Ονειρολoγιο: Σεπτεμβρίου 2009

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Ποτέ..

..Με σκότωσαν κάπου στα 6 μου χρόνια..
..άθελά τους..
..τότε που το χαρτί μου τ' άγραφο το γέμισαν μουτζούρες..
..και κανείς έκτοτε δε βρέθηκε να τις σβήσει..
..έτσι έμεινα μόνος μου να παλεύω με τ' απολλείματα της κακίας τους..
..μόνος να προσπαθώ να τα υπερνικήσω..
..μα αν τα καταφέρω θα βγάλω φτερά σα δώρο..
..κι έτσι θα φθάσω τον άγγελό μου..
..και δε θα μας φθάνει κανείς τότε κει ψηλά..
..ακούς?..
..κανείς!..

Άραγε θα μάθω ποτέ πως είναι να μην κάνει λάθη η ψυχή μου?
Θα μάθω ποτέ να εκτιμάω ότι μου προσφέρουν?
Θα μάθω να εκτιμώ τον ευατό μου?
Δεν υπάρχει σχέση που να μη σκότωσα.
Δεν υπάρχει σχέση που να μη μου αράδιασε ολάκερου τ' ουρανού τις δικαιολογίες.
Δεν υπάρχει δάκρυ που να μην εξάντλησα.
Δεν υπάρχει νύχτα που να κοιμήθηκα ήρεμος.
Ξέρεις πόσο πονάει να βλέπεις τον άλλο να φεύγει φορώντας ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη? Εξαιτίας σου. Εναντίον σου..
Άραγε θα καταφέρω ποτέ να τιθασεύσω τις άσκοπες ορμές μου?
Θα καταφέρω ποτέ να ζήσω σ' ένα περιβάλλον που να μην κρίνουν εξ' εμφάνισης για να μπορέσω να ζήσω ευτυχισμένος με τον άγγελό μου αγκαλιά? Να ξορκίσω για πάντα τα μάγια του παρελθόντος? Για πάντα..
Άραγε θα νιώσω ποτέ πως είναι να είσαι άτρωτος? Να μη σ' ενοχλεί τίποτα? Να μη σ' αγγίζει εχθρικά τίποτε?
Άραγε θα βιώσω ποτέ την ψυχική ολοκλήρωση?
Είναι πολύ αργά για να φτιάξεις μια ζωή εδώ που έφθασες. Δυστυχώς είναι πολύ αργά. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο είναι πράγματι αργά..
Άραγε θα καταφέρω ποτέ να μιλήσω σα φυσιολογικός άνθρωπος? Θα σταματήσω να μιλώ με έννοιες μπερδεμένες και μαγεμένες, καθώς μπερδεύουν τους Ανθρώπους μου?
Άραγε θα πάψω ποτέ να πληγώνω ψυχές μονάχα με μια ανάσα μου?
Θα καταφέρω ποτέ άραγε να ζήσω συμβιβασμένος μέσα σε τούτη την πλάση?
Πόσο άραγε θ' αντέξω ακόμη!
Οι τάσεις αυτοκαταστροφής έχουν μεγαλώσει.
Η βροχή δεν ξεπλένει πια κανένα συναίσθημα.
Μακάρι να μπορούσα να ξεκινήσω από την αρχή.
Η μοναδική στιγμή που νιώθω άνθρωπος είναι μέσα στο στούντιο. Παρέα με την κιθάρα μου. Μονάχα μ' αυτή!
Η μοναδική στιγμή που νιώθω φυσιολογικός είναι στο στούντιο μέσα. Κανείς δε με παρεξηγεί κει μέσα. Τότε όλα τους φαίνονται όμορφα μέσα μου. Πως θα περάσω ξανά τούτο το κατώφλι? Να μπορούσα να ζήσω πλάι σ' ένα ηχείο για πάντα. Ν' ακούω τη φωνή μου. Να ζήσω τη σιωπή μου. Και το πιο τρομακτικό απ' όλα είναι όταν ο άνθρωπος στον οποίο πιστεύεις σε παροτρύνει να σκίσεις τη σελίδα. Τη σελίδα, το τραγούδι που του έγραψες. Τότε το ηχείο, ο καλύτερός σου φίλος, σε καταπίνει με το βόμβο του. Χάνεσαι στα βάθια της απόγνωσής σου, τυλίγεσαι με τις χορδές της κιθάρας σου και περιμένεις το νέο χάραμα να ξεπεζέψει. Όλο και κάποια καινούρια συμφορά θα σου προσφέρει.
Άραγε θα μάθω ποτέ πως είναι να είσαι Άνθρωπος?

