Ονειρολoγιο: 2009

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

Από παιδί στα σύννεφα..

Με ρωτάς γιατί γράφω. Εσύ γιατί ανασαίνεις?
Αναρωτιέσαι τι να κρύβω μέσα μου. Γιατί κοντά σου χαμογελάω, αλλά όταν μένω μόνος μου και γράφω δε με αναγνωρίζεις. Τότε με μισείς. Δε θέλεις να μου μιλάς. Σε φοβίζω. Σε απομακρύνω.
Η θλίψη δε γεννιέται απ' το τίποτα. Το αληθινό χαμόγελο βρίσκει αφορμή τα χείλη σου για να δημιουργηθεί.
Από παιδί θυμάμαι προσπαθώ. Από παιδί ζωγραφίζω. Από παιδί παίζω κιθάρα. Από παιδί θλίβομαι. Από παιδί ερωτεύομαι άδικα. Από παιδί τυραννάω τους ανθρώπους γύρω μου. Από παιδί παραπονιέμαι. Από παιδί χαζογελάω. Από παιδί με θυμάμαι. Δε μεγάλωσα στ' αλήθεια.
Από παιδί συγχωρώ. Από παιδί δεν καταλαβαίνω τη νοοτροπία του κόσμου. Από παιδί αγαπώ δίχως λόγο και αιτία. Από παιδί δημιουργώ. Από το τίποτα δημιουργώ. Από παιδί μια ομορφότερη ψυχή καρτερώ. Από παιδί ζω.
Από παιδί βουβάθηκα. Σώπασα γιατί η θυσία έχει αξία μονάχα όταν κανείς δεν το ξέρει. Ακόμη κι η ψυχή που βοηθάς. Από παιδί νοσταλγώ οικογένεια. Από παιδί δεν ανήκω σε καμιά οικογένεια. Από παιδί ποθώ οικογένεια. Από παιδί πονώ.
Αλλάζω τη φωνή μου όταν τραγουδάω μα ποτέ δεν αλλάζω την ψυχή μου όταν αγαπάω.
Δεν έχει σημασία αν με διαβάζεις ή όχι. Σημασία έχει που ξέρω ότι δε με διαβάζεις γιατί σε βάζω σε σκέψεις. Δεν αντιδρώ. Χαίρομαι γι' αυτό. Αυτό επιζητώ. Γι' αυτό γράφω. Για να αναρωτηθείς. Για να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς. Η ζωή δεν είναι περίπατος. Δεν είναι μονάχα καφές και παραλία. Η ζωή είναι εξέλιξη. Είναι νότες και μαγεία. Αναζήτηση και τυρρανία. Πως αλλιώς θα ωριμάσεις? Αυτή είναι η ομορφιά της. Ακόμη κι αν πάντοτε μένεις παιδί, να υπάρχει κάποιος που να σου λέει, "Είσαι πολύ ώριμος για την ηλικία σου." Κάποιοι ζουν γι αυτή τη στιγμή. Δεν είναι εγωισμός, είναι δικαίωση. Όσο κι αν προσπαθείς, αν δεν ανταμειφθείς, δε σου μένει κουράγιο να συνεχίσεις.
Έχεις σκάψει ποτέ μέσα σου? Να φθάσεις στον πυρήνα σου, να καείς από το πάθος και τη φωτιά σου? Μέχρι να συνηθίσεις το καψάλισμα. Μέχρι να πάθεις ανοσία στη γρίπη των πολλών, στην αρρώστεια της καλοπέρασης.
Δεν έχει σημασία αν έχεις κατάθλιψη. Σημασία έχει να ελέγχεις τον ευατό σου. Να νιώθεις καλά με τον ευατό σου. Να εκτιμάς την κάθε σου ανάσα. Να εμπιστεύεσαι το εγώ σου.
Στείλε σε εχθρούς φιλιά. Μη μασάς. Στο στόμα φίλα τους άγρια, με γλώσσα, θα το εκτιμήσουν. Και κράτα για την κοπελιά σου το μεγαλύτερο πάθος και το σεβασμό. Το τρυφερό, το αληθινό.
Ευχαρίστησε αυτούς που σε πλήγωσαν. Έτσι τους χτυπάς εκεί που πονάνε.
Δυναμώνεις κοιτώντας τον ήλιο. Θλίβεσαι νιώθοντας τη μοναξιά του φεγγαριού. Χαμογελάς ξυπνώντας ανήσυχος τη νύχτα και πλάι σου κοιμάται εκείνη.
Τι σημαίνουν οι φίλοι σου για σένα? Περνάς απλώς την ώρα σου μαζί τους ή τους βοηθάς στα δύσκολα? Τους ανοίχτηκες ποτέ? Το παρεξήγησαν? Σε έκαναν πέρα? Σ' αγάπησαν? Τους αγκάλιασες ποτέ ή σε συνεπήρε και σένα η παρακμή του φύλου μας: "Οι άντρες δε συζητάμε τα προβλήματά μας." Κάτω απ' τον αφρό της μπύρας κρύβεται ανησυχία. Τα αθλητικά σου θυμίζουν από που ξεκίνησες, την αρχέγονή σου φύση. Η αξία του αυτοκινήτου υπερεκτιμήθηκε. Και οι άγγελοι δε διαχωρίζουν φύλα.
Μεγάλωσες. Άλλαξες ή απλά εξελίχθηκες? Τους έμοιασες ή καθόρισες τη δική σου ξεχωριστή πορεία? Συμβιβάστηκες ή παρέλυσες και σωριάστηκες στα πόδια τους καταπονημένος?
Έχω να πω πολλά, αλλά κουράζω. Έχω άλλα τόσα να σκεφτώ, γι αυτό και τ' αφήνω εδώ.
Ανεβαίνω στο σύννεφό μου. Από κει ψηλά φαίνονται όλα τόσο όμορφα και ήσυχα. Ένα παιδί σ' ένα σύννεφο. Ίσως συναντήσω και κανένα άλλο απόψε. Τα λέμεε..

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ντύθηκαν άνθρωποι..

Κάποτε ένιωσα τους αγγέλους να πέφτουν. Τους χάζευα για καιρό. Απελπισμένα τους άπλωσα το χέρι. Δε με κρατούσαν. Προσπαθούσαν στον ίσιο δρόμο να με βάλουν. Με δίδαξαν να μην κρατιέμαι από ξένα σώματα. Όταν με χρειάζονταν δε με ζητούσαν. Και σαν με ενέπνεαν πίστεψαν ότι έχω πονηρό σκοπό. Δε γνωρίζω τον τρόπο μου, αλλά πιστεύω στις σκέψεις μου. Σα χάθηκαν ξαφνικά δίχως αντίο, χάθηκε κι η έμπνευση. Είναι ιερό πράγμα η έμπνευση. Κι όταν έχεις κάποιον πλάι σου, ή έστω τόσο μακριά σου, και σου δίνει νοερά τη δύναμη και το έναυσμα να γράφεις με τα μάτια κλειστά, δε μπορείς να απομακρυνθείς έτσι απλά από κοντά του. Τον κρατάς με νύχια και με δόντια. Όχι πάντα. Όχι εγώ. Όταν σ' ενδιαφέρουν μονάχα τα βαθιά χάνεσαι μέσα τους. Δεν είναι υγιές. Δεν είναι εύκολο. Οι φίλοι σου κουράζονται να διαβάζουν τα μεγάλα σου κείμενα. Δε θέλουν να αναρωτιούνται για ότι τους συμβαίνει. Αμέτοχοι στα γεγονότα της ψυχής τους. Δικαίωμά τους. Μα δε μπορώ να συμμετέχω!
Οι άγγελοι δεν υπάρχουν πια. Σκοτείνιασε ο ουρανός. Ένα χάδι ζητούν και τα σύννεφα να ηρεμήσουν, να μην ταράζουν τον ύπνο μας. Το κλάμα όμως ποτέ δε θα σταματήσουν. Πάντοτε θα βρέχει. Πάντοτε θα αγαπάμε. Πάντοτε θα ερωτευόμαστε. Πάντοτε με μισή καρδιά. Ποτέ δε θα βελτιωθούμε. Ποτέ δε θα αλλάξουμε. Κοστούμια αγγέλων φοράμε. Από μια σκέψη γαντζωνόμαστε γερά και σκαρφαλώνουμε ψηλά. Καθόμαστε στα σύννεφα και χαζεύουμε την πτώση των αγγέλων. Αμέτοχοι. Μα δε λυπόμαστε για κείνους. Ποτέ δε λυπόμαστε.
Όπως περπατάς στα σοκάκια τις νύχτες, βλέπεις σκιές στις γωνίες. Βιαστικές αποχρώσεις του ήλιου στο σκοτάδι σου. Φτερά κουβαλάνε στις πλάτες. Ζούνε για κάτι βαθύτερο απ' ότι εμείς ζούμε. Δεν πλησιάζουν γυναίκες με βρωμόλογα. Δεν πληρώνουν για να τους φύγει ένας καημός. Μιλούν με λόγια γλυκά, ψεύτικα για μερικούς. Δυσκολεύονται να κάνουν φίλους. Οι σχέσεις τους είναι παράξενες, δεν είναι φτιαγμένοι για περαστικές αγάπες. Τους αγγίζει τόσο εύκολα η θλίψη. Δε ζουν για τη χαρά της στιγμής. Οι άγγελοι δε ζητάνε. Δεν περιμένουν. Είναι εκεί όποτε τους χρειαστείς. Τους κοιτάζεις στα μάτια και μπορείς ουρανό μέσα τους να δεις. Σύννεφα και φεγγάρια. Αστέρια και φωτεινούς ορίζοντες. Δε σου ζητούν βοήθεια κι ας την έχουν πραγματικά ανάγκη. Θα σε στηρίξουν. Δε στηρίζονται αυτοί σε λέξεις. Οι λέξεις τους αγκαλιάζουν και νιώθεις περίεργα. Τις εννοούν. Γιατί εκείνοι πιστεύουν σε κάτι. Πέρα από τον ευατό τους. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Ντύνονται άνθρωποι, μπερδεύονται ανάμεσά μας. Βοηθούν αρρώστους νοερά, σηκώνονται στο λεωφορείο για να καθίσει ο γηραιότερος. Όσο άσχημη και να είναι η μέρα τους δεν ξεσπούν τα νεύρα τους στο πρόσωπό σου. Σε ακούνε προσεκτικά, δε σε χλευάζουν. Δεν τους φαίνεσαι περίεργος. Σε κοιτάζουν βαθιά μέσα στα μάτια. Ξεχωρίζουν το καλό απ' το κακό μονάχα με ένα τους υγρό βλέμμα. Ανακατεύονται ανάμεσά μας. Ήρθαν οι άγγελοι. Έπεσαν στη γη και δεν τους πήραμε χαμπάρι.
Όταν πέσω με κρατάνε. Όταν αφεθώ στη σκέψη της νύχτας με νανουρίζουν. Ντύθηκαν άνθρωποι. Δεν είναι θνητοί. Μερικές φορές κάποιος από αυτούς παίρνει τη μορφή της αγαπημένης μου. Και τότε μονάχα βλέπω τον κόσμο όμορφο. Αφήνομαι. Πέφτω. Με σηκώνει. Δεν κουράζεται. Δε βαριέται ο άγγελος. Δε σε διώχνει. Ζει για σένα. Ζει μέσα από σένα. Θα σου πει να προσέχεις. Να κοιτάζεις πάντοτε πριν περάσεις το δρόμο θα σου πει, μα θα παραλείψει να σου αναφέρει να αποφεύγεις τους ανθρώπους. Οι άγγελοι κακό δε γνωρίζουν. Δε μπορείς να τους δεις. Τους αισθάνεσαι. Εκείνοι πιστεύουν σε σένα. Σε όλους. Ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος μέσα στο κεφάλι μου. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν. Τους νιώθεις. Όταν υπάρχει έμπνευση, καταλαβαίνεις ότι πλησιάζουν.
Όσο και να πέφτω, όσο και να λυγίζω, όσο και να πονάω, εκείνοι πάντοτε θα είναι εδώ. Με φυλάνε. Με συμβουλεύουν. Αν δεν υπήρχαν εκείνοι, τώρα δε θα υπήρχα ούτε εγώ. Αυτοί με δίδαξαν. Αυτοί με πρήζουν κάθε μέρα, μου φωνάζουν: "Δεν είν' όλα χαμένα." Σκύβω το κεφάλι και σκάω ένα χαμόγελο. Σκουπίζουν τα μάτια μου και συνεχίζουν: "Όλα θα πάνε καλά."
Πόσα χρωστάω στους αγγέλους..!

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Αποτυχημένο παιδί..

