρόνια. Κι αν απ' τη νέα γρίπη πέθαναν δυο τρεις σ' ένα χρόνο, με την παλιά καλή αρρώστεια της ψυχής ζουν πεθαίνοντας μέρα με τη μέρα άνθρωποι και άνθρωποι. Ας θεωρηθεί επιτέλους αρρώστεια η έλλειψη σεβασμού κι ανθρωπιάς. Επιτέλους..!
Ένα παιδί άρχισε ξαφνικά να ξεφωνίζει μέσα στη μέση του δρόμου. "Ο κόσμος είναι παράλογος.." Κι οι περαστικοί αντί να ανησυχήσουν για την αλήθεια του, γελούσαν μαζί του ή σταυροκοπιόνταν..
Ένα άλλο παιδί ζητιάνευε κι οι περαστικοί βιαστικοί πατούσαν το πανωφόρι του ριγμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Ένας μάλιστα του έδωσε την τελευταία του μπουκιά από ένα κουλούρι που μασουλούσε. Και του είπε στην υγειά σου! Χρειαζόμαστε επειγόντως αντίδοτο. Ο κόσμος χάνει το μυαλό του. Χάνει την ηθική του. Βυθίζεται δίχως μπρατσάκια. Να κολυμπά δεν ξέρει ο άμοιρος..
Πότε θ΄αλλάξει η σκέψη του παιδιού? Η νοοτροπία της ζωής του? Το σχήμα της ψυχής του?
Πότε επιτέλους θα προσαρμοστεί στα δεδομένα τους? Πότε θα τους κάνει επιτέλους τη χάρη να σωπάσει?
Πότε θα πάψει να αλλάζει συνεχώς συναισθήματα? Όταν νιώθει άχρηστος γιατί κανείς δεν τον κρατά από το χέρι να σηκωθεί? Γιατί όλοι τον πατάνε τότε να χωθεί το πρόσωπό του όλο και πιο βαθιά στο χώμα?
Γιατί κανείς δε σέβεται το χαρακτήρα της κοπέλας που έχει στο πλάι του? Γιατί η κοπέλα που είναι στο πλάι του δε σέβεται τα θέλω και τα πιστεύω του?
Γιατί 2 στις 3 κουβέντες ενός λαμπρού μυαλού είναι η λέξη μαλάκας?
Γιατί η ψυχή έχει αμπαρωθεί και το μυαλό τριγυρνά μονάχα γύρω από πρόστυχα υπονοούμενα? Με κάθε κουβέντα, με κάθε ανάσα?
Γιατί το πηγαίο αθώο χιούμορ έχει αυτοεξοριστεί?
Γιατί? Γιατί? Γιατί?
Είναι η μοίρα ίσως που ορίζει το ποιόν του καθενός. Έτσι για μερικούς η αίσθηση της αποτυχίας είναι η μόνη ζωντανή τους γεύση. Η μόνη τότε επιλογή είναι η παραδοχή της μοίρας ετούτης. Και η ευτυχία της γραφής. Χαμογέλα κι ας είναι αποτυχημένο και το χαμόγελό σου. Ορισμένοι άλλωστε ζούνε από το χαμόγελό σου. Λίγοι αλλά καλοί. Χαμογέλα γαμώ το...

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Εγώ φταίω..

Συνάντησα ένα παιδί στο δρόμο. Μου άπλωσε το χέρι. Νόμιζα ότι ζητούσε χρήματα. Έκανα να φύγω. Μου φώναξε: "Κάνω προσπάθεια να μην αλλάξω." Κοντοστάθηκα. Έστρεψα τα μάτια μου στα δικά του. Ήταν γαλάζια. Δυο μικρές θάλασσες. Και ταίριαζαν με τα δικά μου τα πράσινα. Θάλασσες και λιβάδια. "Δε ζητιανεύω", μου είπε, "ζητάω μονάχα ένα χέρι βοηθείας. Το γύρεψα αρχικά στο θεό, μα εκείνος σε βοηθάει με τον τρόπο του τον κρυφό, μακροπρόθεσμα και μυστικά. Μέχρι τότε ίσως να μην αντέξω. Κι έτσι στράφηκα στους ανθρώπους. Συνάντησα μια κυρία, μεγάλη σε ηλικία, και είπε ότι θα μου προσφέρει τροφή και κατάλυμα αρκεί να πήγαινα μαζί της. Συγχώρα με που το λέω, αλλά πήγα. Η ανάγκη βλέπεις..! Και σιγά σιγά βουτούσα από το ένα καζάνι μέσα στο άλλο. Παπάς μ' ευλόγησε παράνομα κάτω από τα ράσα, σε δουλειά δουλεία δεν άντεξα μ' ένα μεροκάματο της πείνας. Και τώρα εσύ. Φαίνεσαι καλό παιδί. Άπλωσέ μου το χέρι σου..."