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Όταν οι νεράιδες ταξιδεύουν..

Θυμάμαι καλοκαίρι να τριγυρνούν στα τέσσερα, να ζητιανεύουν έρωτα και αλητεία. Δεν είν' όλες οι νεράιδες ίδιες.
Θυμάμαι χείμωνα βροχερό, πόσο μου άρεσε να τις χαζεύω στη βροχή τους, να τινάζουν από πάνω τους τα μάγια και να γίνονται πάλι καλοκαίρι. Ο ήλιος στα μαλλιά τους, η φύση στ' αχαμνά τους. Οι νεράιδες διαφέρουν μεταξύ τους.
Θυμάμαι άνοιξη μεγάλη, που κράτησε όσο δύο λύπες μου μαζί. Θυμάμαι φθινόπωρο κανένα, που στάθηκα για ώρα στο κατώφλι της πόρτας για να μπορέσω ν' αφουγκραστώ και να καταλάβω τι μου θυμίζει! "Οι νεράιδες άργησαν εφέτος", φώναξα και ξάπλωσα χάμω από μια αγάπη να δροσιστώ. Όλες οι νεράιδες δε φυσούν το ίδιο στο μέτωπό σου.
Θυμάμαι θάλασσες, καταιγίδες, φυγές και λυτρωμούς. Τύψεις και λάθια. Προβλήματα δίχως ελπίδα λύτρωσης καμιά. Και μια βαριά αναισθησία. Θυμάμαι νεράιδες αλλιώτικες απόψε. Για όλους. Μα ποτέ για μένα..

(Όταν επιτέλους κάποιος καταλάβει τι του λέω, ίσως απελευθερωθώ απ' τα δεσμά μου. Δεν επισκέπτομαι συχνά τους γείτονές μου, αλλά ξέρουν ότι τους σκέφτομαι. Κι αν δεν το ξέρουν καιρός να το μάθουν. Κι αν δε με πιστεύουν, ας αλλάξουν γειτονιά. Λίγο θέλω για να γιάνω. Τόσο λίγο αγαπημένη μου νεράιδα. Τόσο λίγο..)

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Για πάντα..

..Σαν με ρωτήσεις τι γράφω, θα σου στείλω αφιέρωση με τ' άστρα..
..περιστέρια μαθημένα στο σκληρό βοριά να σου φιλούν τη μάσκα..
..κατάλαβες τίποτε ή μήπως να στο τραγουδήσω..
..αμάρτησα καρδιά μου, τ' όνειρο όμως από πείσμα δε θ' αφήσω..
..άκουσέ με..