Δεν ξέρει πια τι να γράψει..
Τι ν΄αλλάξει μέσα του για να γίνει αρεστός στους γύρω του..
Τι να πάψει να φοβάται για να μη φοβάται πια..
Τι να πάψει να αγαπά για να μην τον πληγώνει πια η αγάπη..
Δεν ξέρει τι να τραγουδάει για να μη θυμίζει εκείνη..
Δεν ξέρει τι νότες να διαλέγει να μη δείχνουν τα δάκρυά του..
Δεν ξέρει τι να ψάξει. Που να ψάξει για να βρει τον ευατό του..!
Δεν ξέρει πόσο ακόμα να διαβάσει και να χάνεται στα μεγαλεία του νου του όταν δεν έχει κανένα να τα συζητήσει..
Δεν ξέρει τι πρέπει απ' την αρχή να δοκιμάσει μήπως και του αρέσει και συμβιβαστεί για να βρει ταιριαστή παρέα..
Δεν ξέρει τι να κάνει για να του πούνε οι γονείς του ένα "μπράβο" μονάχα. Του αρκεί μονάχα μια φορά..
Δεν είναι σε θέση να χρεώσει σε κανέναν τα λάθη του. Σε κανέναν τις πληγές του. Δεν έχει που ν΄ακουμπήσει τα βάρη από τα βάθεια του..
Για πόσο ακόμα άραγε θ' αντέχει?
Για πόσο θα τον βασανίζει η σκέψη ότι μπορεί και να έχασε οριστικά το μόνο πρόσωπο που στ' αλήθεια τον καταλάβαινε?
Για πόσο θα ελπίζει ακόμη ότι θα γυρίσουνε πρόσωπα που έφυγαν χωρίς ποτέ να αφήσουν ένα σημείωμα, να πούνε ένα "γεια"..?
Για πόσο ακόμα θα βλέπει πορτοκαλί τον ουρανό και τα σύννεφα πράσινα φουντωτά?
Για πόσο ακόμα θα ελπίζει ότι θα βρει κάποια στιγμή το ταίρι του?
Για πόσο ακόμα θα αποφεύγει να προσεγγίζει ανθρώπους που τον ελκύουν?
Για πόσο ακόμη θα είναι άχαρος στις σχέσεις, στο φλέρτ, στα πάντα?
Δεν υπάρχουν πια άμυνες. Έχουν εξαντληθεί όλες. Δεν υπάρχουν επιθέσεις, ο στόχος έχει για πάντα χαθεί..
Θα 'θελε να βγει να ζητήσει το αντίδοτο. Όχι για τη νέα γρίπη. Για μια αρρώστεια που μας τυραννά χρόνια. Κι αν απ' τη νέα γρίπη πέθαναν δυο τρεις σ' ένα χρόνο, με την παλιά καλή αρρώστεια της ψυχής ζουν πεθαίνοντας μέρα με τη μέρα άνθρωποι και άνθρωποι. Ας θεωρηθεί επιτέλους αρρώστεια η έλλειψη σεβασμού κι ανθρωπιάς. Επιτέλους..!
Ένα παιδί άρχισε ξαφνικά να ξεφωνίζει μέσα στη μέση του δρόμου. "Ο κόσμος είναι παράλογος.." Κι οι περαστικοί αντί να ανησυχήσουν για την αλήθεια του, γελούσαν μαζί του ή σταυροκοπιόνταν..
Ένα άλλο παιδί ζητιάνευε κι οι περαστικοί βιαστικοί πατούσαν το πανωφόρι του ριγμένο στην άκρη του πεζοδρομίου. Ένας μάλιστα του έδωσε την τελευταία του μπουκιά από ένα κουλούρι που μασουλούσε. Και του είπε στην υγειά σου! Χρειαζόμαστε επειγόντως αντίδοτο. Ο κόσμος χάνει το μυαλό του. Χάνει την ηθική του. Βυθίζεται δίχως μπρατσάκια. Να κολυμπά δεν ξέρει ο άμοιρος..
Πότε θ΄αλλάξει η σκέψη του παιδιού? Η νοοτροπία της ζωής του? Το σχήμα της ψυχής του?
Πότε επιτέλους θα προσαρμοστεί στα δεδομένα τους? Πότε θα τους κάνει επιτέλους τη χάρη να σωπάσει?
Πότε θα πάψει να αλλάζει συνεχώς συναισθήματα? Όταν νιώθει άχρηστος γιατί κανείς δεν τον κρατά από το χέρι να σηκωθεί? Γιατί όλοι τον πατάνε τότε να χωθεί το πρόσωπό του όλο και πιο βαθιά στο χώμα?
Γιατί κανείς δε σέβεται το χαρακτήρα της κοπέλας που έχει στο πλάι του? Γιατί η κοπέλα που είναι στο πλάι του δε σέβεται τα θέλω και τα πιστεύω του?
Γιατί 2 στις 3 κουβέντες ενός λαμπρού μυαλού είναι η λέξη μαλάκας?
Γιατί η ψυχή έχει αμπαρωθεί και το μυαλό τριγυρνά μονάχα γύρω από πρόστυχα υπονοούμενα? Με κάθε κουβέντα, με κάθε ανάσα?
Γιατί το πηγαίο αθώο χιούμορ έχει αυτοεξοριστεί?
Γιατί? Γιατί? Γιατί?
Είναι η μοίρα ίσως που ορίζει το ποιόν του καθενός. Έτσι για μερικούς η αίσθηση της αποτυχίας είναι η μόνη ζωντανή τους γεύση. Η μόνη τότε επιλογή είναι η παραδοχή της μοίρας ετούτης. Και η ευτυχία της γραφής. Χαμογέλα κι ας είναι αποτυχημένο και το χαμόγελό σου. Ορισμένοι άλλωστε ζούνε από το χαμόγελό σου. Λίγοι αλλά καλοί. Χαμογέλα γαμώ το...

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Εγώ φταίω..

Συνάντησα ένα παιδί στο δρόμο. Μου άπλωσε το χέρι. Νόμιζα ότι ζητούσε χρήματα. Έκανα να φύγω. Μου φώναξε: "Κάνω προσπάθεια να μην αλλάξω." Κοντοστάθηκα. Έστρεψα τα μάτια μου στα δικά του. Ήταν γαλάζια. Δυο μικρές θάλασσες. Και ταίριαζαν με τα δικά μου τα πράσινα. Θάλασσες και λιβάδια. "Δε ζητιανεύω", μου είπε, "ζητάω μονάχα ένα χέρι βοηθείας. Το γύρεψα αρχικά στο θεό, μα εκείνος σε βοηθάει με τον τρόπο του τον κρυφό, μακροπρόθεσμα και μυστικά. Μέχρι τότε ίσως να μην αντέξω. Κι έτσι στράφηκα στους ανθρώπους. Συνάντησα μια κυρία, μεγάλη σε ηλικία, και είπε ότι θα μου προσφέρει τροφή και κατάλυμα αρκεί να πήγαινα μαζί της. Συγχώρα με που το λέω, αλλά πήγα. Η ανάγκη βλέπεις..! Και σιγά σιγά βουτούσα από το ένα καζάνι μέσα στο άλλο. Παπάς μ' ευλόγησε παράνομα κάτω από τα ράσα, σε δουλειά δουλεία δεν άντεξα μ' ένα μεροκάματο της πείνας. Και τώρα εσύ. Φαίνεσαι καλό παιδί. Άπλωσέ μου το χέρι σου..."
Έστρεψα το βλέμμα μου στην άσφαλτο και έφυγα βιαστικά. Εγώ φταίω..
Από παιδί φαινόταν ότι κάτι δεν πάει καλά σε μένα. Ήταν ο τρόπος μου, τα ενδιαφέροντά μου, οι αρχές μου. Χάραξα ένα μονοπάτι που οδηγεί στην ψυχή μου και το περιέφραξα προσεκτικά. Το περιτύλιξα με χορδές μουσικές και άφησα νότες ελεύθερες να διώχνουν μακριά τις συνηθισμένες ψυχές. Προσπαθώ για χρόνια να αποβάλλω τον αλήτη από μέσα μου. Αλήτης είναι κάθε πληγωμένο παιδί. Ένα παιδί που λόγω αυξημένης για την ηλικία του ευαισθησίας δε μπορεί να συννενοηθεί με τη γενιά του. Ένα πέπλο απόστασης ρίχνει γύρω του. Όλοι φοβούνται να τον πλησιάσουν. Ίσως δε βρίσκουν λόγο. Μέχρι που τα δάκρυα έγιναν ποτάμια και το φράγμα έσπασε και το παιδί ξέσπασε. Οι μικρόσωμοι άνθρωποι είναι ευέλικτοι και γρήγοροι, πόσο μάλλον όταν νευριάζουν. Έτσι κι έγινε. Ένας συμμαθητής του κατέληξε στο νοσοκομείο εξαιτίας του ευερέθιστου παιδιού, όπως τον χαρακτήρισαν. Το πέπλο έπεσε βαρύ και έκρυψε ακόμη περισσότερο το μονοπάτι. Τουλάχιστον τώρα δεν τον κορόιδευε κανείς. Γιατί απλά κανείς δεν του μιλούσε. Τα τετράδιά του ήταν γεμάτα ζωγραφιές με καρτούν. Ήταν χαρούμενο παιδί μα κανείς δεν είχε δώσει σημασία. Τη σιωπή τη φοβούνται όλοι. Κι έτσι κανείς δεν ψάχνει πίσω της. Μερικά παιδιά είναι καταδικασμένα στον τρόπο τους.
Τώρα το μονοπάτι για την ψυχή του ήταν αδιαπέραστο. Το παιδί τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε ποτέ τι έκανε. Και κυρίως γιατί το έκανε. Δεν ήθελε να κάνει τίποτε κοινό με κανένα. Περνούσε τις τάξεις με αρκετά καλούς βαθμούς δίχως ποτέ να διαβάζει. Κι όμως, ήξερε πολλά. Ψυχολογία, θρησκεία, μουσική. Μιλούσε αλλόκοτα. Όχι καθαρά. Μουρμούριζε αντί να τραγουδά. Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Έμοιαζε ίδιος πάντοτε εξωτερικά, σα να μη μεγάλωνε, αλλά τουλάχιστον είχαν πάψει να τον πειράζουν τα σχόλια του κόσμου για το μπόι του. Ή τουλάχιστον δεν έδειχνε να τον πειράζουν. Έδωσε εξετάσεις. Απογοητεύθηκε. Κάπου πέρασε. Έφυγε. Και τώρα ζει τη δικιά του ζωή. Μελετά τ' αγαπημένα του βιβλία, για τις σπουδές του δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, κουτσά στραβά περνάει τα μαθήματα. Δουλεύει ταυτόχρονα.
Στα 19 του ήταν όταν έκανε την πρώτη του σχέση. Ξεκίνησε ρομαντικά όπως κι ονειρευόταν πάντοτε. Η κοπελιά ήτανε αγνή, όμορφη, αλλά δεν ταίριαζαν καθόλου. Δεν το ήξερε στην αρχή. Δε μπορούσε να δει. Δεν είχε ξανακάνει ποτέ του σχέση και δεν ήξερε τι να ζητά και τι να περιμένει. Περνούσαν όλη την ημέρα μαζί μιλώντας για θέματα της καθημερινότητας που τόσο τον κούραζαν. Μισούσε την καθημερινότητα. Βαριόταν αφόρητα τα πρακτικά και αγαπούσε τόσο αυθόρμητα κι αληθινά τα ονειρικά. Τις μιλούσε για ώρες για φεγγάρια και αστέρια και τις έπαιζε τραγούδια στην κιθάρα μα εκείνη ποτέ δε μιλούσε γι' αυτά. Απλώς καθόταν πλάι του κι άκουγε. Μέχρι που ήταν έτοιμη και το παιδί ταξίδεψε για πρώτη φορά με το πλοίο του έρωτα. Το άλλο πρωί πέταξε τα σεντόνια που βάφτηκαν κόκκινα και την κοίταξε μέσα στα μάτια. Της είπε σ' αγαπώ και κείνη του το ανταπέδωσε. Εκείνος το εννοούσε και ήξερε ακόμη ότι κι εκείνη το εννοεί, μόνο που εκείνη δεν ήξερε πραγματικά τι σημαίνει αγάπη. Περνούσαν οι μέρες στο κρεβάτι. Μονάχα στο κρεβάτι. Εκείνος ήταν απαρηγόρητος. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι έτσι είναι οι σχέσεις. Μονάχα κρεβάτι! Μίλησε για πρώτη φορά ανοικτά στους φίλους του για τη σχέση του κι εκείνοι του είπαν ότι είναι τρελός. Μια τέτοια γυναίκα θέλουν όλοι. Να μη μιλάει και να είναι ποθητή σαν τη δική του. Εκείνος δεν το καταλάβαινε. Ήξερε ότι δεν ήθελε αυτό. Αλλά στ' αλήθεια ήταν ερωτευμένος, αυτό το ήξερε. Κι ας ήταν ερωτευμένος μόνο με το κορμί της. Του έλειπε μια ψυχή που τόσο λαχταρούσε. Μέχρι που δεν άντεξε και τα βρόντηξε μαζί της. Της μίλησε ανοικτά. Εκείνη θύμωσε και τον διαβεβαίωσε ότι καμία άλλη δε θα τον αντέξει. Έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω της. Εκείνος έμεινε μόνος. Δεν έκλαψε όμως. Ούτε καν στενοχωρήθηκε. Τότε κατάλαβε ότι ίσως τελικά δεν ήταν έρωτας αυτό. Ίσως ήταν απλά ένας μεγάλος πόθος..
Έτσι κι έγινε. Καμία άλλη δεν τον άντεξε από τότε. Σχέσεις υπήρξαν. Αλλά καμία μακρόχρονη όπως η πρώτη. Καμία υπομονετική όπως η πρώτη. Εγώ φταίω..
Εγώ φταίω. Γύρισα πίσω στο παιδί εκείνο που συνάντησα στο δρόμο. Βρισκόταν ακόμη εκεί. Του μίλησα. "Μου μάθαν να πετάω χωρίς φτερά. Με διδάσκει καθημερινά η ζωή αλλά τα μαθήματα είναι τόσο φθηνά. Στραγγίζω κάθε ματιά που φθάνει στα σωθικά μου, ζει πληθωρικά η ψυχή μου. Εκφράζεται απελπισμένα, μελαγχολικά. Τα σωθικά μου είναι γεμάτα φωτιά απ' τη φλόγα που καίει στην καρδιά. Κι αν είναι τόσο δύσκολο να μεγαλώσει κανείς, είναι ακόμη δυσκολότερο να μεγαλώσει κανείς πληγωμένα. Πραγματικά πληγωμένα.. Όταν κάποιος παραπονιέται δεν κατηγορεί τους άλλους γι' αυτό. Κανείς δε γεννήθηκε τέλειος για να μπορεί να κατηγορεί κανένα. Αλλά ορισμένοι άνθρωποι έχουν ξεχάσει την έννοια της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτούς τραγουδώ, γι' αυτούς γράφω, για μένα μιλώ. Εγώ φταίω.. Ξέρεις τι σημαίνει 18 χρονών παιδί να ορκίζεσαι ότι δε θα κάνεις ποτέ παιδιά μονάχα γιατί μπορεί να μοιάσουν σε σένα? Ότι μπορεί να πάρουν, έστω και λίγο, από τη μελαγχολία σου? Πως θα τα αφήσεις να ζήσουν σ' αυτό τον κόσμο τον αλλόκοτο που ούτε εσύ δεν καταφέρνεις να κουμαντάρεις? Εγώ φταίω.. Ίσως πείσω τελικά την καρδιά μου να χτυπάει στο ρυθμό τους. Ν' ακούω τη χαζομουσική τους, να διασκεδάζω σε μαγαζιά με κόκκινα φωτάκια, να μη με νοιάζει όταν ο άλλος πεθαίνει δίπλα μου, ν΄αλλάζω πλευρό στην αλήθεια και να κοιμάμαι με το χαμόγελο στα χείλη. Πρέπει να με σώσεις απ' τις τύψεις μην πνιγώ.. Εγώ φταίω. Τους ξοδεύω τσάμπα τον αέρα. Αναπνέω πιο αχνά μόνο και μόνο για να μη με κατηγορήσουν και γι' αυτό. Εγώ φταίω. Τουλάχιστον αν ρίχνεις το φταίξιμο πάνω σου γλιτώνεις από τη γκρίνια τους. Κι ας κουράζεσαι έτσι, ας αργοπεθαίνεις. Τουλάχιστον χάνεσαι αθόρυβα. Δεν τους κοστίζεις τίποτε. Δε θα βρουν πια λόγο να σε κατηγορήσουν. Θα φύγεις ήρεμος. Εγώ φταίω.."
Του άπλωσα το χέρι μου. Κατέβασε το βλέμμα και γύρισε να φύγει. "Εσύ φταις", μου φώναξε. Κι απομακρύνθηκε...

