Ονειρολoγιο: Αυγούστου 2009

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Νέα μέρα..

Τελικά οι άνθρωποι δε διαφέρουν. Δεν είναι ίδιοι. Είναι καταδικασμένοι να πληγώνουν αλλήλους αιωνίως. Καταραμένοι να φορούν ψεύτικα χαμόγελα και φθηνές συνήθειες για μια ζωή. Να σκοτώνουν νοερά τα τέκνα τους και να πίνουν το αίμα τους. Το ίδιο το σπέρμα τους. Δεν είναι αστείο, ούτε καν αηδιαστικό. Είναι πραγματικό. Εφιαλτικά πραγματικό. Ονειρεμένο!
Οι άνθρωποι γίνονται θηρία όταν δεν πραγματοποιούνται τα θέλω τους. Εκείνη προσκυνά εκείνον. Εκείνος δε σέβεται εκείνη. Εκείνη του κάνει όλα τα χατίρια. Εκείνος δε δίνει δεκάρα για κείνη. Εκείνη θα πεθάνει μαζί του, κυριολεκτικά. Κι εκείνος το ίδιο θα κάνει, φαινομενικά.
Τελικά οι άνθρωποι είναι φίδια, αφού τυλίγονται γύρω σου δίχως να τους θέλεις. Σκορπιοί, αφού χύνοντάς δηλητήριο σου θυμίζουν την πραγματική σου ζωή. Γεράκια, αφού σου ξεσκίζουνε τα όνειρα με νύχια γαμψά, με τόσο πάθος στο ράμφος.
Τελικά οι άνθρωποι είναι χωρίς καρδιά. Μη με ρωτήσεις τι φορώ. Μαύρα και το ξέρεις. Μη με ρωτάς τι καρτερώ. Τίποτε και είμαι σίγουρος πως είσαι σίγουρος. Μη με ρωτάς τι ποθώ. Είμαι μικρός και δεν το φθάνω και να θέλω. Ζω σε μια πραγματικότητα πλασμένη αγνά, παιδικά. Χρόνια την οργάνωνα και τώρα πια ήρθε η ώρα να ζήσω μέσα της βαθιά. Πασχίζω μονάχος, μα ολομόναχος, να ξεφύγω από τη δίνη ενός παράξενου μυαλού. Γεννημένος στ' άχυρα, μεγαλωμένος με γάλα μεταλλαγμένο, μονάχα έτσι κατάφερα κι έγινα άνθρωπος. Φριχτός. Καλύτερος απ' τον καθένα. Πιο μικρός απ' τον μικρότερο. Δεν είναι θέμα σύγκρισης. Είναι θέμα κυκλοθυμίας..
Τελικά οι άνθρωποι δεν είναι συναισθήματα όπως πίστευα παλαιότερα. Δε διαφέρουν καθόλου οι ψυχές. Είναι ίδιες κάτω απ' το φως μιας απογοήτευσης άδικης ή δικαιολογημένης. Θα πεθάνω απ' το παράπονο. Όχι απ' το δικό μου, αλλά των άλλων προς εμένα. Δε ζήτησα από κανένα να μου κάνει παρέα στη μοναξιά μου. Ούτε πήρα ποτέ το θάρρος να μπω στη ζωή κανενός με τη βία. Κι αν το έκανα καμιά φορά από πείσμα, υποχώρησα στην πρώτη ψιχάλα. Φοβάμαι τη βροχή!
Τελικά ο άνθρωπος δε χωρά στα μάτια κανενός ανθρώπου. Δεν υπάρχουν αρσενικά, θηλυκά κι ενδιάμεσα. Υπάρχουνε βροντές, αστραπές, καταιγίδες και χαλάζια. Τα πιο όμορφα χαλάζια. Οι πιο βαριές σταγόνες που συγκρίνονται μονάχα με τα δάκρυα του φετινού καλοκαιριού. Αι, σιχτίρ πια κόσμε, αγάπα με..