Στάσου, σου φώναξα δειλά κι έκλεψα κρυφά μια καληνύχτα.
Στάσου, ικέτεψα και ταξίδεψα με μια ανάσα στο κορμί σου, μια αλήθεια.
Στάσου και δίψασα, γύρε από το δάκρυ σου να πιω, να με μαγέψει. Δε λέω ψέματα, αλήθεια το βλέμμα μου μπορεί να σε γιατρέψει. Να σε φροντίσω, να σε παινέψω προσπαθώ, να σε φιλήσω. Να μου ζήσεις αγαπημένη μου, ξεροστάλιασα μεσ' στο κρύο να καρτερώ ένα φιλί σου.
Μην κοιτάζεις που εύκολα μιλώ, δε με γνωρίζεις. Μην κοιτάζεις που στ' αστέρια τραγουδώ, είναι γιατί μου λείπεις. Μην πιστεύεις ότι νύχτα θα σου πω γιατί τρομάζω από την όψη μου το χάραμα κι αλλάζω.
Μην περιμένεις να σε παντρευτώ, ήμουν εκείνος που σε παράτησε γι' αστείο. Είμαι κείνος που τα βράδια ονειρεύεσαι να κατακτήσεις. Είμ' εκείνος π' αγαπάς, εκείνος που σε λίγο θα μισήσεις. Μη ρωτάς πως είμαι τόσο σίγουρος για μας. Είμαι μάντης και θηρίο. Μελετάω τ' άστρα την ημέρα και τα τυραννώ με μελωδίες το βράδυ. Μη με περιμένεις..
Σταμάτα να μου μιλάς στον ενικό, λίγο σεβασμό ζητώ κι άλλες πολλές εκπλήξεις. Μπροστά στης τρέλας το χαμό, στα σκοτεινά θα με συναντήσεις. Φλογέρα θα κρατώ, θα κελαηδώ σαν πουλάκι το καλοκαίρι. Διψασμένο, μοναχό, ιδρωμένο από την αφόρητη την ανθρωπιά τους.
Στάσου λιγάκι, καρτερώ, να σε ιδώ, στην αγκαλιά μου να σε σφίξω. Οι λέξεις τρέχουνε ποτάμι αλαργινό, σα στάχυ στ' ανοιχτά που με φυσά ο αέρας. Στην τύχη γράφω και θωρώ της παναγιάς τα μάτια. Την είδα εμπρός μια φορά, ξαφνικά, κόπηκε η καρδιά μου σε κομμάτια. Μα κείνη μητέρα του θεού, με τύλιξε στα σπάργανά της. Φοβήθηκα πολύ, αμαρτωλό με φώναξε, με τύναξε απ' την ποδιά της. Τρομερό!
Έτσι αφέθηκα να κολυμπώ στα δυο σου γαλάζια μάτια. Μην περιμένεις να σωθώ, βουλιάζω σαν τα πιο γενναία καράβια. Κι αν ανταπόκριση δε βρω, δε θα χαθώ, δε θα λυγίσω. Θα πεθάνω μονάχος να σωθώ, σα φάντασμα θα επιστρέψω, θα σε κυνηγήσω. Θα μ' αγαπάς για πάντα μισητή μου ύπαρξη..
Θα σ' αγαπώ κι εγώ για πάντα..
Καληνύχτα..

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Κείνο το παιδί..