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Σαν αγέρας..

Ήρθε. Σαν άνεμος. Και την περίμενα καιρό. Μου χάιδεψε τ' αυτιά με τη μελωδία της. Το φως της μου έκρυψε τα μάτια. Χάθηκα από τον κόσμο. Θα φύγω σαν αγέρας. Χάνομαι...
Όλα αλλάζουν. Όλα είναι στο μυαλό. Δε χρειάζεται να κλάψεις όταν θα φύγω. Ξέρεις, θα είμαι πιο καλά εκεί ψηλά. Θα παίζω κιθάρα όποτε το θελήσω. Δε θα ενοχλώ κανένα κει ψηλά. Που ξέρεις, μπορεί να μου μάθουν και άρπα οι αγγέλοι. Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο. Έτσι δε θα με γδέρνει και το πάθος. Θα πάψουν να παρεξηγούνται διαρκώς οι άνθρωποι. Κακά θα είναι μόνο τα φίδια. Επιτέλους ηρεμία. Θ' αποφεύγω τα φίδια. Έχω βαρεθεί τους ανθρώπους που τους μοιάζουν..
Όλα αλλάζουν. Όλα παρεξηγούνται. Δύο άνθρωποι ταιριάζουν απόλυτα αν ταυτίζονται οι πορείες και οι στόχοι της ζωής τους. Ο σκοπός της ζωής τους. Έτσι αποφεύγονται οι διαφωνίες, οι απιστίες, οι εγωισμοί, τα διαζύγια. Εκεί πάνω δε θα χρειάζεται να ανησυχώ πια γι' αυτά. Θα είναι όμορφα εκεί. Θέλω να πάψουν να κλαίνε στις κηδείες. Να γελάνε χρειάζεται. Να χαμογελάνε από ευτυχία για την απελευθέρωση του αγαπημένου τους προσώπου. Οι ιερείς να πάψουν να τα παίρνουν. Να μην τους φιλάμε την παλάμη. Δεν είναι Θεοί... Να μας πούνε ποια είναι η αλήθεια τελικά! Τι τελικά οι ίδιοι πιστεύουν για το "δημόσιο" θεό τους!
Εκεί ψηλά θα έχει άφθονο πράσινο. Όλο αυτό που στερήθηκα εδώ χάμω στη γη τους. Όλο αυτό που μου στέρησαν. Κι αν δεν δεν έχει πράσινο θα έχει κόκκινο. Ή γαλάζιο. Ένα απέραντο γαλάζιο. Ο μεγαλύτερος ζωγράφος είναι ο Δημιουργός. Κι οι άνθρωποι πινελιές του βιαστικές, αποτυχημένες. Τόσο λεπτές που δεν μπορούσε να τις σβήσει μετά. Θα είναι όμορφα εκεί σου λέω. Το πιστεύω ακόμα..
Θα βγάλουμε φτερά. Σαν πουλιά θα μας αρκούν οι σπόροι. Δε θα ποθούμε συνθετικά μπιφτέκια και πατάτες από λάστιχο. Δε θα πηγαίνουμε στα Goody's για να φάμε, θα πετάμε στα πάρκα της Εδέμ, θα μας ταίζουν οι άγγελοι, θα μας ποτίζουν νέκταρ, θα ζούμε σαν τα πουλιά ελεύθεροι, ευτυχισμένοι. Θα φύγει κι ο καρκίνος έτσι. Άγχος δε θα 'χουμε πια για χρήματα. Θα ζούμε τη ζωή, ή την κατάσταση που θα βρισκόμαστε τέλος πάντων, ως την τελευταία ρανίδα αγέρα. Σαν αγέρας ήρθε και με πήρε. Χαμογέλασα μόλις την είδα...
Θα φύγουμε. Τα γήπεδα θα μείνουν άδεια. Οι καφετέριες θα ερημώσουν. Οι άνθρωποι θα μορφωθούν. Θα γίνουν επιτέλους πολιτισμένοι. Τώρα απλώς μοιάζουν, ή το παίζουν, πολιτισμένοι..
Δε θα υπάρχει πορνεία, μοιχεία, κακοποίηση, εκμετάλλευση, ρατσισμός. Οι γονείς θα μάθουν να σέβονται την προσωπικότητα των παιδιών τους. Θα μάθουν πως να είναι γονείς. Θα αφήσουν στην άκρη εγωισμούς και δικούς τους τρόπους διαπαιδαγώγισης των παιδιών τους που θεωρούν ότι είναι οι σωστοί, θα πάρουν το σωστό μονοπάτι. Πόσο θέλω ν' αλλάξει ο κόσμος αυτός. Κάποτε είδα ένα κομμένο δέντρο πάνω στην Αριστοτέλους και βούρκωσα άθελά μου. Ο φίλος που καθόταν πλάι μου γέλασε και μου είπε: "Πας καλά?" Τότε χαμογέλασα και κατάλαβα για πρώτη φορά πως δεν ανήκω εδώ. Πάτησα το κουδούνι για τη στάση και κατέβηκα. "Αντίο", του είπα. Τότε δάκρυσε κι εκείνος..
Δεν αξίζει να πνίξεις έναν πόνο στο ποτήρι. Αρκεί να έχεις πλάι σου μια ψυχή για να κλαφτείς. Ή ένα χαρτί για να εκφραστείς. Έμαθα να κοιτάζω πέρα από το κοινό τοπίο. Ή καλύτερα, έτσι με δίδαξαν. Και τώρα το πληρώνω. Είναι μεγάλο το βάρος. Δεν ξεχωρίζει πια άνοιξη και φθινόπωρο. Και οι δυο εποχές σε γεμίζουν ενοχές. Ακούς μουσική. Την απολαμβάνεις. Μόνος. Αφήνεις να καταστρέφουν τον κόσμο σου. Μόνοι τους. Μόνος του ο καθένας..
Απομακρύνθηκα. Περιμένω. Να με πάρει ο αγέρας. Αργεί όμως..

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Κάποιος άλλος..

..Κάποιος μου 'πε να προσέχω..
..μα κάποιος άλλος μου ΄πε να βγάζω όση τρέλα έχω..
..κάποιος μου ΄πε να μην τρέχω..
..μα κάποιος άλλος μου ΄πε να βιαστώ γιατί πολύ χρόνο δεν έχω..
..εγώ προτίμησα ν' απέχω..

Όταν κάποιος ξεκινάει, κάποιος άλλος έχει ήδη φτάσει και τον κοιτάζει με συμπόνοια. Μακάρι η συμπόνοια να μην κουβαλούσε μέσα της τόση ντροπή. Τόση δειλία. Τόση λύπηση.
Όταν κάποιος σου λέει να προσέχεις πάρτον στα σοβαρά. Δε θα βρεις πολλούς. Δεν έχει σημασία αν προσέχεις ή όχι. Σημασία έχει να βρίσκεται πάντοτε κάποιος κοντά σου να σου το λέει. Γιατί πίσω από ένα "να προσέχεις" κρύβεται μια έγνοια. Κανένα ψέμα.
Όταν κάποιος δακρύζει πάντοτε κάποιος γελάει. Μεγαλώνουμε στα παραμύθια και ζούμε στα παραμύθια. Δεν υπάρχει πραγματικότητα. Αν το ψάξεις, θα το δεις. Ένα παραμύθι είναι η μόνη αλήθεια. Φτιάχτηκε με βάση την αλήθεια. Γιατί αλήθεια είναι μονάχα το μυαλό. Και η ψυχή. Και τα δύο. Έτσι, όσοι δε δέχονται το ένα, ταυτίζονται με το άλλο. Η μόνη αλήθεια ζει στα στήθια.
Όταν κάποιος φροντίζει για τον ευατό του, τον χαρακτηρίζουν εγωιστή. Όταν κάποιος πασχίζει και καταπιέζει έναν έρωτα όμως, τον φωνάζουν εραστή. Δεν είναι όλα όνειρο, είναι εφιάλτης. Είναι η ζωή μια παρεξήγηση, μια λανθασμένη εικόνα της θείας χάριτος, μια φωνή με χροιά φάλτση εκ γενετής, μια νότα δίχως πεντάγραμμο για να αράξει. Είναι η ζωή ένα ταξίδι δίχως πλοηγό, δίχως Υιό του θεού να σου δαμάσει τα κύματα, να σου ανοίξει χώρο να περάσεις δίχως να βραχείς, δίχως φεγγάρι όταν είσαι ερωτευμένος, δίχως τον άνθρωπό όταν η αγάπη νικά, δίχως φωτιά όταν τριγυρίζεις στην κρύα Ναυαρίνου, δίχως φωτιά στα στήθια.
Όταν κάποιος κοιτάζει μπάλα την Κυριακή, κάποιος προτιμά να γραντζουνά μία κιθάρα. Όταν κάποιος φυλάει κατουρημένες μπλε και πράσινες ποδιές για να βολευτεί, κάποιος άλλος προσπαθεί να μάθει βιολί.
Όταν κάποιος ζει στην ουτοπία του και προτάσσει σα δικαιολογία ότι δεν έχει χρόνο να σε δει, κάποιος άλλος κοιμάται 5 ώρες την ημέρα, κάνει 3 δουλειές κι όμως έχει κουράγιο "πάμε μια βόλτα" να σου πει. Χάθηκε η θέληση. Αυτοκτονεί καθημερινώς η αλήθεια. Γεννήθηκε κωφός ο σεβασμός. Μεγάλωσε και θέριεψε η κακία. Κι η αυτοεκτίμηση σκληρός, αδούλευτος, απαίδευτος κακός εγωισμός..
Όταν κάποιος βλέπει μια γυναίκα, τη φαντάζεται στα τέσσερα. Ενώ κάποιος άλλος της προσφέρει απλά ένα λουλούδι..
Όταν κάποιου τα μαλλιά ασπρίζουν απ' το άγχος να βγάλει χρήματα, κάποιου άλλου ασπρίζουν από το άγχος να προλάβει να μελετήσει τη ζωή σε βάθος. Είν' διαφορετικό να είσαι γκριζομάλλης επιχειρηματίας και διαφορετικό να 'σαι γκριζομάλλης άνθρωπος σοφός..
Όταν κάποιος ωρύεται στους δρόμους και τα φανάρια, κάποιος άλλος πιάνει τη δεξιά αργή γραμμή κι ευχαριστιέται την ηρεμία που σου προσφέρει μια σίγουρη πορεία στη ζωή..
Όταν κάποιος μιλάει και λέει φαμφάρες, μιλά, δε σταματά, δε σκέφτεται πριν μιλήσει, τότε κάποιος άλλος σιωπά και κερδίζει όλης της ζωής το φορτίο και τη ρήξη. Παθαίνει, μαθαίνει, πεθαίνει στιγμή με τη στιγμή κι αναγεννιέται από τη στάχτη της συμπόνοιας. Αχ, αυτή η λύπηση..
Όλα έχουν πάρει λάθος τροπή. Χάθηκε πια, εξαφανίστηκε η φυσική ομορφιά. Η ουσιαστική ομορφιά. Η πραγματική ομορφιά. Τα κραγιόν δεν καλύπτουν τις ατέλειες της ψυχής, όπως και το ρουζ δεν καλύπτει τα κόμπλεξ της ζωής. Ένας περίπατος στο πράσινο χάθηκε. Περίπατο θα ΄χεις πάντοτε, πράσινο δε θα ΄χεις κάποτε. Δεν ερωτεύονται πια οι άνθρωποι. Όχι με το πραγματικό νόημα του έρωτα. Η βία ταυτόσημη με το παιδικό παιχνίδι. Κόμπλεξ και παιδικές πληγές πέρα από κάθε λογική και εποχή. Αντί γι' αυτά θα έχουμε κεραίες. Η πράξη του έρωτα θα πραγματοποιείται on-line. Αντί για πέος θα κουβαλάω καλώδιο και η γυναίκα υποδοχή για να μου δίνει ρεύμα. Το φαγητό να κλείνει τις πληγές, υγεία και άθληση στ' αζήτητα. Ψάχνουμε χρόνια το φάρμακο για τον καρκίνο κι όμως τον κουβαλάμε καθημερινά στην τσέπη μας, στην τσάντα μας, στ' αυτιά μας. Τα αυτιά μας χαλάνε, τα πνευμόνια μας βαριανασαίνουν, τα νεύρα μας με χάπια για να μείνουν σταθερά. Που είναι η παιδικότητα? Ποια πρότυπα? Η φυσική πράξη αναπαραγωγής έγινε μόνιμη ιδέα και κόμπλεξ μιας γενιάς για κλάματα. Δεν είναι φυσιολογικό όλο αυτό. Δεν είναι ο σκοπός της ζωής, δεν είναι οι άνθρωποι δύσκολοι, είναι κενοί. Άλλαξε νόημα η ζωή. Άλλαξε ο κόσμος, υποφέρω..
Όταν δένεται το χαμόγελο, λέει, με τη θλίψη, η αγάπη κερδίζει τον αγώνα. Όλοι σιωπούν. Όλοι έχουν τις στιγμές τους, έτσι κι εγώ. Βαρέθηκα. Κάποιος να μας σώσει από την πτώση. Κάποιος να μας κρατήσει το χέρι στο χαμό. Κάποιος..
Μέσα μονάχα σε λίγες καρδιές ζούνε όλα ετούτα, ξέρω... Κανείς δε θέλει να τα σκέφτεται. Κανείς δεν έχει ΧΡΟΝΟ να τα σκέφτεται. Καληνύχτα ευατέ μου. Καληνύχτα μαλάκα..

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Συναισθήματα.. τι πρωτότυπο..!

Ένας κόσμος που βυθίζεται σε σκέψεις. Δε διαφέρεις. Δε διαφέρω. Διαφέρει ο τρόπος καλλιέργειάς τους. Ο δρόμος διαφυγής τους. Η πηγή έμπνευσής τους. Ο τρόπος έκφρασής τους. Ο τρόπος έκφρασής σου..
Ένας κόσμος που αρνείται να μάθει. Αρνείται να παραδεχθεί την αλήθεια. Αρνείται να κοιτάξει το θάνατο της σκέψης κατάματα κι αγκαλιάζει με περίσσιο πάθος μια περαστική χαρά. Μα η αδράνεια εκδικείται. Να το θυμάσαι..
Αν δε μπορείς να βιώσεις την ενέργεια στις λέξεις μου, την αγάπη μου στον τρόπο έκφρασής μου, δε θα καταλάβεις ποτέ πως μεταφράζω το μελαγχολικό μονίμως αποτέλεσμα της γραφής μου σε δρόμο διαφυγής, σε χαμόγελο ανακούφισης. Δε χρειάζεται να ζήσεις τον παράδεισο για να πιστέψεις σ' αυτόν..

