Ονειρολoγιο: Ιουνίου 2009

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Πάντοτε κάποιος χαίρεται..

..με τον πόνο κάποιου άλλου..

Πέρασαν μέρες. Από τότε που έψαχνα στα βάθη μου να ξεριζώσω μνήμες. Από τότε που οργιζόμουν με τη βλακεία των ανθρώπων. Από τότε που σιωπούσα γιατί δεν ήθελα να στραβώσει το χαμόγελό μου απ' την κακία τους. Ο καθένας με το δίκιο του, ο καθείς με το πρόβλημά του. Αν δε μπορείς να μεταφράσεις τις λέξεις μην μπαίνεις στον κόπο να διαβάσεις ένα κείμενο. Αν δε μπορείς να κοιτάξεις πίσω από τη λέξη "σ' αγαπώ" μην τολμήσεις να με κοιτάξεις στα μάτια. Αν δε μπορείς να σεβαστείς τον πόνο μιας ψυχής, πλησίασε να σου δείξω τι αξίζεις.
Πάντοτε είχα μια ικανότητα. Έφτιαχνα ασυνείδητα τα πολλά μου λίγα. Αλλά τα λίγα του άλλου πολλά. Μεγάλωσα με διαφορετικές αρχές κι έτσι ξεχώρισα απ΄το πλήθος. Μικρό δε με μπόλιαζαν μονάχα για τις ασθένειες της σάρκας, αλλά κυρίως για τη γρίπη της ψυχής. Έμαθα να μεταφράζω καθετί που έβλεπα σύμφωνα με τη δική μου οπτική, σύμφωνα με τη δική μου ηθική. Κι είμαι περήφανος όχι για τον εγωισμό μου, ούτε για την υπερβολή μου να εμένω στα εσώτερα κάθε ανθρώπου, αλλά για την ικανότητά μου αυτή, να φτιάχνω τον κόσμο μου όπως θέλω εγώ. Να μην πειράζω κανένα. Να μην πλησιάζω κανένα, για να μη του μεταδώσω τα μεονεκτήματά μου. Να μη μιλώ με κανένα για να μη δημιουργήσω διαφωνίες. Κι όμως όλ' αυτά να παίρνουν νόημα και ύπαρξη όταν γνωρίσεις τον άνθρωπό σου. Και ποιος νοιάστηκε για τη γνώμη των άλλων τελικά, όταν έχεις τον μοναδικό Άνθρωπο πλάι σου? Όταν κάποιοι θέλουν να γίνουν θεοί στη θέση του θεού?
Ποιος μπορεί να με κατηγορήσει για τα πιστεύω μου? Για τη θρησκεία μου? Την πολιτική μου πεποίθηση? Για τον κόσμο μου, που δεν έχει καμία σχέση μ' αυτόν που στην πραγματικότητα κατοικώ, αλλά αυτόν που νοερά ζω κάθε μέρα. Για τους αγγέλους που λίγοι αναγνωρίζουν, αλλά τους πιστεύουν για πάντα. Για τους ανθρώπους, που ακόμη παιδιά, σε χτυπούν αλύπητα ψυχικά και μετά απολαμβάνουν την κακία τους παρέα με άλλους διαβόλους.
Τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται. Οι άνθρωποι κάνουν συνεχώς λάθη μα ποτέ δε μαθαίνουν απ' αυτά. Ου κρίνεις ίνα μην κριθείς. Αγαπάτε αλλήλους. Δεν είναι απλά φράσεις που θα βρεις σε ένα βιβλίο δήθεν θεόπνευστο. Ούτε είναι απλώς ιδέες ηθικολογικού και ηθικού περιεχομένου. Είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που χάθηκε κάθε νόημα. Αν η γλώσσα σου έβγαλε διχάλα δε φταίει ο αέρας που καταπίνεις ή το νερό που πίνεις. Φταίει το δηλητήριο που σε πότισαν κάποτε οι συνάνθρωποί σου, αλλά δεν ήξερες, δεν έψαξες, δε χειρίστηκες σωστά τις πληγές σου για να το φτιάξεις φάρμακο. Και τώρα γυρίζει εναντίον σου. Όταν σε τσιμπήσει φίδι, δε γίνεσαι κι εσύ φίδι. Το αποφεύγεις. Μαθαίνεις τον τρόπο. Η εκδίκηση είναι χειρότερη από τη μαλακία. Γιατί σκοτώνει. Η μαλακία μονάχα ανακουφίζει.