Έστρεψα το βλέμμα μου στην άσφαλτο και έφυγα βιαστικά. Εγώ φταίω..
Από παιδί φαινόταν ότι κάτι δεν πάει καλά σε μένα. Ήταν ο τρόπος μου, τα ενδιαφέροντά μου, οι αρχές μου. Χάραξα ένα μονοπάτι που οδηγεί στην ψυχή μου και το περιέφραξα προσεκτικά. Το περιτύλιξα με χορδές μουσικές και άφησα νότες ελεύθερες να διώχνουν μακριά τις συνηθισμένες ψυχές. Προσπαθώ για χρόνια να αποβάλλω τον αλήτη από μέσα μου. Αλήτης είναι κάθε πληγωμένο παιδί. Ένα παιδί που λόγω αυξημένης για την ηλικία του ευαισθησίας δε μπορεί να συννενοηθεί με τη γενιά του. Ένα πέπλο απόστασης ρίχνει γύρω του. Όλοι φοβούνται να τον πλησιάσουν. Ίσως δε βρίσκουν λόγο. Μέχρι που τα δάκρυα έγιναν ποτάμια και το φράγμα έσπασε και το παιδί ξέσπασε. Οι μικρόσωμοι άνθρωποι είναι ευέλικτοι και γρήγοροι, πόσο μάλλον όταν νευριάζουν. Έτσι κι έγινε. Ένας συμμαθητής του κατέληξε στο νοσοκομείο εξαιτίας του ευερέθιστου παιδιού, όπως τον χαρακτήρισαν. Το πέπλο έπεσε βαρύ και έκρυψε ακόμη περισσότερο το μονοπάτι. Τουλάχιστον τώρα δεν τον κορόιδευε κανείς. Γιατί απλά κανείς δεν του μιλούσε. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές με καρτούν. Ήταν χαρούμενο παιδί μα κανείς δεν είχε δώσει σημασία. Τη σιωπή τη φοβούνται όλοι. Κι έτσι κανείς δεν ψάχνει πίσω της. Μερικά παιδιά είναι καταδικασμένα στον τρόπο τους.
Τώρα το μονοπάτι για την ψυχή του ήταν αδιαπέραστο. Το παιδί τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε ποτέ τι έκανε. Και κυρίως γιατί το έκανε. Δεν ήθελε να κάνει τίποτε κοινό με κανένα. Περνούσε τις τάξεις με αρκετά καλούς βαθμούς δίχως ποτέ να διαβάζει. Κι όμως, ήξερε πολλά. Ψυχολογία, θρησκεία, μουσική. Μιλούσε αλλόκοτα. Όχι καθαρά. Μουρμούριζε αντί να τραγουδά. Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Έμοιαζε ίδιος πάντοτε εξωτερικά, σα να μη μεγάλωνε, αλλά τουλάχιστον είχαν πάψει να τον πειράζουν τα σχόλια του κόσμου για το μπόι του. Ή τουλάχιστον δεν έδειχνε να τον πειράζουν. Έδωσε εξετάσεις. Απογοητεύθηκε. Κάπου πέρασε. Έφυγε. Και τώρα ζει τη δικιά του ζωή. Μελετά τ' αγαπημένα του βιβλία, για τις σπουδές του δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, κουτσά στραβά περνάει τα μαθήματα. Δουλεύει ταυτόχρονα.
Στα 19 του ήταν όταν έκανε την πρώτη του σχέση. Ξεκίνησε ρομαντικά όπως κι ονειρευόταν πάντοτε. Η κοπελιά ήτανε αγνή, όμορφη, αλλά δεν ταίριαζαν καθόλου. Δεν το ήξερε στην αρχή. Δε μπορούσε να δει. Δεν είχε ξανακάνει ποτέ του σχέση και δεν ήξερε τι να ζητά και τι να περιμένει. Περνούσαν όλη την ημέρα μαζί μιλώντας για θέματα της καθημερινότητας που τόσο τον κούραζαν. Μισούσε την καθημερινότητα. Βαριόταν αφόρητα τα πρακτικά και αγαπούσε τόσο αυθόρμητα κι αληθινά τα ονειρικά. Τις μιλούσε για ώρες για φεγγάρια και αστέρια και τις έπαιζε τραγούδια στην κιθάρα μα εκείνη ποτέ δε μιλούσε γι' αυτά. Απλώς καθόταν πλάι του κι άκουγε. Μέχρι που ήταν έτοιμη και το παιδί ταξίδεψε για πρώτη φορά με το πλοίο του έρωτα. Το άλλο πρωί πέταξε τα σεντόνια που βάφτηκαν κόκκινα και την κοίταξε μέσα στα μάτια. Της είπε σ' αγαπώ και κείνη του το ανταπέδωσε. Εκείνος το εννοούσε και