Δεν έχει σημασία το τι γράφεις κι αν έχεις κάτι να πεις. Σημασία έχει ότι με αυτό τον τρόπο εκφράζεσαι . Ξέρεις ότι κάποιος σ' ακούει ακόμη κι αν εσύ λείπεις διαρκώς. Εκείνος είναι πάντοτε εδώ. Δεν του το έχεις ζητήσει ποτέ, είναι πάντοτε εδώ. Δε χρειάζεται να του λες πια ότι τον αγαπάς, το ξέρει. Είμαι σίγουρος ότι εκείνη το ξέρει. Γιατί αγάπη είναι το τραγούδι μου για κείνη. Κι ας έκανε πίσω. Αγάπη δεν είναι ο έρωτας. Κι ας μη μπορώ πια να την αντικρύσω. Αγάπη είναι ότι πάντοτε θα νοιάζομαι για κείνη κι ας μην το δείχνω. Δε θα φύγω ποτέ ψυχικά. Δε θα φύγω ποτέ στ' αλήθεια. Απ' τα όνειρα με έμαθε και κει θα με 'χει..
Άλλωστε κανείς ποτέ δε μου είπε ότι ωρίμασα. Κι η αγάπη μου άγουρη θα 'ναι..

Τις νύχτες δεν ακροβατώ στ' αζήτητα. Σταμάτησα να ονειροπολώ και να περιγράφω φαντασικές καταστάσεις στο χαρτί. Τώρα το ζω. Με νότες και με στίχους. Με μικρόφωνα και χορδές. Είσαι εκεί. Και ξέρεις ότι είσαι εκεί. Ζεις μέσα από εκεί. Δε σε πιστεύει κανείς. Αλλά εσύ ξέρεις ότι δε ζεις δίχως τη μουσική. Τη δική σου μουσική. Τη μουσική στην οποία δεν ανήκεις. Τους στίχους που όλοι νομίζουν ότι δεν τους εννοείς. Η αλήθεια είναι η ψυχή. Η ψυχή εκφράζεται με στίχους. Καταλαβέ το. Πίστεψέ το!!
Έχω δει δάκρυα και δάκρυα. Άλλα πότιζαν το χώμα και φύτρωνε τριαντάφυλλο κι άλλα πότιζαν το στήθος μου κι έκαιγαν τη σάρκα μου. Είμαι τόσο ήρεμος και τόσο νευρικός συνάμα. Τούτο προσφέρει μια ισορροπία. Τούτο καταλήγει στο χάος. Τούτο με βαφτίζει τύραννο. Τούτο με καλεί άνανδρο. Όλα ένα κι όλα τίποτα. Γλυκιά η ζωή. Όμορφη η ζωή. Αλλιώτικη απ' ότι την έχουν συνηθίσει..
Το όνειρο κάποια στιγμή θα γίνει πραγματικότητα. Δεν είναι ψώνιο, όπως το φωνάζουν κάποιοι. Είναι αλήθεια. Είναι αυτό που αγαπώ. Κι ότι αγαπάς το κάνεις καλά. Κι ότι λέω πάλι ακούγεται αστείο. Ίσως φταίει ο τρόπος μου, ίσως το ανάστημά μου, ίσως η υπερβολική μου έκφραση. Ίσως όμως δεν την έχουν συνηθίσει. Η αλήθεια εύκολα κρύβεται, εύκολα κατακρίνεται, μα ποτέ δε γονατίζει. Κι η ελπίδα το ίδιο. Αμπελοφιλοσοφίες? Χαζοσκέψεις? Συ μου το ζήτησες κι απόψε. Συ θα τ' ακούσεις..
Ένα άγγιγμα στη σκέψη σου, ένα άγγιγμα στο τίποτα. Μα ίσως αύριο να 'ναι ένα άγγιγμα στα πάντα. Από σένα εξαρτάται. Ίσως λίγο κι από μένα. Ίσως..
Τα πιο όμορφα μυαλά είναι θαμμένα στη στάχτη που αφήνει η φωτιά της μάζας. Πόσο το μισώ! Αυτό σε καταστρέφει. Μόλις σου απλώσω το χέρι κοκκινίζεις, δειλιάζεις, πισωπατάς. Κι εγώ στραβώνω, νευριάζω με τον κόσμο, σου γράφω..

Αυτά και γι' απόψε. Μεσ' στο χαμόγελο βρίσκω ταξίδια. Σε όλα τα χαμόγελα. Μα πάνω απ' όλα στο δικό σου. Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο έτσι. Τόσο χαρούμενα. Τόσο απλά. Με ένα πάθος όχι για κάποιον άνθρωπο συγκεκριμένο, αλλά για την ίδια τη ζωή. Χαμογέλα μου και καληνύχτα..

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Δεν είναι ντροπή..

..Δεν είναι ντροπή να παραδέχεσαι τα λάθη σου..
..να ζητάς συγγνώμη, να μαθαίνεις απ' αυτά..
..πες ότι λυπάσαι, αναγνώρισέ τα πια..
..αν τα καταλάβεις δε θα τα επαναλάβεις..
..απ' τα λάθη σου μαθαίνεις, δεν τα θάβεις..

Το φως του δωματίου δεν ανάβει πια. Έχει καεί από καιρό η λάμπα αλλά δε λέω να αγοράσω καινούρια. Όπως οι ιδέες των ανθρώπων. Έχουν απο καιρό αχρηστευθεί, αλλά δε σκέφτονται να τις αλλάξουν. Ο άνθρωπος μεγαλώνει. Ωριμάζει. Αγριεύει. Δεν τον γοητεύει ότι τον άγγιζε κατάβαθα παλαιότερα. Κι όταν το κάνει τον φωνάζουν "ανώριμο". Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια. Οι άνθρωποι όμως είναι φτωχοί. Έχουν όλα χάσει το νόημά τους. Κάθε λέξη, κάθε σημασία. Μου το έχουν καταλογίσει και μένα. Το δέχομαι αν και δεν το παραδέχομαι. Όταν οι λέξεις ρέουν ασταμάτητα από μέσα σου δεν έχεις το δικαίωμα να τις εμποδίσεις. Μετράς την αξία τους, την αλήθεια τους, τη φυσικότητά τους, και τις αποτυπώνεις αναλλοίωτες στο χαρτί. Η έμπνευση είναι ιερό πράγμα. Πολλοί εκφράζονται ελεύθερα δίχως να προβλέπουν τις συνέπειες. Αυτά τα πλάσματα κάνουν κακό προτίστως στον ευατό τους. Σε μπέρδεψα? Δεν το ήθελα. Είναι ο τρόπος μου. Σε χαλάει? Άλλαξε σελίδα. Τόσο εύκολο. Δίχως τύψεις. Άλλαξε..
Άνθρωποι τόσο σοφοί τριγύρω. Γεμάτες οι τσέπες μα φουσκωμένα μυαλά. Φουσκωμένοι καβάλοι αλλά ουσία καμιά. Σου θυμίζει τίποτε?
Ότι τρομάζει απομακρύνει. Ότι τους φοβίζει, το μισούνε. Το ζηλεύουν, το χλευάζουν, το παραπετούν. Μα εκείνο μεγαλώνει. Θεριεύει. Τους κατατρώει κι ας μην το νιώθουν. Στέκονται τώρα ανήμποροι μπροστά του και μιλούν δήθεν αγέρωχα, το προσβάλλουν. Εκείνο από τη μεριά του επιχειρηματολογεί δίχως ν' αγγίζει τον κρυφό πόνο τους, με έμφυτο στόμφο έκφρασης και τους φράζει κάθε δρόμο διαφυγής της σκέψης. Έτσι τελειώνουν οι άνθρωποι. Έτσι πεθαίνουνε για πάντα στη ζωή. Έτσι ζούνε πεθαμένοι. Αγριάνθρωποι. Για πάντα. Μεγάλη μας τιμή..
Έχω χάσει το δρόμο. Είναι σκληροί οι άνθρωποι. Μα είναι και κείνοι άνθρωποι και συνεχώς το ξεχνούν. Ζητώ συγγνώμη απ' όλους. Άθελά μου τους πλήγωσα. Μεγαλώνω. Μαθαίνω. Κι όσο μαθαίνω καταλαβαίνω. Αντιδρώ και προσέχω. Γι' αυτό και συγχωρώ. Κείνοι δεν το κάνουν. Κι όμως, τους συγχωρώ. Το να γυμνάζεις την ψυχή σου δεν είναι εύκολο πράγμα. Για να το κάνεις σωστά πρέπει να θυσιάσεις πολλά. Θα μάθεις. Θα ζήσεις. Θα πάθεις. Θα καταλάβεις..
Πληρώνω καθημερινά το κόστος. Από τότε που δεν έφταιγα. Πλήρωνα για λάθη που δεν είχα διαπράξει. Πλήρωνα για στιγμές που δεν είχα ζήσει. Πληρώνω για φορές που δεν είχα αμαρτήσει. Δεν τρέχω πια όταν μου ζητούν βοήθεια. Δεν ερωτεύομαι πια γιατί ξέχασα τον τρόπο. Νεκρώθηκε ότι ομορφότερο είχα. Οι εχθροί μου μπορούν να νιώσουν επιτέλους υπερηφάνεια. Τα κατάφεραν. Πέτρωσαν την ομορφιά μου, την περιουσία μου, το βιος μου. Έτσι δε φαίνεται? Με νίκη τους δε μοιάζει? Είναι όμως? Αναρωτήσου! Είναι? Νομίζεις ότι θα το μάθεις ποτέ..?
Άφησα φίλους επειδή ένα φουστάνι μου το ζήτησε..
Πάτησα όρκους γιατί εκείνη το πρόσταξε..
Έχυσα δάκρυα για νύχτες που δεν άξιζαν..
Έσβησα όλες τις μνήμες του σχολείου γιατί πραγματικά δεν άξιζαν..
Μα είμαι 'δω. Και λέω ασυναρτησίες. Μια φίλη μου πάλι θα μου φωνάξει ότι κλείνομαι συνεχώς στον ευατό μου. Ότι θα χαθώ στον κόσμο μου. Ότι δεν καταλαβαίνει αυτά που γράφω και νευριάζει. Ότι πάντα το λουλούδι που προσφέρω στον κόσμο θα ΄χει αγκάθια από κάτω. Αλλά στο τέλος πάλι θα πει ότι εκείνη θα μ' αγαπάει για πάντα. Κι αυτό σβήνει όλα τα προηγούμενα. Μένω εκεί. Μονάχα εκεί. Γιατί ξέρω ότι το εννοεί. Έτσι είναι οι φίλοι. Ευχαριστώ. Που μπορώ και το ευχαριστιέμαι. Που μπορώ και το ζω..!
Μου έδωσαν στέμμα κάποτε. Για μια ηθική, λέει, χαμένη στις μέρες μας. Για μια μελαγχολία κρυμμένη στο γαλάζιο μου. Για ένα χαμόγελο που τελευταίο πάντοτε γλυκαίνει τα νερά. Γι' αυτή την παραξενιά που τους κλέβει την καρδιά. Μα το στέμμα ήτανε χάρτινο. Σάπισε στην πρώτη ψιχάλα..
Δε μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να ζεις. Όλοι να ζητάνε κι εσύ να μη μπορείς να δώσεις. Γιατί δεν ξέρεις πως είναι να δίνεις. Ποτέ κανείς δε σου έδωσε. Κανείς δε σου έμαθε. Λυπάμαι..
Έμαθα συγγνώμη να λέω δίχως λόγο πια. Μόνο και μόνο για να αρκούνται στη λέξη ετούτη και να μ' αφήνουν ήσυχο. Έτσι εύκολα καταλαγιάζει ο εγωισμός τους κι αρκούνται σε μια λέξη που καταβάθος δεν ξέρουν αν την εννοώ ή όχι. Λυπάμαι. Σιχαίνομαι αυτούς τους ανθρώπους. Το βάθος στην ψυχή υπάρχει για να κατέβουμε μέχρι εκεί. Τι άλλο να πω. Μονάχος τα πιστεύω..
Τους είδα να φεύγουν. Τους έδιωχνα, ναι. Το παραδέχομαι. Μα δεν το ήθελα. Ο χαρακτήρας μου βλέπεις. Κι όσο κι αν πονάει το αποδέχομαι. Η φλέβα γίνεται εύκολα πέτρα. Αρκεί λίγος χρόνος και πολύς πόνος..
Καταλάθος..
Ουδείς αλάνθαστος..
Δεν είναι κακό να φοράς μάσκα. Κακό είναι να την φοράς κι όταν κοιμάσαι. Γιατί μονάχα τότε ονειρεύεσαι αληθινά, μην το χαλάς..
Δεν είναι κακό να αμύνεσαι. Κακό είναι να το κάνεις εις βάρος του άλλου..
Μάθε να υπερασπίζεσαι το λόγο σου. Με αλήθεια. Με ευαισθησία. Δεν είναι κήρυγμα, είναι κάτι βαθύτερο. Αν το καταλαβαίνεις, έφθασες στα μισά..
Μην παίρνεις τίποτε στα σοβαρά απ' αυτά που λέω. Σήμερα η πόρτα του δωματίου μου δε φέρει κανένα νούμερο. Μα δεν ξέρεις ποτέ. Ίσως αύριο με ντύσουν στα λευκά και δε μπορώ να κουνήσω τα χέρια. Τότε το δωμάτιο θα 'χει νούμερο απ' έξω και θα τους ζητήσω να με βάλουν στην πτέρυγα με κείνους τους τρελούς που νομίζουν ότι είναι θεοί. Να μου λύσουν επιτέλους την απορία: "Γιατί έπλασαν αχάριστο τον άνθρωπο? Γιατί..?"

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Ποτέ..

..Με σκότωσαν κάπου στα 6 μου χρόνια..
..άθελά τους..
..τότε που το χαρτί μου τ' άγραφο το γέμισαν μουτζούρες..
..και κανείς έκτοτε δε βρέθηκε να τις σβήσει..
..έτσι έμεινα μόνος μου να παλεύω με τ' απολλείματα της κακίας τους..
..μόνος να προσπαθώ να τα υπερνικήσω..
..μα αν τα καταφέρω θα βγάλω φτερά σα δώρο..
..κι έτσι θα φθάσω τον άγγελό μου..
..και δε θα μας φθάνει κανείς τότε κει ψηλά..
..ακούς?..
..κανείς!..