Ότι πεις είναι ανώφελο. Όταν χτίζεται ένα μυαλό με ηθική, δε γκρεμίζεται ποτέ. Ούτε στους πιο προσβλητικούς "σεισμούς". Μείνε στην κούνια σου μωρό μου, όλο και κάποιος θα βρεθεί να σε νταντέψει.
Δεν υπάρχει μίσος σε μια ταπεινά καμωμένη καρδιά.
Το πρώτο ενικό δε δηλώνει πάντοτε εγωισμό, ούτε προσωπική εμπειρία. Τα όμορφα λόγια δεν είναι πάντα ψεύτικα.
Δε γράφεις εδώ για να κάνεις εντύπωση. Γράφεις για να μοιραστείς μια καταπονεμένη ψυχή.
Όσα κι αν έζησες εσύ, έχω ζήσει περισσότερα, κι όσα έζησα εγώ έχεις ζήσει κάτι παραπάνω. Έτσι είναι η ζωή. Όλο και κάποιος θα σου την πει. Δε χρειάζεται να τον αγγίξεις. Ούτε να τον γνωρίζεις. Τα κόμπλεξ και η ευκολία της στιγμής στην εκδήλωση μιας κατεστραμένης από την κακία ψυχής ανακουφίζονται με την κριτική. Γι' αυτό όλοι οι καθρέφτες έχουν σπάσει. Γρουσουζιά όμως δεν υπάρχει. Μονάχα κακία. Κανείς τον ευατό του δεν κοιτά, όσο όμορφος και να 'ναι. Κι η οργή προσωπική κατάληξη κι επιλογή. Δικαίωμά μου! Άκου εκεί ότι βαρέθηκαν να την ακούνε. Όποιος βαρέθηκε να πέσει στο καζάνι να πνιγεί. Κρύωσε τώρα. Έχει καιρό η κόλαση να κατοικηθεί. Κι εγώ βαρέθηκα τον κόσμο που κοιμάται. Τον κόσμο που μισεί. Τον κόσμο που δε σκέφτεται και μεροληπτεί. Τον κόσμο που βγάζει συμπεράσματα από τα λόγια κάποιου δίχως να γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του άλλου. Δε βγήκα όμως να το φωνάζω. Είναι προσωπική μου επιλογή και την κρατώ για τον ευατό μου. Δε χρειάζεται να αλλάξει ο κόσμος. Χρειάζεται απλώς να κατεβούν περισσότεροι άγγελοι στη γη.
Λόγια, λόγια, λόγια.
Ιδέες, ιδέες, ιδέες.
Όταν οι νεκροί περπατήσουν στη γη δε θα χρειαστεί να πεθάνουμε για να μπορούμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Είμαστε ήδη νεκροί ψυχικά. Αλλά καλοντυμένοι εξωτερικά κι αυτό ίσως τους μπερδέψει.
Δεν έχουμε πια κεφάλια αλλά κεφάλες. Μεγάλωσαν με το χρόνο δήθεν για να χωράνε πιο πολλά κι όμως κει μέσα ασφυκτιά το κακό. Δεν υπάρχουν πιστεύω, ιδέες κι ιδανικά. Κι όταν κάποιος μιλά γι' αυτά σημαίνει ότι δεν ωρίμασε και δε μεγάλωσε γιατί απλά δε συμβαδίζει με τα ιδανικά της ηλικίας του. Μάτια μας χάρισε Κάποιος αλλά η εθελημένη τύφλα μας δε μας αφήνει να τα χαρούμε.
Θα μετανιώσεις. Η οργή δεν ψιθυρίζεται. Κραυγάζει. Κι όσο κάποιοι τη σνομπάρουν, τόσο αυτή θα φωνάζει δυνατότερα. Αλλά όχι στ' αυτιά τους. Βλέπεις, η δική μας φωνή σέβεται τ' αυτιά κάποιων, και δεν τα πλησιάζει. Η ελευθερία δικαίωμα του καθενός. Η οργή επίσης. Αναμφισβήτητα!
Δεν πασπατεύουν μόνο οι άνδρες τις γυναίκες. Κι η ξεφτίλα πασπατεύει αδιαλείπτως τις ψυχές. Ξεδιάντροπα. Κανείς δε σκέφτεται πριν μιλήσει. Κανείς. Κανείς. Κανείς. Μονάχα οι άγγελοι. Κανείς άλλος. Κανείς. Άλλωστε το 'πε κι ο "ποιητής"..

..Σ' αυτά τα μέρη οι μαλάκες δεν παλεύονται..