Κι ήρθε η ώρα να μιλήσω για σένα. Για σένα, για μένα, για κάθε άνθρωπο κανένα. Όταν σκοτεινιάζω πάντα φέγγεις, όχι όμως για να με φωτίσεις, αλλά για να μου κρύψεις την όμορφή μου μοναξιά. Όταν ξαπλώνω φεύγεις. Όταν δακρύζω γελάς. Όταν φωνάζω σωπαίνεις. Όταν παραπονιέμαι ειρωνεύεσαι, σαν το σύννεφο σκορπάς. Ουρανέ μου..
Κι ήρθε η ώρα για να τελειώσω, να φύγω, να χαθώ. Ποτέ δε θα βελτιωθώ. Κάθε που βάζω φωτιά, απλώνεις το χέρι σου και την αγκαλιάζεις. Και μετά ζητάς παρηγοριά. Πότε θα καταλάβεις ότι δε ζητώ παρηγοριά? Ότι γράφω, το γράφω για να ανακουφιστεί τούτη η δόλια ψυχή, όχι για να τη συμβουλέψει μια άλλη που δε μπορεί να ζυγίσει ούτε τ' άρωμά της! Πότε θα καταλάβεις ότι δεν ακούω κανένα και τίποτα? Ότι θα πετάω στα όνειρά μου μέχρι ο αγέρας, και μόνο αυτός, να μου κόψει τα φτερά! Πότε θα συνειδητοποιήσεις ότι γεννιέμαι κάθε μέρα αλλιώτικος? Κάθε μέρα γνωρίζω τον κόσμο απ' την αρχή. Κάθε μέρα το ίδιο απόκοσμο μένος για τον κόσμο, την ίδια αθώα χαρά για το κάθε φορά πρώτο φιλί, το ίδιο πάθος για μιας αγκαλιάς ηδονή. Ότι ξέρεις για μένα ξέχασέ το. Θ' αναγεννηθώ από τη στάχτη μου, αφού διαισθάνομαι τον ψυχικό θάνατό μου. Περίμενέ με. Ο ίδιος θα 'μαι. Για μια βραδιά μονάχα. Ο ίδιος για πάντα..
Κάθε μέρα.. νέα μέρα..

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Αγάπησες..

Δεν ήταν ταξίδι. Πληγή. Καμία. Δάκρυ. Ένα. Που κρατά για ώρες. Για μέρες. Για χρόνια. Φεγγάρι. Ένα. Μα ποτέ ολόκληρο.
Πριν έρθω έφυγες. Πριν προλάβω να χαμογελάσω μου πέρασες τη φταίξη στο λαιμό.
Δεν είμαι άνθρωπος. Δε ζω ανάμεσά τους. Δεν είναι πρόβλημα το χαμόγελο. Είναι πρόβλημα ο τρόπος που το χρησιμοποιώ.
Δε ζωγραφίζονται πια εκφράσεις στο πρόσωπό μου. Το ίδιο πάντοτε βλέμμα καρφωμένο στα βάθεια του ουρανού και κάτι αλλοτινές λέξεις, παρμένες από παραμύθια που μόνος έπλασα.
Πρώτη φορά ένιωσα άνθρωπος. Πρώτη φορά αγάπησα. Με κείνη την έννοια τη βαθιά που πρωτοέμαθα και πόθησα. Πρώτη φορά που είμαι περήφανος για τον ευατό μου. Για ένα κομμάτι από τον ευατό μου. Για ένα μικρό κομμάτι από τον ευατό μου.
Τα χείλη σφαλισμένα γερά σε σχήμα δίχως σχήμα. Οι ίδιες πάντοτε λέξεις. Τίποτε δεν άλλαξε.
Κοιτάζεις τη φωτιά με μάτια που δεν καίνε. Μόνος κάθε βράδυ, ξεμακραίνεις σε αμμουδιές, με χορδές αγκαλιά που κλαίνε. Ακόμη και τα δάκρυα δε βγαίνουν απ' τα μάτια. Ξέρουν ότι καλοδεχούμενα δεν είναι. Μη σαστίζεις. Μην αντιδράς. Μη μου πεις αντίο. Μη..