Άραγε θα μάθω ποτέ πως είναι να μην κάνει λάθη η ψυχή μου?
Θα μάθω ποτέ να εκτιμάω ότι μου προσφέρουν?
Θα μάθω να εκτιμώ τον ευατό μου?
Δεν υπάρχει σχέση που να μη σκότωσα.
Δεν υπάρχει σχέση που να μη μου αράδιασε ολάκερου τ' ουρανού τις δικαιολογίες.
Δεν υπάρχει δάκρυ που να μην εξάντλησα.
Δεν υπάρχει νύχτα που να κοιμήθηκα ήρεμος.
Ξέρεις πόσο πονάει να βλέπεις τον άλλο να φεύγει φορώντας ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη? Εξαιτίας σου. Εναντίον σου..
Άραγε θα καταφέρω ποτέ να τιθασεύσω τις άσκοπες ορμές μου?
Θα καταφέρω ποτέ να ζήσω σ' ένα περιβάλλον που να μην κρίνουν εξ' εμφάνισης για να μπορέσω να ζήσω ευτυχισμένος με τον άγγελό μου αγκαλιά? Να ξορκίσω για πάντα τα μάγια του παρελθόντος? Για πάντα..
Άραγε θα νιώσω ποτέ πως είναι να είσαι άτρωτος? Να μη σ' ενοχλεί τίποτα? Να μη σ' αγγίζει εχθρικά τίποτε?
Άραγε θα βιώσω ποτέ την ψυχική ολοκλήρωση?
Είναι πολύ αργά για να φτιάξεις μια ζωή εδώ που έφθασες. Δυστυχώς είναι πολύ αργά. Είναι το μόνο πράγμα για το οποίο είναι πράγματι αργά..
Άραγε θα καταφέρω ποτέ να μιλήσω σα φυσιολογικός άνθρωπος? Θα σταματήσω να μιλώ με έννοιες μπερδεμένες και μαγεμένες, καθώς μπερδεύουν τους Ανθρώπους μου?
Άραγε θα πάψω ποτέ να πληγώνω ψυχές μονάχα με μια ανάσα μου?
Θα καταφέρω ποτέ άραγε να ζήσω συμβιβασμένος μέσα σε τούτη την πλάση?
Πόσο άραγε θ' αντέξω ακόμη!
Οι τάσεις αυτοκαταστροφής έχουν μεγαλώσει.
Η βροχή δεν ξεπλένει πια κανένα συναίσθημα.
Μακάρι να μπορούσα να ξεκινήσω από την αρχή.
Η μοναδική στιγμή που νιώθω άνθρωπος είναι μέσα στο στούντιο. Παρέα με την κιθάρα μου. Μονάχα μ' αυτή!
Η μοναδική στιγμή που νιώθω φυσιολογικός είναι στο στούντιο μέσα. Κανείς δε με παρεξηγεί κει μέσα. Τότε όλα τους φαίνονται όμορφα μέσα μου. Πως θα περάσω ξανά τούτο το κατώφλι? Να μπορούσα να ζήσω πλάι σ' ένα ηχείο για πάντα. Ν' ακούω τη φωνή μου. Να ζήσω τη σιωπή μου. Και το πιο τρομακτικό απ' όλα είναι όταν ο άνθρωπος στον οποίο πιστεύεις σε παροτρύνει να σκίσεις τη σελίδα. Τη σελίδα, το τραγούδι που του έγραψες. Τότε το ηχείο, ο καλύτερός σου φίλος, σε καταπίνει με το βόμβο του. Χάνεσαι στα βάθια της απόγνωσής σου, τυλίγεσαι με τις χορδές της κιθάρας σου και περιμένεις το νέο χάραμα να ξεπεζέψει. Όλο και κάποια καινούρια συμφορά θα σου προσφέρει.
Άραγε θα μάθω ποτέ πως είναι να είσαι Άνθρωπος?

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Όταν οι νεράιδες ταξιδεύουν..

Θυμάμαι καλοκαίρι να τριγυρνούν στα τέσσερα, να ζητιανεύουν έρωτα και αλητεία. Δεν είν' όλες οι νεράιδες ίδιες.
Θυμάμαι χείμωνα βροχερό, πόσο μου άρεσε να τις χαζεύω στη βροχή τους, να τινάζουν από πάνω τους τα μάγια και να γίνονται πάλι καλοκαίρι. Ο ήλιος στα μαλλιά τους, η φύση στ' αχαμνά τους. Οι νεράιδες διαφέρουν μεταξύ τους.
Θυμάμαι άνοιξη μεγάλη, που κράτησε όσο δύο λύπες μου μαζί. Θυμάμαι φθινόπωρο κανένα, που στάθηκα για ώρα στο κατώφλι της πόρτας για να μπορέσω ν' αφουγκραστώ και να καταλάβω τι μου θυμίζει! "Οι νεράιδες άργησαν εφέτος", φώναξα και ξάπλωσα χάμω από μια αγάπη να δροσιστώ. Όλες οι νεράιδες δε φυσούν το ίδιο στο μέτωπό σου.
Θυμάμαι θάλασσες, καταιγίδες, φυγές και λυτρωμούς. Τύψεις και λάθια. Προβλήματα δίχως ελπίδα λύτρωσης καμιά. Και μια βαριά αναισθησία. Θυμάμαι νεράιδες αλλιώτικες απόψε. Για όλους. Μα ποτέ για μένα..

(Όταν επιτέλους κάποιος καταλάβει τι του λέω, ίσως απελευθερωθώ απ' τα δεσμά μου. Δεν επισκέπτομαι συχνά τους γείτονές μου, αλλά ξέρουν ότι τους σκέφτομαι. Κι αν δεν το ξέρουν καιρός να το μάθουν. Κι αν δε με πιστεύουν, ας αλλάξουν γειτονιά. Λίγο θέλω για να γιάνω. Τόσο λίγο αγαπημένη μου νεράιδα. Τόσο λίγο..)

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Για πάντα..

..Σαν με ρωτήσεις τι γράφω, θα σου στείλω αφιέρωση με τ' άστρα..
..περιστέρια μαθημένα στο σκληρό βοριά να σου φιλούν τη μάσκα..
..κατάλαβες τίποτε ή μήπως να στο τραγουδήσω..
..αμάρτησα καρδιά μου, τ' όνειρο όμως από πείσμα δε θ' αφήσω..
..άκουσέ με..


Στάσου, σου φώναξα δειλά κι έκλεψα κρυφά μια καληνύχτα.
Στάσου, ικέτεψα και ταξίδεψα με μια ανάσα στο κορμί σου, μια αλήθεια.
Στάσου και δίψασα, γύρε από το δάκρυ σου να πιω, να με μαγέψει. Δε λέω ψέματα, αλήθεια το βλέμμα μου μπορεί να σε γιατρέψει. Να σε φροντίσω, να σε παινέψω προσπαθώ, να σε φιλήσω. Να μου ζήσεις αγαπημένη μου, ξεροστάλιασα μεσ' στο κρύο να καρτερώ ένα φιλί σου.
Μην κοιτάζεις που εύκολα μιλώ, δε με γνωρίζεις. Μην κοιτάζεις που στ' αστέρια τραγουδώ, είναι γιατί μου λείπεις. Μην πιστεύεις ότι νύχτα θα σου πω γιατί τρομάζω από την όψη μου το χάραμα κι αλλάζω.
Μην περιμένεις να σε παντρευτώ, ήμουν εκείνος που σε παράτησε γι' αστείο. Είμαι κείνος που τα βράδια ονειρεύεσαι να κατακτήσεις. Είμ' εκείνος π' αγαπάς, εκείνος που σε λίγο θα μισήσεις. Μη ρωτάς πως είμαι τόσο σίγουρος για μας. Είμαι μάντης και θηρίο. Μελετάω τ' άστρα την ημέρα και τα τυραννώ με μελωδίες το βράδυ. Μη με περιμένεις..
Σταμάτα να μου μιλάς στον ενικό, λίγο σεβασμό ζητώ κι άλλες πολλές εκπλήξεις. Μπροστά στης τρέλας το χαμό, στα σκοτεινά θα με συναντήσεις. Φλογέρα θα κρατώ, θα κελαηδώ σαν πουλάκι το καλοκαίρι. Διψασμένο, μοναχό, ιδρωμένο από την αφόρητη την ανθρωπιά τους.
Στάσου λιγάκι, καρτερώ, να σε ιδώ, στην αγκαλιά μου να σε σφίξω. Οι λέξεις τρέχουνε ποτάμι αλαργινό, σα στάχυ στ' ανοιχτά που με φυσά ο αέρας. Στην τύχη γράφω και θωρώ της παναγιάς τα μάτια. Την είδα εμπρός μια φορά, ξαφνικά, κόπηκε η καρδιά μου σε κομμάτια. Μα κείνη μητέρα του θεού, με τύλιξε στα σπάργανά της. Φοβήθηκα πολύ, αμαρτωλό με φώναξε, με τύναξε απ' την ποδιά της. Τρομερό!
Έτσι αφέθηκα να κολυμπώ στα δυο σου γαλάζια μάτια. Μην περιμένεις να σωθώ, βουλιάζω σαν τα πιο γενναία καράβια. Κι αν ανταπόκριση δε βρω, δε θα χαθώ, δε θα λυγίσω. Θα πεθάνω μονάχος να σωθώ, σα φάντασμα θα επιστρέψω, θα σε κυνηγήσω. Θα μ' αγαπάς για πάντα μισητή μου ύπαρξη..
Θα σ' αγαπώ κι εγώ για πάντα..
Καληνύχτα..

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Κείνο το παιδί..

Θυμάμαι κείνο το παιδί. Τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα ζωγραφιές. "Πιάνει το χέρι του", έλεγε η δασκάλα. Δε ζωγράφιζε ποτέ φεγγάρι. Του θύμιζε νύχτες και σκοτάδια. Ψέμα και λάθια. Ούτε ήλιο ζωγράφιζε ποτέ, ούτε αστέρι. Τόσο φωτεινά του έμοιαζαν και τα ζήλευε. Ζωγράφιζε μονάχα κλόουν, αστεία πρόσωπα και καρτούν. Μάσκες γεμάτες λύπη. Κι όμως χαμογελούσε συνέχεια. Ο ψυχολόγος έλεγε ότι του έλειπε αγάπη. "Μα το υπεραγαπάμε", είπε η μαμά του. Και το παιδί που το άκουσε, ζωγράφισε για πρώτη φορά φεγγάρι. Ένα μεγάλο κατακόκκινο φεγγάρι..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Καθόταν πάντοτε στο τελευταίο θρανίο. Ήτανε μέτριος μαθητής, κι ας μη διάβαζε ποτέ. Η δασκάλα έλεγε ότι ήτανε έξυπνος. Αλλά πολύ ήσυχος. Κι η μαμά του δεν την πίστευε. Μέσα στο σπίτι δεν καθότανε στιγμή. Αεικίνητος. Τα βράδυα δεν κοιμόταν από την υπερένταση. Γεμάτος ενέργεια. "Είναι υπερκινητικός", είπε ο γιατρός. Κι η μαμά του αναστέναξε!
Θυμάμαι το παιδί ετούτο. Ήταν μικροκαμωμένο, όμορφο στην όψη, με μια ψυχή σφαλισμένη γερά. Όπως και τα χείλη του. "Είναι αγαθός", έλεγαν οι συμμαθήτριές του. Αλλά το παιδί δεν κατάλαβε ποτέ αν το έλεγαν από λύπηση ή συμπόνια. Πάντοτε μπέρδευε τις δύο τούτες έννοιες, το καλό και το κακό. "Τόσο σχετικά είναι όλα στο μυαλό των ανθρώπων", έλεγε στη μαμά του. Κι εκείνη έκανε το σταυρό της γιατί την παραξένευαν τα λόγια του παιδιού της..
Θυμάμαι εκείνο το παιδί. Δεν είχε φίλους. Είχε πάντοτε μεγάλες παρέες. Αλλά ποτέ δεν ένιωθε ότι είχε φίλους. Κι όταν τελικά κάτι ένιωθε, οι φίλοι έφευγαν γιατί εκείνος δεν τους άνοιγε την ψυχή του. "Δεν κάνουν έτσι οι φίλοι", του έλεγαν. Και το παιδί έτρεχε μακριά τους κι έκλαιγε. Ποτέ κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Έτσι βγάζουν συμπεράσματα οι άνθρωποι. Αν δεν τους πεις πως αισθάνεσαι δε μπορούν να καταλάβουν. Αν δεν τους πεις ότι κλαις, ή αν δε σε δουν, σε θεωρούν αναίσθητο. Και το παιδί μ' αυτή τη σκέψη έκλαψε κάτω απ το φεγγάρι..
Θυμάμαι το έρμο αυτό παιδί. Τα μάτια του στο χρώμα μιας ξεχασμένης θάλασσας. Eνός απάτητου ουρανού. Αυτά κοιτούσε κι η κοπελιά του κείνο το βράδυ. Το πρώτο του βράδυ, γύρω στα 19. Περασμένα 19. Μεγάλος θα μου πεις. Μα μέχρι τότε δεν ήταν παρά ένα παιδί. Με ανάστημα μικρότερο του κανονικού, οι νεράιδες δεν τον κοιτούσαν κι οι άγγελοι δεν είχαν κατέβει ακόμη στη γη. Στα 19 άρχισε να ωριμάζει εξωτερικά. Εσωτερικά όμως τον έτρωγε το σαράκι. Η κιθάρα του ένιωθε μια αλλόκοτη μοναξιά. Ταίρι κανένα. Κι οι λέξεις του ηχούσαν παράξενα στ' αυτιά των μικρών ξωτικών κοριτσιών. Οι ορμόνες του να χτυπούν αλύπητα την καρδιά του. Και λίγο παρακάτω. Αρκετά παρακάτω. Και να μη μπορεί να απελευθερώσει το χείμαρρό του. Πουθενά. Κείνη τον κοιτούσε στα μάτια. Ονειρευόταν οικογένεια, ενώ εκείνο το παιδί ήθελε μονάχα να κοιτάζουν το φεγγάρι παρέα. Μπορεί να μη ζωγράφιζε πια. Μπορεί να μην του άρεσε να απεικονίζει στο χαρτί την τόση ομορφιά του σκοτεινού φεγγαριού, αλλά ποθούσε κάθε βράδυ να το χαζεύει απ' το παράθυρο. "Είσαι χαζορομαντικός", του είπε εκείνη. Το παιδί σώπασε. Ο χείμαρρος καταλάγιασε. Τα μάτια του δάκρυσαν. Μα δεν το έδειξαν. Σκέφτηκε, "Έτσι είναι οι γυναίκες?" Έτσι σώπασε κι η σκέψη του..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Μιλούσε με τα μάτια, μα δεν κοίταζε ποτέ τον άλλο μεσ' στα μάτια. Μιλούσε αλλόκοτα. Δεν έγραφε μόνο για παραμύθια, αλλά ζούσε μεσ' στα παραμύθια. Άλλοτε πίστευε στο θεό, άλλοτε όχι. Πάντοτε σιωπηλός, χαμηλών τόνων, μικρής πρωτοβουλίας σε όλες τις πλευρές της ζωής, πληγωμένος. Τούτη τη λέξη, την τελευταία, τη λέω μοναχά μια φορά. Αλλά η επιρροή της στο μέλλον του παιδιού είναι καθοριστική. Παιδιά με τέτοιο παρελθόν δεν τη βγάζουν συχνά καθαρή. Η σωστή εκτίμηση με μία λέξη. Αυτοκαταστροφή..
Θυμάμαι κείνο το παιδί. Πόσο γλυκιά η μελαγχολία που τον τύλιγε. Γύρω στους 8 μήνες και δεν άντεξε. Της είπε "Αντίο". Εκείνη λύγισε. ¨Κι η οικογένεια που ονειρευόμασταν αγκαλιά?¨, τον ρώτησε. "Θυμήσου. Μονάχη σου ονειρευόσουν. Εγώ ποτέ δε μίλησα." Εκείνη τον κυνήγησε. Εκείνος αρνήθηκε. Από τότε τον κυνηγάει ετούτη η κατάρα. Οι απορρίψεις έπεφταν βροχή. Δεν περπατούσε πια, μπουσουλούσε. Κλεινόταν σ' ένα δωμάτιο που πολλές φορές σκέφτηκε να βάψει με μαύρο χρώμα. Μα οι γονείς του του είπαν "Σ' αγαπάμε", κι ας μην καταλάβαιναν τι είχε. Το παιδί χαμογέλασε για πρώτη φορά. Και ψέλλισε, "Δε μου αρκεί. Είστε γονείς μου. Το 'χετε έμφυτο να μ' αγαπάτε. Αν δε μπορώ να κερδίσω την αγάπη ενός αγνώστου, τι να μου κάνει η δεδομένη η δική σας? Δε μου αρκεί." Ζει μια ζωή που κανείς δεν ξέρει το προσκήνιο. Κανείς δεν ξέρει πως νιώθει τούτο το παιδί. Κανείς ποτέ δε θα μάθει. Η ντροπή καμιά φορά είναι μεγαλύτερη από κάθε αγάπη. Και το παιδί την αισθάνθηκε πάλι. Τη θυμήθηκε πάλι. Κι έκλαψε πάλι.
Μα δεν έλειψε το συναίσθημα. Θυμάμαι ακόμη τούτο το παιδί που ταξίδεψε για να τη δει. Χιλιόμετρα για να τη δει. Τον πρώτο έρωτα. Μα ο προηγούμενος? Μα εκείνος ίσως ποτέ να μην ήταν έρωτας. Ίσως.. Ώρες πολλές στο τελευταίο βαγόνι. Μια φορά. Για μια στιγμή. Και μετά πέθανε. Έμεινε με το εισιτήριο στο χέρι να κοιτάζει το μήνυμα..."Καλύτερα να μην έρθεις." Έψαχνε γι' ανθρώπους και βρήκε συντρίμια στο στήθος του. Ας είναι. Εκείνη ξέρει καλύτερα. Ένιωσε πολλά και τα είπε. Αλλά το μετάνιωσε. Κι από τότε δεν ξαναμίλησε. Ούτε θα ξαναμιλήσει. "Είσαι των άκρων", του είπε μια φίλη του. Κι εκείνος χαμογέλασε αμυδρά και κλείστηκε πιο πολύ στον ευατό του..
Που να χάθηκε τούτο το παιδί? Πέρασαν έκτοτε γοργόνες, νεράιδες, καλοί και κακοί προφήτες, αλλά τίποτε δεν τον άγγιξε. Μέχρι να προλάβει να το φχαριστηθεί, όλα ετούτα χάνονταν. Όσο γρήγορα εμφανίζονταν. Μα δεν τον άγγιζαν πια. Δεν τον ευχαριστούσαν, αλλά ούτε και τον πλήγωναν. Χτίστηκαν κείνα που 'χαν διαλυθεί. Συντρίμια δεν είναι πια, αλλά ούτε με καρδιά μοιάζουν. Δεν έχει σημασία καμιά. Τώρα βρίσκει τον ευατό του αλλιώτικο. Δεν ανησυχεί πια για κείνον. Αλλά δεν ανησυχεί και για κανέναν άλλο. Η πληγή έγινε εγωισμός. Όχι αγάπη για τον ευατό του, αλλά μίσος για τους ανθρώπους που τον έφθασαν σε τούτο το σημείο. "Παιδί μου, δε φταίει ο κόσμος για τη φτιάξη μας. Φταίμε εμείς που τα παίρνουμε όλα τις μετρητοίς. Κι ας τα προκαλούν εκείνοι", του είπε κάποτε ένας παπάς. "Πάτερ, εσείς γιατί απαρνηθήκατε τον κόσμο και καλογερέψατε?", ρώτησε τότε το παιδί. "Γιατί κουράστηκα απ' αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που περιγράφεις παιδί μου..." Και το παιδί χαμογέλασε.