Θα ζω για τα όμορφα. Γιατί κάποιους δεν τους ενοχλεί η μελαγχολία σου. Δεν τους ενδιαφέρει η μαλακία σου. Δεν τους πειράζει η αγρύπνια κι η ανησυχία σου, τα λάθη σου, η θλίψη σου. Και δεν είναι κορόιδα τελικά. Είναι Άνθρωποι. Έχεις δει τα μάτια τους? Πεντακάθαρα. Και δεν καθρεφτίζεσαι μέσα τους καθώς τα κοιτάζεις, αλλά βλέπεις τη δική τους ψυχή. Γαλήνια μέσα στην θλίψη τους. Λευκή μέσα στο μαύρο τους.
Αυλοκόλακες, ανίδεοι υποστηρικτές πεθαμένων συνειδήσεων, φοβισμένοι συντηρητικοί, όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Κι εγώ μέσα σ' αυτούς. Κι εσύ. Και όλοι.
Δεν έχει σημασία, έτσι μιλούν οι άγγελοι, αν έχεις εγωισμό. Σημασία έχει να μπορείς να τον υπερνικάς. Μα δυστυχώς δεν είμαστε όλοι άγγελοι για να μπορούμε να το καταλάβουμε και να το πιστέψουμε.
Σε κάθε μου βήμα αφήνω στίγμα. Δίνω σήμα κι ο καθένας μπορεί να δει τι πράττω και τι όχι. Αλλά όχι να κρίνει. Ποτέ. Ο μοναδικός που θα το κάνει είναι αυτός που θα είναι για πάντα δίπλα μου. Κι Ένας που θα είναι πάντα ψηλά από πάνω μου.
Με γλυκομεθά το ψέμα τους. Εκστασιάζομαι. Τρελαίνομαι. Το προσωπείο τους. Δε φιλιώνω εύκολα. Δεν υπάρχει λόγος γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι. Κι αν υπάρχουν μερικοί ας έρθουν επιτέλους να τους βγάλω το καπέλο. Όσο θα κρύβονται δε μπορώ να πιστεύω σ' εκείνους. Δεν πιστεύω σε ουτοπίες. Και μη μου πεις ότι το όνειρο είναι ουτοπία, δεν έχεις μάθει να ονειρεύεσαι τότε..

..Μα όσο κι αν ντρέπομαι δεν κρύβω τα χνάρια μου..
..τόσο καιρό τώρα έχω τα φεγγάρια μου..

Θα γράφουμε με υπότιτλους από 'δω και πέρα για να καταλαβαίνουν μερικοί τι θέλουμε να πούμε. Κάθε μαγεία και νόημα θα χαθεί. Έτσι, γιατί ο άνθρωπος όλα έτοιμα τα θέλει. Όλα έτοιμα κι εύκολα να τα βρει.
Κι έτσι θα πιστεύω σε μια χαμένη ηθική μέχρι να πεθάνω. Εκτός κι αν με σκοτώσει η υπερβολική ηθική. Άλλωστε και τότε κάποιος θα χαρεί..

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Η οργή δεν ψιθυρίζεται..

Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Πάντοτε οργή. Στην ψυχή οργή, στη ζωή οργή, στο αγαπημένο μου χαρτί οργή. Οργή για έναν κόσμο που μεγάλωσε επίτηδες γρήγορα και δε μπορώ, ή δε θέλω, να τον φθάσω. Οργή για έναν άνθρωπο που μεγαλώνει δίχως να χάνει τη μυρωδιά της νιότης του. Ξοδεύω με τις ώρες τα φθαρμένα μου τζην. Η τσουλήθρα φταίει. Με την κούνια νιώθω στα ψηλά να πετώ δίχως να κρατώ τα φτερά της. Στην τραμπάλα όμως δε μπορείς ποτέ να κάτσεις μοναχός..
Οργή για δύο ανθρώπους που κανείς δεν αρκείται στην αγάπη του άλλου ώστε να τους νοιάζει μονάχα η ευτυχία τους. Οργή για την ανειδίκευτη εργασία. Τι διαφορά έχει από τη σκλαβιά? Την πληρωμή θα μου πεις. Ωωω, μεγάλη ανταμοιβή! Τεραστία! Δάχτυλα βουτηγμένα σε σημάδια από ξένα χείλια. Οσμή από το λερωμένο κόσμο τους. Φαίνομαι τόσο πεινασμένος που τρομάζουν κι οι δυνατότεροι κείνες τις ώρες. Γιατί βλέπεις το νου πολλοί εμίσησαν, τα μούσμουλα κανείς..
Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Δεν κλείνουν πια τα μάτια. Κοκκινίζουν απ' τα ποτάμια που προκαλούν οι σκέψεις της. Μα όταν έρθει για λίγοο άγγελός μου, γαλήνια νερά τα δάκρυά μου. Πως αντέχεις ψυχή μου? Πως δε λυγίζεις κορμί μου? Αντέχεις γιατί σ' αρέσει. Σ' αρέσει γιατί συνηθίζεις. Λυσσασμένο στόμα σε λάθος λαιμό. Ποθητό αίμα σε ξενό ποτήρι..
Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Στον έρωτα, στη φιλία, στην οικογένεια οργή. Ακόμη και στην αγάπη οργή. Μια νύχτα περιμένω. Με σκοτώνει όταν αναρωτιέται. "Ποιος μ' αγαπάει?" Και τι ν΄απαντήσω? Προσπαθώ.. "Κανείς. Εγώ είμαι για πλάκα εδώ. Δε με νοιάζει διόλου. Απλώς την ώρα μου περνώ. Δε μάζεψα ποτέ τα δάκρυά σου, ψέματα το έλεγα. Τ' άφηνα και χύνονταν κάθε που πονούσες, γι' αυτό βρέχει συχνότερα τελευταία. Δεν ήμουν ποτέ πλάι σου όταν με χρειάστηκες. Κι όταν το πίστευες και μου 'λεγες σ' αγαπώ, δεν ήμουν εγώ αυτός που σου το ανταπέδιδε. Η σκιά μου ήταν. Μην την πιστεύεις."
(Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο..)
Ζω στον κίνδυνο μέρα τη μέρα. Οργή ντύθηκε η καρδιά μου και τρομάζει καθετί ζωντανό. Γι' αυτό έμεινα μόνος, δε νομίζεις?
Θα πάψω να 'μαι ερωτευμένος κι όμως η άνοιξη θα 'ρχεται κάθε χρόνο, ξανά και ξανά, ασταμάτητα, και θα μου το θυμίζει.
Δεν είναι τα όνειρα που αποφεύγω, είναι η απελπισία που δε χωρά σ' ένα τόσο δυνατό συναίσθημα. Αγάπη σου λέει, πφφ, τι μαλακίες είν' αυτές..
Ο αγέρας ποτέ δε σου έφερε τα μαντάτα μου. Ποτέ τα λόγια μου τα σωστά δεν έφθασαν σώα στην καρδιά σου. Κάπου παρέπεφταν πάντοτε, ενώ πάντοτε με προσοχή και λεπτομέρεια του τα ψιθύριζα και τον παρακαλούσα σφιχτά να τα κρατάει μέχρι στ' αυτιά σου να τα εναποθέσει, άθικτα. Εσύ ακόμη ρωτάς όμως. "Ποιος τα στέλνει?"
Εκείνο το "να με θυμάσαι" ποτέ δεν το άκουσα από κανένα, κι έτσι δε μου λείπει. Εκείνο το "θα σε σκέφτομαι" όμως, το άκουσα πρόσφατα και υποσχέθηκα στον ευατό μου να μην τον ξεγελάσω και να σε κρατήσω κοντά μου. Αν θυμηθείς ποιος είμαι..

(Α, και κάτι
άλλο που, ξέρω, ακούγεται αστείο, αλλά για μένα δεν είναι. Κάθε που μία ψυχή έρχεται κοντά μου, ανάβω ένα κερί για κείνη. Και παρακαλώ Κάποιον, αν αυτή είναι η μοναδική ψυχή, ή έστω μια ψυχή που να αξίζει, να μείνει. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που εσύ έμεινες τόσο πολύ, ενώ άλλες έφευγαν λίγο πριν "ξημερώσει". Δεν είν' τυχαίο.)
Τίποτε δεν είν' τυχαίο. Τίποτε δεν είν΄αληθινό. Κι αφού δε μπορώ εγώ να σε κρατήσω, ας το κάνει κάποιος άλλος. Ας είναι. Τουλάχιστον αυτός να μπορεί να σε προσέχει. Και να μη σε πληγώνει ποτέ..

..Η οργή δεν ψιθυρίζεται. Κραυγάζει..

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Σα σκιά..

-Τη χρώμα έχει η καρδιά μαμά..?
-Θα σου έλεγα κόκκινο παιδί μου, αλλά με τις εκλογές τώρα θα το παρεξηγήσουν. Λευκό παιδί μου. Λευκό σαν την ψυχή σου..