Θυμάμαι κείνο το παιδί. Τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα ζωγραφιές. "Πιάνει το χέρι του", έλεγε η δασκάλα. Δε ζωγράφιζε ποτέ φεγγάρι. Του θύμιζε νύχτες και σκοτάδια. Ψέμα και λάθια. Ούτε ήλιο ζωγράφιζε ποτέ, ούτε αστέρι. Τόσο φωτεινά του έμοιαζαν και τα ζήλευε. Ζωγράφιζε μονάχα κλόουν, αστεία πρόσωπα και καρτούν. Μάσκες γεμάτες λύπη. Κι όμως χαμογελούσε συνέχεια. Ο ψυχολόγος έλεγε ότι του έλειπε αγάπη. "Μα το υπεραγαπάμε", είπε η μαμά του. Και το παιδί που το άκουσε, ζωγράφισε για πρώτη φορά φεγγάρι. Ένα μεγάλο κατακόκκινο φεγγάρι..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Καθόταν πάντοτε στο τελευταίο θρανίο. Ήτανε μέτριος μαθητής, κι ας μη διάβαζε ποτέ. Η δασκάλα έλεγε ότι ήτανε έξυπνος. Αλλά πολύ ήσυχος. Κι η μαμά του δεν την πίστευε. Μέσα στο σπίτι δεν καθότανε στιγμή. Αεικίνητος. Τα βράδυα δεν κοιμόταν από την υπερένταση. Γεμάτος ενέργεια. "Είναι υπερκινητικός", είπε ο γιατρός. Κι η μαμά του αναστέναξε!
Θυμάμαι το παιδί ετούτο. Ήταν μικροκαμωμένο, όμορφο στην όψη, με μια ψυχή σφαλισμένη γερά. Όπως και τα χείλη του. "Είναι αγαθός", έλεγαν οι συμμαθήτριές του. Αλλά το παιδί δεν κατάλαβε ποτέ αν το έλεγαν από λύπηση ή συμπόνια. Πάντοτε μπέρδευε τις δύο τούτες έννοιες, το καλό και το κακό. "Τόσο σχετικά είναι όλα στο μυαλό των ανθρώπων", έλεγε στη μαμά του. Κι εκείνη έκανε το σταυρό της γιατί την παραξένευαν τα λόγια του παιδιού της..
Θυμάμαι εκείνο το παιδί. Δεν είχε φίλους. Είχε πάντοτε μεγάλες παρέες. Αλλά ποτέ δεν ένιωθε ότι είχε φίλους. Κι όταν τελικά κάτι ένιωθε, οι φίλοι έφευγαν γιατί εκείνος δεν τους άνοιγε την ψυχή του. "Δεν κάνουν έτσι οι φίλοι", του έλεγαν. Και το παιδί έτρεχε μακριά τους κι έκλαιγε. Ποτέ κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Έτσι βγάζουν συμπεράσματα οι άνθρωποι. Αν δεν τους πεις πως αισθάνεσαι δε μπορούν να καταλάβουν. Αν δεν τους πεις ότι κλαις, ή αν δε σε δουν, σε θεωρούν αναίσθητο. Και το παιδί μ' αυτή τη σκέψη έκλαψε κάτω απ το φεγγάρι..
Θυμάμαι το έρμο αυτό παιδί. Τα μάτια του στο χρώμα μιας ξεχασμένης θάλασσας. Eνός απάτητου ουρανού. Αυτά κοιτούσε κι η κοπελιά του κείνο το βράδυ. Το πρώτο του βράδυ, γύρω στα 19. Περασμένα 19. Μεγάλος θα μου πεις. Μα μέχρι τότε δεν ήταν παρά ένα παιδί. Με ανάστημα μικρότερο του κανονικού, οι νεράιδες δεν τον κοιτούσαν κι οι άγγελοι δεν είχαν κατέβει ακόμη στη γη. Στα 19 άρχισε να ωριμάζει εξωτερικά. Εσωτερικά όμως τον έτρωγε το σαράκι. Η κιθάρα του ένιωθε μια αλλόκοτη μοναξιά. Ταίρι κανένα. Κι οι λέξεις του ηχούσαν παράξενα στ' αυτιά των μικρών ξωτικών κοριτσιών. Οι ορμόνες του να χτυπούν αλύπητα την καρδιά του. Και λίγο παρακάτω. Αρκετά παρακάτω. Και να μη μπορεί να απελευθερώσει το χείμαρρό του. Πουθενά. Κείνη τον κοιτούσε στα μάτια. Ονειρευόταν οικογένεια, ενώ εκείνο το παιδί ήθελε μονάχα να κοιτάζουν το φεγγάρι παρέα. Μπορεί να μη ζωγράφιζε πια. Μπορεί να μην του άρεσε να απεικονίζει στο χαρτί την τόση ομορφιά του σκοτεινού φεγγαριού, αλλά ποθούσε κάθε βράδυ να το χαζεύει απ' το παράθυρο. "Είσαι χαζορομαντικός", του είπε εκείνη. Το παιδί σώπασε. Ο χείμαρρος καταλάγιασε. Τα μάτια του δάκρυσαν. Μα δεν το έδειξαν. Σκέφτηκε, "Έτσι είναι οι γυναίκες?" Έτσι σώπασε κι η σκέψη του..