Είναι κουραστικό απόψε να 'σαι μικρός πρίγκιπας. Να είσαι άνθρωπος καλός και δίκαιος. Δεν είναι όμως θέμα επιλογής, είναι καθαρά θέμα φτιάξης και αισθήματος. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Είναι κουραστικό να είσαι άγγελος. Είναι καταστροφικό να έχεις ένα παρελθόν όπως ετούτου του παιδιού, αλλά δυστυχώς αναπόφευκτο να το αποφύγεις. Κι έτυχε ο άγγελος να έρθει σε άσχημη στιγμή. Σε πολύ άσχημη στιγμή. Πως να αναστηθεί ετούτη η καρδιά? Είναι καρδιά παιδιού ακόμα κι ας είναι πετρωμένη..

Ακόμη το θυμάμαι τούτο το παιδί. Ποτέ δεν το ξεχνάω. Κάθε μέρα το κοιτάζω στον καθρέφτη και δακρύζω..

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Καληνύχτα..

Δεν είναι ο καιρός που έχεις να γράψεις. Είναι τα φεγγάρια που δε ζουν πια στον καιρό σου. Είναι που οι λέξεις που δε ζουν πια στο ημίφως. Είναι γιατί σοβάρεψες τελικά κι έχεις παραιτηθεί από κάθε είδους ζωή. Κατηγόριες. Δήθεν ώριμες υποσχέσεις και σκάρτα φιλιά πίσω από μια πόρτα μισάνοιχτη. Το πάθος μιας ζωής έγινε πια πραγματικότητα. Επιτέλους τα χείλη σου βρήκαν ποθητό μικρόφωνο ν' ακουμπήσουν. Ποτέ δε θα πάψουν εκείνες οι συκοφαντικές φωνές. Ποιος νοιάζεται όμως? Δεν πέτρωσες απλώς. Κατατρύλησες κι έσβησες στην αγκαλιά της λήθης. Η αναισθησία προσόν. Κι ότι και να κάνεις, το 'χεις αποδεχθεί. Η ψυχή σου δεν έχει θέση πουθενά. Όνειρα άπιαστα διαρκώς στ' αληθινά. Όνειρα χαμένα.
Οι δρόμοι που περπάτησες, οι γυναίκες που γνώρισες κι όλο δηλητήριο έσταζαν. Οι θάνατοι που ένιωσες σε κάθε χωρισμό. Τα ηχηρά χαμόγελα σε κάθε σου παραπάτημα. Η υποτιθέμενη εμπιστοσύνη. Ένα χιούμορ που χτυπά βαθιά στην ευαισθησία σου και χαράζει πληγές που ποτέ δε θα κλείσουν στα βάθεια σου. Μα δεν έχει σημασία πια. Όνειρα γλυκά..
Κάπως έτσι πάει ο σκοπός της ζωής. Μονάχα νύχτα. Κείνη μ' έριξε στο κρεβάτι και τώρα υποφέρω. Πουτάνα και πως να της αντισταθώ. Ειν' το φεγγάρι που κάνει σκόντο και σε κολάζει. Η πιο μεγάλη ευαισθησία εκφράζεται με μάτια κλειστά και φώτα χαμηλά. Μονάχα νύχτα. Έτσι και την πληρώνεις. Μια γειτονιά όλες οι ψυχές. Θυμωμένοι γείτονες. Καταραμένη ευαισθησία. Όνειρα όμορφα κι αλλοτινά..
Είν΄κατάντια η απελπισία. Μα είναι πάθος η ματαιοδοξία. Είναι έρωτας η θλίψη. Κι η μεγαλύτερη χαρά η γιατρειά της. Κάνω προσπάθεια να σου μιλήσω. Προβάρω τα λόγια μου κάθε βράδυ πριν ξαπλώσω. Αντί για προσευχή έχω το τραγούδι σου στα χείλη μου. Σε 'κρυψε ο κόσμος. Ποτέ δε θα σε βρω. Κι όσο με πολεμάνε θα ξαγρυπνάω. Όσο δε θα 'χω κανένα να με φροντίζει θα πονάω. Κι όσο θα πονάω, θα τραγουδάω. Το τραγούδι σου. Αντί για προσευχή. Καληνύχτα..

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Νέα μέρα..

Τελικά οι άνθρωποι δε διαφέρουν. Δεν είναι ίδιοι. Είναι καταδικασμένοι να πληγώνουν αλλήλους αιωνίως. Καταραμένοι να φορούν ψεύτικα χαμόγελα και φθηνές συνήθειες για μια ζωή. Να σκοτώνουν νοερά τα τέκνα τους και να πίνουν το αίμα τους. Το ίδιο το σπέρμα τους. Δεν είναι αστείο, ούτε καν αηδιαστικό. Είναι πραγματικό. Εφιαλτικά πραγματικό. Ονειρεμένο!
Οι άνθρωποι γίνονται θηρία όταν δεν πραγματοποιούνται τα θέλω τους. Εκείνη προσκυνά εκείνον. Εκείνος δε σέβεται εκείνη. Εκείνη του κάνει όλα τα χατίρια. Εκείνος δε δίνει δεκάρα για κείνη. Εκείνη θα πεθάνει μαζί του, κυριολεκτικά. Κι εκείνος το ίδιο θα κάνει, φαινομενικά.
Τελικά οι άνθρωποι είναι φίδια, αφού τυλίγονται γύρω σου δίχως να τους θέλεις. Σκορπιοί, αφού χύνοντάς δηλητήριο σου θυμίζουν την πραγματική σου ζωή. Γεράκια, αφού σου ξεσκίζουνε τα όνειρα με νύχια γαμψά, με τόσο πάθος στο ράμφος.
Τελικά οι άνθρωποι είναι χωρίς καρδιά. Μη με ρωτήσεις τι φορώ. Μαύρα και το ξέρεις. Μη με ρωτάς τι καρτερώ. Τίποτε και είμαι σίγουρος πως είσαι σίγουρος. Μη με ρωτάς τι ποθώ. Είμαι μικρός και δεν το φθάνω και να θέλω. Ζω σε μια πραγματικότητα πλασμένη αγνά, παιδικά. Χρόνια την οργάνωνα και τώρα πια ήρθε η ώρα να ζήσω μέσα της βαθιά. Πασχίζω μονάχος, μα ολομόναχος, να ξεφύγω από τη δίνη ενός παράξενου μυαλού. Γεννημένος στ' άχυρα, μεγαλωμένος με γάλα μεταλλαγμένο, μονάχα έτσι κατάφερα κι έγινα άνθρωπος. Φριχτός. Καλύτερος απ' τον καθένα. Πιο μικρός απ' τον μικρότερο. Δεν είναι θέμα σύγκρισης. Είναι θέμα κυκλοθυμίας..
Τελικά οι άνθρωποι δεν είναι συναισθήματα όπως πίστευα παλαιότερα. Δε διαφέρουν καθόλου οι ψυχές. Είναι ίδιες κάτω απ' το φως μιας απογοήτευσης άδικης ή δικαιολογημένης. Θα πεθάνω απ' το παράπονο. Όχι απ' το δικό μου, αλλά των άλλων προς εμένα. Δε ζήτησα από κανένα να μου κάνει παρέα στη μοναξιά μου. Ούτε πήρα ποτέ το θάρρος να μπω στη ζωή κανενός με τη βία. Κι αν το έκανα καμιά φορά από πείσμα, υποχώρησα στην πρώτη ψιχάλα. Φοβάμαι τη βροχή!
Τελικά ο άνθρωπος δε χωρά στα μάτια κανενός ανθρώπου. Δεν υπάρχουν αρσενικά, θηλυκά κι ενδιάμεσα. Υπάρχουνε βροντές, αστραπές, καταιγίδες και χαλάζια. Τα πιο όμορφα χαλάζια. Οι πιο βαριές σταγόνες που συγκρίνονται μονάχα με τα δάκρυα του φετινού καλοκαιριού. Αι, σιχτίρ πια κόσμε, αγάπα με..
Κι ήρθε η ώρα να μιλήσω για σένα. Για σένα, για μένα, για κάθε άνθρωπο κανένα. Όταν σκοτεινιάζω πάντα φέγγεις, όχι όμως για να με φωτίσεις, αλλά για να μου κρύψεις την όμορφή μου μοναξιά. Όταν ξαπλώνω φεύγεις. Όταν δακρύζω γελάς. Όταν φωνάζω σωπαίνεις. Όταν παραπονιέμαι ειρωνεύεσαι, σαν το σύννεφο σκορπάς. Ουρανέ μου..
Κι ήρθε η ώρα για να τελειώσω, να φύγω, να χαθώ. Ποτέ δε θα βελτιωθώ. Κάθε που βάζω φωτιά, απλώνεις το χέρι σου και την αγκαλιάζεις. Και μετά ζητάς παρηγοριά. Πότε θα καταλάβεις ότι δε ζητώ παρηγοριά? Ότι γράφω, το γράφω για να ανακουφιστεί τούτη η δόλια ψυχή, όχι για να τη συμβουλέψει μια άλλη που δε μπορεί να ζυγίσει ούτε τ' άρωμά της! Πότε θα καταλάβεις ότι δεν ακούω κανένα και τίποτα? Ότι θα πετάω στα όνειρά μου μέχρι ο αγέρας, και μόνο αυτός, να μου κόψει τα φτερά! Πότε θα συνειδητοποιήσεις ότι γεννιέμαι κάθε μέρα αλλιώτικος? Κάθε μέρα γνωρίζω τον κόσμο απ' την αρχή. Κάθε μέρα το ίδιο απόκοσμο μένος για τον κόσμο, την ίδια αθώα χαρά για το κάθε φορά πρώτο φιλί, το ίδιο πάθος για μιας αγκαλιάς ηδονή. Ότι ξέρεις για μένα ξέχασέ το. Θ' αναγεννηθώ από τη στάχτη μου, αφού διαισθάνομαι τον ψυχικό θάνατό μου. Περίμενέ με. Ο ίδιος θα 'μαι. Για μια βραδιά μονάχα. Ο ίδιος για πάντα..
Κάθε μέρα.. νέα μέρα..