Σα σκιά. Ο ουρανός δακρύζει πιο σπάνια το καλοκαίρι. Μα φέτος τόσο συχνά ραγίζει. Ο ουρανός είναι φίλος των ανθρώπων. Νοιάζεται γι' αυτούς. Έχεις σταθεί ποτέ στο παράθυρό σου νύχτα? Πόσα σου έχει πει στα κρυφά? Ο αγέρας λόγια μεταφέρει μπερδεμένα. Η θάλασσα γεμίζει με κύματα μυριάδες το μυαλό σου. Όπου κύμα και σκέψη. Σα σκιά απλώνεται. Σα σκιά ο εφιάλτης των ανθρώπων.
-Το χρώμα σου? -Το χρώμα μου? Μαύρο. -Που ανήκεις? -Πουθενά.
Σα σκιά. Ο ουρανός δε μετρά λάθη ανθρώπων. Μόνοι τους καταφέρνουν και το κάνουν. Ο πιο μεγάλος κριτής. Ο Άνθρωπος. Φυλακή η μοναξιά. Και κείνη. Ω, εκείνη. Ο ουρανός καμιά φορά σου κάνει δώρο. Μάλλον ήμουν καλό παιδί εφέτος. Κι η αυλή μου γέμισε φως. Ξάστερος κάθε βράδυ ο ουρανός. Ένα ευχαριστώ δεν είναι αρκετό.
Σα σκιά. Τυλίγεται γύρω σου. Αυτή η συνήθεια. Ξαγρυπνάς γιατί τα 'χεις βάλει με τον άνθρωπο. Πόσο πονάει να νοιάζεσαι. Πόσο δε νοιάζονται κείνοι που πρέπει να πονούν. Όλα πήραν την κατιούσα. Τα καφενεία γέμισαν. Σημαίες υψώθηκαν στον ουρανό. Και μυαλά ολόγυρα. Μυαλά παντού. Στα άδεια φλιτζάνια. Στις καντίνες με τα λουκάνικα. Στα ποπκόρν. Στο αηδιαστικό μαλλί της γριάς. Μυαλά. Μυαλά που γεννήθηκαν βαμμένα. Μυαλά που δε γνωρίζουν για ποιο λόγο είναι βαμμένα. Μυαλά που ουσιαστικά δεν είναι μυαλά. Ψυχές. Σκιές. Σα γιορτή. Γέμισε η πλατεία. Λαοθάλασσα. Μυαλοθάλσσσα. Σάπια. (Αυτό το τελευταίο κανείς δεν το είπε. Οι λεπτομέρειες αποφεύγονται.)
Σα σκιά. Το μεγαλύτερο γεγονός. Κι όταν απογεύγεις το βλέμμα τους είναι γιατί δεν έχεις λόγο να τους κοιτάξεις στα μάτια. Τι να τους πεις? Τι να σου πουν? Βιβλία. Βιβλία. Βιβλία που κανείς δεν πιάνει το νόημα. Απόψεις με κλειστά βιβλία. Δε διαβάσανε. Δε μάθανε. Ακούσανε. Ακούσανε από κάποιους που ποτέ δε διαβάσανε. Που κι αυτοί από κάποιους άλλους ακούσανε. Κι έτσι μεταδίδεται η σκέψη κι η ιστορία τους. Ανώδυνα. Φτιαχτά. Αυτοσχεδιαστικά. Συμφεροντολογικά. Πέτρινα πια, όχι ξύλινα.
Σα σκιά. Σα σκιά δε μιλάω. Ή μάλλον μιλάω. Πολύ τελευταία. Μα ίσως κανείς δεν καταλαβαίνει. (Μονάχα ένας που πάντα καταλαβαίνει.) Η τέχνη δε γεννήθηκε ποτέ. Γεννιέται μέρα με τη μέρα. Ξανά και ξανά. Όπως και η αγάπη. Ποτέ δεν πεθαίνει. Όλο και κάποιο μυαλό θα βρεθεί να την αναστήσει.
Σα σκιά. Ήμουν κι εγώ εκεί. Αλλά δεν κουνούσα τα χέρια μου. Δεν κρατούσα σημαία. Δεν κουνούσα τα μυαλά μου δεξιά κι αριστερά. Ούτε ακροδεξιά, ούτε ακροαριστερά. Ούτε μπλα και μπλα. Κάποιος κρατούσε ομπρέλα. Κι όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο το κάνει αυτό, αφού ο ουρανός ήταν ηλιόλουστος, ήθελε λέει να προστατευθεί από τα σάλια τους. Είχε μια πελώρια κοιλιά. Και μου είπε ότι δεν τρώει πολύ φαγητό. Αλλά παραφούσκωσε από τα ψέματα που τον ταίζουνε. Και ρώτησα να μάθω για ποιους μιλά. Δε μου απάντησε. Μονάχα χαμογέλασε. Κατάλαβα όμως. Η ομπρέλα του ήταν πολύχρωμη
Σα σκιά. Δεν καταλαβαίνεις τι λέω. Ποτέ δεν καταλάβαινες. (Κι ας έχω την πεποίθηση ότι κάποιος ακόμη με νιώθει.) Άλλα λέω κι άλλα διαπιστώνεις. Για ποια ποιήση και λογοτεχνία μου μιλάς όταν δεν καταλαβαίνεις ένα μη-ποιητή και μη-λογοτέχνη. Άκου τη σιωπή τι ωραία που ηχεί. Κι ο ουρανός θα εκδικηθεί μια μέρα. Όλα τα "λαμπρά" μυαλά.
Σα σκιά. Δε γερνάω. Εσωτερικά. Όπως και κανείς άλλος. Ποιος αναρωτήθηκε όμως το "γιατί"? Ποιος προτιμά να μη συμβιβαστεί? Δεν είναι προσόν η αριστερή σου κλίση. Ούτε η δεξιά σου. Ούτε η στητή σου στάση με κολακεύει. Και συ που πηγαίνεις μια από 'δω και μια από κει μη νομίζεις ότι είσαι καλύτερος. Δεν είναι καμάρι σου το χρώμα στην πολιτική σου, αλλά το χρώμα στην ψυχή σου. Δεν είμαι παιδί που τα λέω. Είμαι παιδί που τα νιώθω.
Σα σκιά. Ο πιο ψεύτικος τίτλος, ο πιο ψεύτικος διαμαρτυρόμενος, ο πιο ψεύτικος άνθρωπος. Ο πιο αληθινός σύντροφος, ο πιο αληθινός φίλος, ο πιο αληθινός ουρανός. Ποτέ δε σιωπά πραγματικά. Ποτέ δε σε ρωτά για να δράσει. Ποτέ δε σε κυνηγά για να δακρύσει απάνω σου. Ακαταλαβίστικα τα λέω πάλι? Πως να ψάξεις τις λέξεις όταν έχει σκληρύνει η γλώσσα σου και δε μπορείς πια να τις προφέρεις?