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Μιλούσε με τα μάτια, μα δεν κοίταζε ποτέ τον άλλο μεσ' στα μάτια. Μιλούσε αλλόκοτα. Δεν έγραφε μόνο για παραμύθια, αλλά ζούσε μεσ' στα παραμύθια. Άλλοτε πίστευε στο θεό, άλλοτε όχι. Πάντοτε σιωπηλός, χαμηλών τόνων, μικρής πρωτοβουλίας σε όλες τις πλευρές της ζωής, πληγωμένος. Τούτη τη λέξη, την τελευταία, τη λέω μοναχά μια φορά. Αλλά η επιρροή της στο μέλλον του παιδιού είναι καθοριστική. Παιδιά με τέτοιο παρελθόν δεν τη βγάζουν συχνά καθαρή. Η σωστή εκτίμηση με μία λέξη. Αυτοκαταστροφή..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Πόσο γλυκιά η μελαγχολία που τον τύλιγε. Γύρω στους 8 μήνες και δεν άντεξε. Της είπε "Αντίο". Εκείνη λύγισε. ¨Κι η οικογένεια που ονειρευόμασταν αγκαλιά?¨, τον ρώτησε. "Θυμήσου. Μονάχη σου ονειρευόσουν. Εγώ ποτέ δε μίλησα." Εκείνη τον κυνήγησε. Εκείνος αρνήθηκε. Από τότε τον κυνηγάει ετούτη η κατάρα. Οι απορρίψεις έπεφταν βροχή. Δεν περπατούσε πια, μπουσουλούσε. Κλεινόταν σ' ένα δωμάτιο που πολλές φορές σκέφτηκε να βάψει με μαύρο χρώμα. Μα οι γονείς του του είπαν "Σ' αγαπάμε", κι ας μην καταλάβαιναν τι είχε. Το παιδί χαμογέλασε για πρώτη φορά. Και ψέλλισε, "Δε μου αρκεί. Είστε γονείς μου. Το 'χετε έμφυτο να μ' αγαπάτε. Αν δε μπορώ να κερδίσω την αγάπη ενός αγνώστου, τι να μου κάνει η δεδομένη η δική σας? Δε μου αρκεί." Ζει μια ζωή που κανείς δεν ξέρει το προσκήνιο. Κανείς δεν ξέρει πως νιώθει τούτο το παιδί. Κανείς ποτέ δε θα μάθει. Η ντροπή καμιά φορά είναι μεγαλύτερη από κάθε αγάπη. Και το παιδί την αισθάνθηκε πάλι. Τη θυμήθηκε πάλι. Κι έκλαψε πάλι.
Μα δεν έλειψε το συναίσθημα. Θυμάμαι ακόμη τούτο το παιδί που ταξίδεψε για να τη δει. Χιλιόμετρα για να τη δει. Τον πρώτο έρωτα. Μα ο προηγούμενος? Μα εκείνος ίσως ποτέ να μην ήταν έρωτας. Ίσως.. Ώρες πολλές στο τελευταίο βαγόνι. Μια φορά. Για μια στιγμή. Και μετά πέθανε. Έμεινε με το εισιτήριο στο χέρι να κοιτάζει το μήνυμα..."Καλύτερα να μην έρθεις." Έψαχνε γι' ανθρώπους και βρήκε συντρίμια στο στήθος του. Ας είναι. Εκείνη ξέρει καλύτερα. Ένιωσε πολλά και τα είπε. Αλλά το μετάνιωσε. Κι από τότε δεν ξαναμίλησε. Ούτε θα ξαναμιλήσει. "Είσαι των άκρων", του είπε μια φίλη του. Κι εκείνος χαμογέλασε αμυδρά και κλείστηκε πιο πολύ στον ευατό του..
Που να χάθηκε τούτο το παιδί? Πέρασαν έκτοτε γοργόνες, νεράιδες, καλοί και κακοί προφήτες, αλλά τίποτε δεν τον άγγιξε. Μέχρι να προλάβει να το φχαριστηθεί, όλα ετούτα χάνονταν. Όσο γρήγορα εμφανίζονταν. Μα δεν τον άγγιζαν πια. Δεν τον ευχαριστούσαν, αλλά ούτε και τον πλήγωναν. Χτίστηκαν κείνα που 'χαν διαλυθεί. Συντρίμια δεν είναι πια, αλλά ούτε με καρδιά μοιάζουν. Δεν έχει σημασία καμιά. Τώρα βρίσκει τον ευατό του αλλιώτικο. Δεν ανησυχεί πια για κείνον. Αλλά δεν ανησυχεί και για κανέναν άλλο. Η πληγή έγινε εγωισμός. Όχι αγάπη για τον ευατό του, αλλά μίσος για τους ανθρώπους που τον έφθασαν σε τούτο το σημείο. "Παιδί μου, δε φταίει ο κόσμος για τη φτιάξη μας. Φταίμε εμείς που τα παίρνουμε όλα τις μετρητοίς. Κι ας τα προκαλούν εκείνοι", του είπε κάποτε ένας παπάς. "Πάτερ, εσείς γιατί απαρνηθήκατε τον κόσμο και καλογερέψατε?", ρώτησε τότε το παιδί. "Γιατί κουράστηκα απ' αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που περιγράφεις παιδί μου..." Και το παιδί χαμογέλασε.