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Αγάπησες..

Δεν ήταν ταξίδι. Πληγή. Καμία. Δάκρυ. Ένα. Που κρατά για ώρες. Για μέρες. Για χρόνια. Φεγγάρι. Ένα. Μα ποτέ ολόκληρο.
Πριν έρθω έφυγες. Πριν προλάβω να χαμογελάσω μου πέρασες τη φταίξη στο λαιμό.
Δεν είμαι άνθρωπος. Δε ζω ανάμεσά τους. Δεν είναι πρόβλημα το χαμόγελο. Είναι πρόβλημα ο τρόπος που το χρησιμοποιώ.
Δε ζωγραφίζονται πια εκφράσεις στο πρόσωπό μου. Το ίδιο πάντοτε βλέμμα καρφωμένο στα βάθεια του ουρανού και κάτι αλλοτινές λέξεις, παρμένες από παραμύθια που μόνος έπλασα.
Πρώτη φορά ένιωσα άνθρωπος. Πρώτη φορά αγάπησα. Με κείνη την έννοια τη βαθιά που πρωτοέμαθα και πόθησα. Πρώτη φορά που είμαι περήφανος για τον ευατό μου. Για ένα κομμάτι από τον ευατό μου. Για ένα μικρό κομμάτι από τον ευατό μου.
Τα χείλη σφαλισμένα γερά σε σχήμα δίχως σχήμα. Οι ίδιες πάντοτε λέξεις. Τίποτε δεν άλλαξε.
Κοιτάζεις τη φωτιά με μάτια που δεν καίνε. Μόνος κάθε βράδυ, ξεμακραίνεις σε αμμουδιές, με χορδές αγκαλιά που κλαίνε. Ακόμη και τα δάκρυα δε βγαίνουν απ' τα μάτια. Ξέρουν ότι καλοδεχούμενα δεν είναι. Μη σαστίζεις. Μην αντιδράς. Μη μου πεις αντίο. Μη..
Δεν έχει σημασία πια που βάζεις τα κενά, πως ενώνεις τις προτάσεις, πως χρησιμοποιείς τις τελείες. Σημασία έχει να ρέει η σκέψη αυθόρμητη και ν' αγκαλιάζει το χαρτί που τόσο σου έλειψε.
Αγάπησες δίχως ν' αγαπήσεις. Ετούτη είν' η αμαρτία σου. Αυτή σε οδηγεί στην κόλαση του μυαλού σου.
Αγάπησες δίχως ν' αγαπήσεις. Φοβάσαι. Κι είμ΄εγώ ο φόβος σου. Είμ΄εγώ ο δικός μου φόβος.
Κατηγόρησέ με. Για το παρελθόν που 'γινε σκιά μου. Τα λάθη που φαντάζουν συνήθειά μου. Ακίνητος. Αμίλητος. Άγαλμα το συναίσθημα. Το τέλος πάντοτε αρχή μου.
Και πάλι απ' την αρχή. Πάλι θα πονάς. Εξαιτίας της αγάπης μου. Πάντοτε θα πονάς. Κι εγώ αναίσθητος θα σε κοιτάζω, σιωπηλός να λέω τόσα. Πέταξα. Μα όχι μακριά..
Αφού αγάπησα. Δίχως ν΄αγαπήσω..
Σ' άλλον μοιάζω με 14, σ' άλλον με 45. Με κλείδωσες. Μια ζωή γύρω από ανθρώπους-φαντάσματα. Ξέρεις, είμαι 23. Κι αν σου μοιάζω ανώριμος, κοίταξε τ' αστέρια και προσευχήσου για μένα. Αν σου μοιάζω παράξενος, κούνα το κεφάλι σου να κυλήσει το μυαλό χαμηλά στην καρδιά μήπως και με νιώσεις. Αν σου μοιάζω πάλι ψεύτικος, πέσε στο πρώτο κύμα και μην κουνάς χέρια και πόδια. Ο βυθός θα γίνει ένα με τη γνώμη σου.
Αγάπησα γιατί έτσι έπρεπε. Μου το 'πε η ψυχή μου ψιθυριστά, δεν το σκέφτηκα, την άκουσα. Υπάκουσα. Αγάπησα. Τώρα τα σχόλια πάνε κι έρχονται. Μιλούν και μιλούν. Κρίνουν κι αφήνουν στην άκρη συμπεράσματα μισά. Πότε θ' αλλάξει ο κόσμος ετούτος? Πότε θα κουνήσεις τα φτερά σου να ελευθερωθείς από τα δεσμά μου? Κείνοι που μιλούν δε γνωρίζουν τίποτε για μένα. Ούτε τη μυρωδιά μου. Τι αστείο! Δεν ξέρουν καν τι χρώμα έχει η ανάσα μου. Μα μιλούν. Πότε θ' αλλάξει ο κόσμος ετούτος? Ίσως τελικά πρέπει ν΄αλλάξω εγώ. Ίσως..
Μα δεν τελειώνει εδώ. Σα να χαραμίζω το χρόνο μου στην τρέλα τους, στον κόσμο τους το μισητό. Το περιβάλλον που τους ανέθρεψε μυρίζει άσχημα. Καλομαθημένοι εγωισμοί, απόψεις ανήθικες, τόσο απόμακρες από τη δική μου φτιάξη. Πόσο αστείο μοιάζει το ότι νιώθω περήφανος που έμαθα ν' αγαπώ με λάθος τρόπο?
Σχολιάζουν και γελούν γιατί δεν καταλαβαίνουν. Τίποτα. Φουσκώνουν. Ξεφουσκώνουν. Μα βαθιά μέσα τους τρέμουν. Και τη σκιά τους ακόμη..
Όλοι τους με κοιτούν αλλά νιώθω ότι δε φαίνομαι. Με κρύβει το παράπονο. Δεν άλλαξα. Δεν αφήνω τον ευατό μου ελεύθερο πιο πέρα από τις γραμμές ετούτες. Δε ζητάω βοήθεια. Αύριο θα 'μαι πάλι εδώ. Πέρνα μια βόλτα να με δεις. Θα σου χαμογελώ..

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Δεν είναι λόγια.. είναι στιγμές..

..Δεν είναι τα λόγια απαισιόδοξα. Είναι οι άνθρωποι. Οι ψυχές που τα φτύνουν..
..Δε μπορείς να κατηγορείς το δημιούργημά σου όταν εσύ το έχεις πλάσει ανάλογα..
..Δε μπορείς να ξεσπάς στο γέννημά σου μονάχα γιατί έχεις ανεκπλήρωτες τάσεις δημιουργικής στοργής..
..Δε γράφω για να σου δώσω να καταλάβεις..
..Γράφω μονάχα για να καταλάβεις ότι δε βοηθάς με το να κρίνεις ετούτο που εσύ του έδωσες σχήμα και χαρακτήρα..


Μεγάλωσε η κοιλιά σου ξαφνικά..

Γεννήθηκα από μια χορδή. Συρμάτινη. Μ' αυτή θα φύγω, αγκαλιά. Γύρω απ' το λαιμό σημάδι.
Ζω στο σκοτάδι. Ποτέ δε θα τ' απαρνηθώ. Μονάχα εκεί θα ζω. Θυμήσου πότε σε γνώρισα. Που σε γνώρισα! Θυμήσου.
Έφυγες. Γύριζες δωμάτια μισοσκότεινα. Όσα είναι μισά, τα μισώ. Ότι έχει το χρώμα σου ποθώ. Σ' έδιωξα. Έφυγες. Γύρισες. Και κουβαλούσες κάτι δικό μου μέσα σου. Έτσι λες. Δε σε πιστεύω. Κι αν είναι όντως έτσι? Δέσμιος μιας στιγμής? Δέσμιος μιας ψυχής..
Μεγάλωσα ξαφνικά. Σε ένα βράδυ. Κάθε νυχτιά φρέσκο γάλα. Η βροχή σου με καλύπτει. Μι' αστραπή στα μάτια σου. Δε γράφω για να κάνω εντύπωση σε κανένα. Δε γράφω κανείς για να με ερωτευθεί. Γράφω γιατί δεν ξέρω να μιλώ. Γράφω γιατί ο νους δέθηκε κόμπο με την ψυχή και δεν ξεχωρίζει συναισθήματα, λάθος και σωστό.
Με απογοήτευσες ευατέ μου. Πόσο απρόσμενο είν' ετούτο? Ήρθες. Κουβαλάς μέσα σου το φως μου, το βιος μου, την ύπαρξή μου τη μοναδική. Που να πάω να το πω? Ποιος θα με πιστέψει?
Γιατί δεν ερχόσουν όταν σε ήθελα? Στο σκοτάδι τώρα εμφανίστηκες σα σκιά με λάθος σπέρμα στην κοιλιά σου. Τι μεγαλώνει μέσα σου? Εγώ ή κάτι δικό μου?
Έδιωξα νεράιδες. Δεν έδιωξα. Φύγανε. Δε φύγανε, τις πλήγωσα. Άθελά μου. Δε φταίει κανείς ευατέ μου. Εσύ μονάχα. Πισωπατάς για να δείξεις τι? Δειλία? Φόβο? Μια ζωή ένα παράπονο. Αμέτοχος είσαι. Ο τρόπος σου δείχνει φωτεινός μα μισείς και τον ευατό σου. Γι' αυτό κάνεις πίσω. Μέχρι ο κόσμος να σου πει: "Γύρισε. Έγινες άνθρωπος πια". Θα ζω γι' αυτή τη στιγμή. Μονάχα γι' αυτή.

Αλλού πετούν οι νεράιδες.. αλλού οι άγγελοι..

Ένας άγγελος στην πόρτα μου, μια νεράιδα που περιμένει. Η μεγαλύτερη αγάπη ο άγγελος, η νεράιδα θα μου πει για τα δικά της θέλω.
Οι άγγελοι ποτέ δε θα ζήσουν το ψέμα μου. Δε θα το επιτρέψω. Είναι τόσο αληθινοί. Τόσο αγνοί. Πρέπει να 'ναι τόσο ευτυχισμένοι. Ποτέ δε θα μπουν στο κελί μου, κει που οι ψυχές βγαίνουν τρικλίζοντας από φόβο και μίσος. Ο αληθινός μου ευατός ταλαιπωρεί. Όλους. Και πρωτίστως εμένα..
Μια σιωπή που γεννήθηκε πριν από μένα. Πήρε τα χείλη μου και τα 'κανε δικά της. Γιατί δεν ερχόσουν ποτέ όταν σε ήθελα? Κι έρχεσαι τώρα με μια νέα ζωή να με τυρρανήσεις? Έφταιξα. Θα πληρώσω..

Σπάσαν τα νερά..

Γεννήθηκα από μια χορδή. Συρμάτινη. Μ' αυτή θα φύγω, γύρω απ' το λαιμό. Αλλά ποιος θα φροντίζει μετά το διάβολο που κουβαλάς μέσα σου? Στ' αλήθεια είμ' εγώ εκεί μέσα? Στ' αλήθεια άφησα το σημάδι μου? Συγχώρα με αλλά θα το αντιμετωπίσω. Μπορεί να κάνω λάθη αλλά τα πληρώνω. Δε θα ζήσω για σένα, ούτε για το διάβολό σου. Θα ζήσω για να κάνω το διάβολο αγγελούδι. Σαν εκείνο που γνώρισα στ' αλήθεια. Κι ας μην άξιζε καν να το αντικρίσω. Θα το αγκαλιάζω για πάντα σαν εκείνο που αγάπησα. Θα το αγαπήσω όπως εκείνο που αγάπησα.
Συγχώρα με. Γεννήθηκα..

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Πάντοτε κάποιος χαίρεται..

..με τον πόνο κάποιου άλλου..