Δεν έχει σημασία πια που βάζεις τα κενά, πως ενώνεις τις προτάσεις, πως χρησιμοποιείς τις τελείες. Σημασία έχει να ρέει η σκέψη αυθόρμητη και ν' αγκαλιάζει το χαρτί που τόσο σου έλειψε.
Αγάπησες δίχως ν' αγαπήσεις. Ετούτη είν' η αμαρτία σου. Αυτή σε οδηγεί στην κόλαση του μυαλού σου.
Αγάπησες δίχως ν' αγαπήσεις. Φοβάσαι. Κι είμ΄εγώ ο φόβος σου. Είμ΄εγώ ο δικός μου φόβος.
Κατηγόρησέ με. Για το παρελθόν που 'γινε σκιά μου. Τα λάθη που φαντάζουν συνήθειά μου. Ακίνητος. Αμίλητος. Άγαλμα το συναίσθημα. Το τέλος πάντοτε αρχή μου.
Και πάλι απ' την αρχή. Πάλι θα πονάς. Εξαιτίας της αγάπης μου. Πάντοτε θα πονάς. Κι εγώ αναίσθητος θα σε κοιτάζω, σιωπηλός να λέω τόσα. Πέταξα. Μα όχι μακριά..
Αφού αγάπησα. Δίχως ν΄αγαπήσω..
Σ' άλλον μοιάζω με 14, σ' άλλον με 45. Με κλείδωσες. Μια ζωή γύρω από ανθρώπους-φαντάσματα. Ξέρεις, είμαι 23. Κι αν σου μοιάζω ανώριμος, κοίταξε τ' αστέρια και προσευχήσου για μένα. Αν σου μοιάζω παράξενος, κούνα το κεφάλι σου να κυλήσει το μυαλό χαμηλά στην καρδιά μήπως και με νιώσεις. Αν σου μοιάζω πάλι ψεύτικος, πέσε στο πρώτο κύμα και μην κουνάς χέρια και πόδια. Ο βυθός θα γίνει ένα με τη γνώμη σου.
Αγάπησα γιατί έτσι έπρεπε. Μου το 'πε η ψυχή μου ψιθυριστά, δεν το σκέφτηκα, την άκουσα. Υπάκουσα. Αγάπησα. Τώρα τα σχόλια πάνε κι έρχονται. Μιλούν και μιλούν. Κρίνουν κι αφήνουν στην άκρη συμπεράσματα μισά. Πότε θ' αλλάξει ο κόσμος ετούτος? Πότε θα κουνήσεις τα φτερά σου να ελευθερωθείς από τα δεσμά μου? Κείνοι που μιλούν δε γνωρίζουν τίποτε για μένα. Ούτε τη μυρωδιά μου. Τι αστείο! Δεν ξέρουν καν τι χρώμα έχει η ανάσα μου. Μα μιλούν. Πότε θ' αλλάξει ο κόσμος ετούτος? Ίσως τελικά πρέπει ν΄αλλάξω εγώ. Ίσως..
Μα δεν τελειώνει εδώ. Σα να χαραμίζω το χρόνο μου στην τρέλα τους, στον κόσμο τους το μισητό. Το περιβάλλον που τους ανέθρεψε μυρίζει άσχημα. Καλομαθημένοι εγωισμοί, απόψεις ανήθικες, τόσο απόμακρες από τη δική μου φτιάξη. Πόσο αστείο μοιάζει το ότι νιώθω περήφανος που έμαθα ν' αγαπώ με λάθος τρόπο?
Σχολιάζουν και γελούν γιατί δεν καταλαβαίνουν. Τίποτα. Φουσκώνουν. Ξεφουσκώνουν. Μα βαθιά μέσα τους τρέμουν. Και τη σκιά τους ακόμη..
Όλοι τους με κοιτούν αλλά νιώθω ότι δε φαίνομαι. Με κρύβει το παράπονο. Δεν άλλαξα. Δεν αφήνω τον ευατό μου ελεύθερο πιο πέρα από τις γραμμές ετούτες. Δε ζητάω βοήθεια. Αύριο θα 'μαι πάλι εδώ. Πέρνα μια βόλτα να με δεις. Θα σου χαμογελώ..