Είναι κουραστικό απόψε να 'σαι μικρός πρίγκιπας. Να είσαι άνθρωπος καλός και δίκαιος. Δεν είναι όμως θέμα επιλογής, είναι καθαρά θέμα φτιάξης και αισθήματος. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Είναι κουραστικό να είσαι άγγελος. Είναι καταστροφικό να έχεις ένα παρελθόν όπως ετούτου του παιδιού, αλλά δυστυχώς αναπόφευκτο να το αποφύγεις. Κι έτυχε ο άγγελος να έρθει σε άσχημη στιγμή. Σε πολύ άσχημη στιγμή. Πως να αναστηθεί ετούτη η καρδιά? Είναι καρδιά παιδιού ακόμα κι ας είναι πετρωμένη..

Ακόμη το θυμάμαι τούτο το παιδί. Ποτέ δεν το ξεχνάω. Κάθε μέρα το κοιτάζω στον καθρέφτη και δακρύζω..

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Καληνύχτα..

Δεν είναι ο καιρός που έχεις να γράψεις. Είναι τα φεγγάρια που δε ζουν πια στον καιρό σου. Είναι που οι λέξεις που δε ζουν πια στο ημίφως. Είναι γιατί σοβάρεψες τελικά κι έχεις παραιτηθεί από κάθε είδους ζωή. Κατηγόριες. Δήθεν ώριμες υποσχέσεις και σκάρτα φιλιά πίσω από μια πόρτα μισάνοιχτη. Το πάθος μιας ζωής έγινε πια πραγματικότητα. Επιτέλους τα χείλη σου βρήκαν ποθητό μικρόφωνο ν' ακουμπήσουν. Ποτέ δε θα πάψουν εκείνες οι συκοφαντικές φωνές. Ποιος νοιάζεται όμως? Δεν πέτρωσες απλώς. Κατατρύλησες κι έσβησες στην αγκαλιά της λήθης. Η αναισθησία προσόν. Κι ότι και να κάνεις, το 'χεις αποδεχθεί. Η ψυχή σου δεν έχει θέση πουθενά. Όνειρα άπιαστα διαρκώς στ' αληθινά. Όνειρα χαμένα.
Οι δρόμοι που περπάτησες, οι γυναίκες που γνώρισες κι όλο δηλητήριο έσταζαν. Οι θάνατοι που ένιωσες σε κάθε χωρισμό. Τα ηχηρά χαμόγελα σε κάθε σου παραπάτημα. Η υποτιθέμενη εμπιστοσύνη. Ένα χιούμορ που χτυπά βαθιά στην ευαισθησία σου και χαράζει πληγές που ποτέ δε θα κλείσουν στα βάθεια σου. Μα δεν έχει σημασία πια. Όνειρα γλυκά..
Κάπως έτσι πάει ο σκοπός της ζωής. Μονάχα νύχτα. Κείνη μ' έριξε στο κρεβάτι και τώρα υποφέρω. Πουτάνα και πως να της αντισταθώ. Ειν' το φεγγάρι που κάνει σκόντο και σε κολάζει. Η πιο μεγάλη ευαισθησία εκφράζεται με μάτια κλειστά και φώτα χαμηλά. Μονάχα νύχτα. Έτσι και την πληρώνεις. Μια γειτονιά όλες οι ψυχές. Θυμωμένοι γείτονες. Καταραμένη ευαισθησία. Όνειρα όμορφα κι αλλοτινά..
Είν΄κατάντια η απελπισία. Μα είναι πάθος η ματαιοδοξία. Είναι έρωτας η θλίψη. Κι η μεγαλύτερη χαρά η γιατρειά της. Κάνω προσπάθεια να σου μιλήσω. Προβάρω τα λόγια μου κάθε βράδυ πριν ξαπλώσω. Αντί για προσευχή έχω το τραγούδι σου στα χείλη μου. Σε 'κρυψε ο κόσμος. Ποτέ δε θα σε βρω. Κι όσο με πολεμάνε θα ξαγρυπνάω. Όσο δε θα 'χω κανένα να με φροντίζει θα πονάω. Κι όσο θα πονάω, θα τραγουδάω. Το τραγούδι σου. Αντί για προσευχή. Καληνύχτα..