ήξερε ακόμη ότι κι εκείνη το εννοεί, μόνο που εκείνη δεν ήξερε πραγματικά τι σημαίνει αγάπη. Περνούσαν οι μέρες στο κρεβάτι. Μονάχα στο κρεβάτι. Εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι έτσι είναι οι σχέσεις. Μονάχα κρεβάτι! Μίλησε για πρώτη φορά ανοικτά στους φίλους του για τη σχέση του κι εκείνοι του είπαν ότι είναι τρελός. Μια τέτοια γυναίκα θέλουν όλοι. Να μη μιλάει και να είναι ποθητή σαν τη δική του. Εκείνος δεν το καταλάβαινε. Ήξερε ότι δεν ήθελε αυτό. Αλλά στ' αλήθεια ήταν ερωτευμένος, αυτό το ήξερε. Κι ας ήταν ερωτευμένος μόνο με το κορμί της. Του έλειπε μια ψυχή που τόσο λαχταρούσε. Μέχρι που δεν άντεξε και τα βρόντηξε μαζί της. Της μίλησε ανοικτά. Εκείνη θύμωσε και τον διαβεβαίωσε ότι καμία άλλη δε θα τον αντέξει. Έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω της. Εκείνος έμεινε μόνος. Δεν έκλαψε όμως. Ούτε καν στενοχωρήθηκε. Τότε κατάλαβε ότι ίσως τελικά δεν ήταν έρωτας αυτό. Ίσως ήταν απλά ένας μεγάλος πόθος..
Έτσι κι έγινε. Καμία άλλη δεν τον άντεξε από τότε. Σχέσεις υπήρξαν. Αλλά καμία μακρόχρονη όπως η πρώτη. Καμία υπομονετική όπως η πρώτη. Εγώ φταίω..
Εγώ φταίω. Γύρισα πίσω στο παιδί εκείνο που συνάντησα στο δρόμο. Βρισκόταν ακόμη εκεί. Του μίλησα. "Μου μάθαν να πετάω χωρίς φτερά. Με διδάσκει καθημερινά η ζωή αλλά τα μαθήματα είναι τόσο φθηνά. Στραγγίζω κάθε ματιά που φθάνει στα σωθικά μου, ζει πληθωρικά η ψυχή μου. Εκφράζεται απελπισμένα, μελαγχολικά. Τα σωθικά μου είναι γεμάτα φωτιά απ' τη φλόγα που καίει στην καρδιά. Κι αν είναι τόσο δύσκολο να μεγαλώσει κανείς, είναι ακόμη δυσκολότερο να μεγαλώσει κανείς πληγωμένα. Πραγματικά πληγωμένα.. Όταν κάποιος παραπονιέται δεν κατηγορεί τους άλλους γι' αυτό. Κανείς δε γεννήθηκε τέλειος για να μπορεί να κατηγορεί κανένα. Αλλά ορισμένοι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την έννοια της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτούς τραγουδώ, γι' αυτούς γράφω, για μένα μιλώ. Εγώ φταίω.. Ξέρεις τι σημαίνει 18 χρονών παιδί να ορκίζεσαι ότι δε θα κάνεις ποτέ παιδιά μονάχα γιατί μπορεί να μοιάσουν σε σένα? Ότι μπορεί να πάρουν, έστω και λίγο, από τη μελαγχολία σου? Πως θα τα αφήσεις να ζήσουν σ' αυτό τον κόσμο τον αλλόκοτο που ούτε εσύ δεν καταφέρνεις να κουμαντάρεις? Εγώ φταίω.. Ίσως πείσω τελικά την καρδιά μου να χτυπάει στο ρυθμό τους. Ν' ακούω τη χαζομουσική τους, να διασκεδάζω σε μαγαζιά με κόκκινα φωτάκια, να μη με νοιάζει όταν ο άλλος πεθαίνει δίπλα μου, ν΄αλλάζω πλευρό στην αλήθεια και να κοιμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη. Πρέπει να με σώσεις απ' τις τύψεις μην πνιγώ.. Εγώ φταίω. Τους ξοδεύω τσάμπα τον αέρα. Αναπνέω πιο αχνά μόνο και μόνο για να μη με κατηγορήσουν και γι' αυτό. Εγώ φταίω. Τουλάχιστον αν ρίχνεις το φταίξιμο πάνω σου γλιτώνεις από τη γκρίνια τους. Κι ας κουράζεσαι έτσι, ας αργοπεθαίνεις. Τουλάχιστον χάνεσαι αθόρυβα. Δεν τους κοστίζεις τίποτε. Δε θα βρουν πια λόγο να σε κατηγορήσουν. Θα φύγεις ήρεμος. Εγώ φταίω.."
Του άπλωσα το χέρι μου. Κατέβασε το βλέμμα και γύρισε να φύγει. "Εσύ φταις", μου φώναξε. Κι απομακρύνθηκε...