Σα σκιά το φως τους. Η κύρια είσοδος είναι μία. Κι είναι άχρωμη. Άβαφτη. Και φέρει την επιγραφή: "Εκμετάλλευση". Και το κλειδί είναι ένα. Πάντοτε ένα. Που το κρατά μία αυτός στο χρώμα τ' ουρανού και μία ο άλλος με το χρώμα του λιβαδιού. Αλλά υπάρχουν κι άλλα κλειδιά. Πολλά. Που όμως όλα ταιριάζουν μόνο στην πίσω πόρτα, η οποία και αναγράφει: "Κοροιδία." Και οι δύο πόρτες καταλήγουν στο ίδιο δωμάτιο. Και κάθονται όλοι μαζί. Το δωμάτιο γεμίζει χρώματα. Κι όλοι συμφωνούν. Όλοι χαμογελούν. Ξέχασαν κάθε διαμάχη και έριδα. Κάθε διαφορά ιδεολογίας και υποστήριξης του αθώου ανυποψίαστου ανθρωπάκου. Όλα όμορφα. Μόνο οι θέσεις διαφέρουν. Κάτι μπλε από 'δω δίπλα, κάτι πράσινο στο κεφάλι του τραπεζιού. Κι ο κόκκινος να κλαίει στη γωνία. Δεν κρατάει όμως πολύ. Τον παρηγορούν τα υπόλοιπα χρώματα και τρώνε και πίνουν και γλεντάνε. Κι εγώ κάθομαι και γράφω αυτές τις μαλακίες για να καταλάβουν μερικοί ότι δε λέγονται όλα ξεκάθαρα. Πρέπει να στίψεις το μυαλό σου και να αναλύεις την ανθρώπινη σκέψη και κάθε λέξη. Να μάθεις να σέβεσαι το συνομιλητή σου..

Από τότε που ο εγωισμός μεγάλωσε στον άνθρωπο, μίκρυνε υπερβολικά η καρδιά του..