Πέρασαν μέρες. Από τότε που έψαχνα στα βάθη μου να ξεριζώσω μνήμες. Από τότε που οργιζόμουν με τη βλακεία των ανθρώπων. Από τότε που σιωπούσα γιατί δεν ήθελα να στραβώσει το χαμόγελό μου απ' την κακία τους. Ο καθένας με το δίκιο του, ο καθείς με το πρόβλημά του. Αν δε μπορείς να μεταφράσεις τις λέξεις μην μπαίνεις στον κόπο να διαβάσεις ένα κείμενο. Αν δε μπορείς να κοιτάξεις πίσω από τη λέξη "σ' αγαπώ" μην τολμήσεις να με κοιτάξεις στα μάτια. Αν δε μπορείς να σεβαστείς τον πόνο μιας ψυχής, πλησίασε να σου δείξω τι αξίζεις.
Πάντοτε είχα μια ικανότητα. Έφτιαχνα ασυνείδητα τα πολλά μου λίγα. Αλλά τα λίγα του άλλου πολλά. Μεγάλωσα με διαφορετικές αρχές κι έτσι ξεχώρισα απ΄το πλήθος. Μικρό δε με μπόλιαζαν μονάχα για τις ασθένειες της σάρκας, αλλά κυρίως για τη γρίπη της ψυχής. Έμαθα να μεταφράζω καθετί που έβλεπα σύμφωνα με τη δική μου οπτική, σύμφωνα με τη δική μου ηθική. Κι είμαι περήφανος όχι για τον εγωισμό μου, ούτε για την υπερβολή μου να εμένω στα εσώτερα κάθε ανθρώπου, αλλά για την ικανότητά μου αυτή, να φτιάχνω τον κόσμο μου όπως θέλω εγώ. Να μην πειράζω κανένα. Να μην πλησιάζω κανένα, για να μη του μεταδώσω τα μεονεκτήματά μου. Να μη μιλώ με κανένα για να μη δημιουργήσω διαφωνίες. Κι όμως όλ' αυτά να παίρνουν νόημα και ύπαρξη όταν γνωρίσεις τον άνθρωπό σου. Και ποιος νοιάστηκε για τη γνώμη των άλλων τελικά, όταν έχεις τον μοναδικό Άνθρωπο πλάι σου? Όταν κάποιοι θέλουν να γίνουν θεοί στη θέση του θεού?
Ποιος μπορεί να με κατηγορήσει για τα πιστεύω μου? Για τη θρησκεία μου? Την πολιτική μου πεποίθηση? Για τον κόσμο μου, που δεν έχει καμία σχέση μ' αυτόν που στην πραγματικότητα κατοικώ, αλλά αυτόν που νοερά ζω κάθε μέρα. Για τους αγγέλους που λίγοι αναγνωρίζουν, αλλά τους πιστεύουν για πάντα. Για τους ανθρώπους, που ακόμη παιδιά, σε χτυπούν αλύπητα ψυχικά και μετά απολαμβάνουν την κακία τους παρέα με άλλους διαβόλους.
Τα πράγματα δεν είναι ποτέ όπως φαίνονται. Οι άνθρωποι κάνουν συνεχώς λάθη μα ποτέ δε μαθαίνουν απ' αυτά. Ου κρίνεις ίνα μην κριθείς. Αγαπάτε αλλήλους. Δεν είναι απλά φράσεις που θα βρεις σε ένα βιβλίο δήθεν θεόπνευστο. Ούτε είναι απλώς ιδέες ηθικολογικού και ηθικού περιεχομένου. Είναι η πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που χάθηκε κάθε νόημα. Αν η γλώσσα σου έβγαλε διχάλα δε φταίει ο αέρας που καταπίνεις ή το νερό που πίνεις. Φταίει το δηλητήριο που σε πότισαν κάποτε οι συνάνθρωποί σου, αλλά δεν ήξερες, δεν έψαξες, δε χειρίστηκες σωστά τις πληγές σου για να το φτιάξεις φάρμακο. Και τώρα γυρίζει εναντίον σου. Όταν σε τσιμπήσει φίδι, δε γίνεσαι κι εσύ φίδι. Το αποφεύγεις. Μαθαίνεις τον τρόπο. Η εκδίκηση είναι χειρότερη από τη μαλακία. Γιατί σκοτώνει. Η μαλακία μονάχα ανακουφίζει.
Ότι πεις είναι ανώφελο. Όταν χτίζεται ένα μυαλό με ηθική, δε γκρεμίζεται ποτέ. Ούτε στους πιο προσβλητικούς "σεισμούς". Μείνε στην κούνια σου μωρό μου, όλο και κάποιος θα βρεθεί να σε νταντέψει.
Δεν υπάρχει μίσος σε μια ταπεινά καμωμένη καρδιά.
Το πρώτο ενικό δε δηλώνει πάντοτε εγωισμό, ούτε προσωπική εμπειρία. Τα όμορφα λόγια δεν είναι πάντα ψεύτικα.
Δε γράφεις εδώ για να κάνεις εντύπωση. Γράφεις για να μοιραστείς μια καταπονεμένη ψυχή.
Όσα κι αν έζησες εσύ, έχω ζήσει περισσότερα, κι όσα έζησα εγώ έχεις ζήσει κάτι παραπάνω. Έτσι είναι η ζωή. Όλο και κάποιος θα σου την πει. Δε χρειάζεται να τον αγγίξεις. Ούτε να τον γνωρίζεις. Τα κόμπλεξ και η ευκολία της στιγμής στην εκδήλωση μιας κατεστραμένης από την κακία ψυχής ανακουφίζονται με την κριτική. Γι' αυτό όλοι οι καθρέφτες έχουν σπάσει. Γρουσουζιά όμως δεν υπάρχει. Μονάχα κακία. Κανείς τον ευατό του δεν κοιτά, όσο όμορφος και να 'ναι. Κι η οργή προσωπική κατάληξη κι επιλογή. Δικαίωμά μου! Άκου εκεί ότι βαρέθηκαν να την ακούνε. Όποιος βαρέθηκε να πέσει στο καζάνι να πνιγεί. Κρύωσε τώρα. Έχει καιρό η κόλαση να κατοικηθεί. Κι εγώ βαρέθηκα τον κόσμο που κοιμάται. Τον κόσμο που μισεί. Τον κόσμο που δε σκέφτεται και μεροληπτεί. Τον κόσμο που βγάζει συμπεράσματα από τα λόγια κάποιου δίχως να γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του άλλου. Δε βγήκα όμως να το φωνάζω. Είναι προσωπική μου επιλογή και την κρατώ για τον ευατό μου. Δε χρειάζεται να αλλάξει ο κόσμος. Χρειάζεται απλώς να κατεβούν περισσότεροι άγγελοι στη γη.
Λόγια, λόγια, λόγια.
Ιδέες, ιδέες, ιδέες.
Όταν οι νεκροί περπατήσουν στη γη δε θα χρειαστεί να πεθάνουμε για να μπορούμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Είμαστε ήδη νεκροί ψυχικά. Αλλά καλοντυμένοι εξωτερικά κι αυτό ίσως τους μπερδέψει.
Δεν έχουμε πια κεφάλια αλλά κεφάλες. Μεγάλωσαν με το χρόνο δήθεν για να χωράνε πιο πολλά κι όμως κει μέσα ασφυκτιά το κακό. Δεν υπάρχουν πιστεύω, ιδέες κι ιδανικά. Κι όταν κάποιος μιλά γι' αυτά σημαίνει ότι δεν ωρίμασε και δε μεγάλωσε γιατί απλά δε συμβαδίζει με τα ιδανικά της ηλικίας του. Μάτια μας χάρισε Κάποιος αλλά η εθελημένη τύφλα μας δε μας αφήνει να τα χαρούμε.
Θα μετανιώσεις. Η οργή δεν ψιθυρίζεται. Κραυγάζει. Κι όσο κάποιοι τη σνομπάρουν, τόσο αυτή θα φωνάζει δυνατότερα. Αλλά όχι στ' αυτιά τους. Βλέπεις, η δική μας φωνή σέβεται τ' αυτιά κάποιων, και δεν τα πλησιάζει. Η ελευθερία δικαίωμα του καθενός. Η οργή επίσης. Αναμφισβήτητα!
Δεν πασπατεύουν μόνο οι άνδρες τις γυναίκες. Κι η ξεφτίλα πασπατεύει αδιαλείπτως τις ψυχές. Ξεδιάντροπα. Κανείς δε σκέφτεται πριν μιλήσει. Κανείς. Κανείς. Κανείς. Μονάχα οι άγγελοι. Κανείς άλλος. Κανείς. Άλλωστε το 'πε κι ο "ποιητής"..

..Σ' αυτά τα μέρη οι μαλάκες δεν παλεύονται..

Θα ζω για τα όμορφα. Γιατί κάποιους δεν τους ενοχλεί η μελαγχολία σου. Δεν τους ενδιαφέρει η μαλακία σου. Δεν τους πειράζει η αγρύπνια κι η ανησυχία σου, τα λάθη σου, η θλίψη σου. Και δεν είναι κορόιδα τελικά. Είναι Άνθρωποι. Έχεις δει τα μάτια τους? Πεντακάθαρα. Και δεν καθρεφτίζεσαι μέσα τους καθώς τα κοιτάζεις, αλλά βλέπεις τη δική τους ψυχή. Γαλήνια μέσα στην θλίψη τους. Λευκή μέσα στο μαύρο τους.
Αυλοκόλακες, ανίδεοι υποστηρικτές πεθαμένων συνειδήσεων, φοβισμένοι συντηρητικοί, όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Κι εγώ μέσα σ' αυτούς. Κι εσύ. Και όλοι.
Δεν έχει σημασία, έτσι μιλούν οι άγγελοι, αν έχεις εγωισμό. Σημασία έχει να μπορείς να τον υπερνικάς. Μα δυστυχώς δεν είμαστε όλοι άγγελοι για να μπορούμε να το καταλάβουμε και να το πιστέψουμε.
Σε κάθε μου βήμα αφήνω στίγμα. Δίνω σήμα κι ο καθένας μπορεί να δει τι πράττω και τι όχι. Αλλά όχι να κρίνει. Ποτέ. Ο μοναδικός που θα το κάνει είναι αυτός που θα είναι για πάντα δίπλα μου. Κι Ένας που θα είναι πάντα ψηλά από πάνω μου.
Με γλυκομεθά το ψέμα τους. Εκστασιάζομαι. Τρελαίνομαι. Το προσωπείο τους. Δε φιλιώνω εύκολα. Δεν υπάρχει λόγος γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι. Κι αν υπάρχουν μερικοί ας έρθουν επιτέλους να τους βγάλω το καπέλο. Όσο θα κρύβονται δε μπορώ να πιστεύω σ' εκείνους. Δεν πιστεύω σε ουτοπίες. Και μη μου πεις ότι το όνειρο είναι ουτοπία, δεν έχεις μάθει να ονειρεύεσαι τότε..

..Μα όσο κι αν ντρέπομαι δεν κρύβω τα χνάρια μου..
..τόσο καιρό τώρα έχω τα φεγγάρια μου..

Θα γράφουμε με υπότιτλους από 'δω και πέρα για να καταλαβαίνουν μερικοί τι θέλουμε να πούμε. Κάθε μαγεία και νόημα θα χαθεί. Έτσι, γιατί ο άνθρωπος όλα έτοιμα τα θέλει. Όλα έτοιμα κι εύκολα να τα βρει.
Κι έτσι θα πιστεύω σε μια χαμένη ηθική μέχρι να πεθάνω. Εκτός κι αν με σκοτώσει η υπερβολική ηθική. Άλλωστε και τότε κάποιος θα χαρεί..

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Η οργή δεν ψιθυρίζεται..

Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Πάντοτε οργή. Στην ψυχή οργή, στη ζωή οργή, στο αγαπημένο μου χαρτί οργή. Οργή για έναν κόσμο που μεγάλωσε επίτηδες γρήγορα και δε μπορώ, ή δε θέλω, να τον φθάσω. Οργή για έναν άνθρωπο που μεγαλώνει δίχως να χάνει τη μυρωδιά της νιότης του. Ξοδεύω με τις ώρες τα φθαρμένα μου τζην. Η τσουλήθρα φταίει. Με την κούνια νιώθω στα ψηλά να πετώ δίχως να κρατώ τα φτερά της. Στην τραμπάλα όμως δε μπορείς ποτέ να κάτσεις μοναχός..
Οργή για δύο ανθρώπους που κανείς δεν αρκείται στην αγάπη του άλλου ώστε να τους νοιάζει μονάχα η ευτυχία τους. Οργή για την ανειδίκευτη εργασία. Τι διαφορά έχει από τη σκλαβιά? Την πληρωμή θα μου πεις. Ωωω, μεγάλη ανταμοιβή! Τεραστία! Δάχτυλα βουτηγμένα σε σημάδια από ξένα χείλια. Οσμή από το λερωμένο κόσμο τους. Φαίνομαι τόσο πεινασμένος που τρομάζουν κι οι δυνατότεροι κείνες τις ώρες. Γιατί βλέπεις το νου πολλοί εμίσησαν, τα μούσμουλα κανείς..
Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Δεν κλείνουν πια τα μάτια. Κοκκινίζουν απ' τα ποτάμια που προκαλούν οι σκέψεις της. Μα όταν έρθει για λίγοο άγγελός μου, γαλήνια νερά τα δάκρυά μου. Πως αντέχεις ψυχή μου? Πως δε λυγίζεις κορμί μου? Αντέχεις γιατί σ' αρέσει. Σ' αρέσει γιατί συνηθίζεις. Λυσσασμένο στόμα σε λάθος λαιμό. Ποθητό αίμα σε ξενό ποτήρι..
Δε μπορώ να προσφέρω τίποτε άλλο. Μονάχα οργή. Στον έρωτα, στη φιλία, στην οικογένεια οργή. Ακόμη και στην αγάπη οργή. Μια νύχτα περιμένω. Με σκοτώνει όταν αναρωτιέται. "Ποιος μ' αγαπάει?" Και τι ν΄απαντήσω? Προσπαθώ.. "Κανείς. Εγώ είμαι για πλάκα εδώ. Δε με νοιάζει διόλου. Απλώς την ώρα μου περνώ. Δε μάζεψα ποτέ τα δάκρυά σου, ψέματα το έλεγα. Τ' άφηνα και χύνονταν κάθε που πονούσες, γι' αυτό βρέχει συχνότερα τελευταία. Δεν ήμουν ποτέ πλάι σου όταν με χρειάστηκες. Κι όταν το πίστευες και μου 'λεγες σ' αγαπώ, δεν ήμουν εγώ αυτός που σου το ανταπέδιδε. Η σκιά μου ήταν. Μην την πιστεύεις."
(Κι εγώ που αγάπησα πάλι την ιδέα σου μόνο..)
Ζω στον κίνδυνο μέρα τη μέρα. Οργή ντύθηκε η καρδιά μου και τρομάζει καθετί ζωντανό. Γι' αυτό έμεινα μόνος, δε νομίζεις?
Θα πάψω να 'μαι ερωτευμένος κι όμως η άνοιξη θα 'ρχεται κάθε χρόνο, ξανά και ξανά, ασταμάτητα, και θα μου το θυμίζει.
Δεν είναι τα όνειρα που αποφεύγω, είναι η απελπισία που δε χωρά σ' ένα τόσο δυνατό συναίσθημα. Αγάπη σου λέει, πφφ, τι μαλακίες είν' αυτές..
Ο αγέρας ποτέ δε σου έφερε τα μαντάτα μου. Ποτέ τα λόγια μου τα σωστά δεν έφθασαν σώα στην καρδιά σου. Κάπου παρέπεφταν πάντοτε, ενώ πάντοτε με προσοχή και λεπτομέρεια του τα ψιθύριζα και τον παρακαλούσα σφιχτά να τα κρατάει μέχρι στ' αυτιά σου να τα εναποθέσει, άθικτα. Εσύ ακόμη ρωτάς όμως. "Ποιος τα στέλνει?"
Εκείνο το "να με θυμάσαι" ποτέ δεν το άκουσα από κανένα, κι έτσι δε μου λείπει. Εκείνο το "θα σε σκέφτομαι" όμως, το άκουσα πρόσφατα και υποσχέθηκα στον ευατό μου να μην τον ξεγελάσω και να σε κρατήσω κοντά μου. Αν θυμηθείς ποιος είμαι..

(Α, και κάτι
άλλο που, ξέρω, ακούγεται αστείο, αλλά για μένα δεν είναι. Κάθε που μία ψυχή έρχεται κοντά μου, ανάβω ένα κερί για κείνη. Και παρακαλώ Κάποιον, αν αυτή είναι η μοναδική ψυχή, ή έστω μια ψυχή που να αξίζει, να μείνει. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που εσύ έμεινες τόσο πολύ, ενώ άλλες έφευγαν λίγο πριν "ξημερώσει". Δεν είν' τυχαίο.)
Τίποτε δεν είν' τυχαίο. Τίποτε δεν είν΄αληθινό. Κι αφού δε μπορώ εγώ να σε κρατήσω, ας το κάνει κάποιος άλλος. Ας είναι. Τουλάχιστον αυτός να μπορεί να σε προσέχει. Και να μη σε πληγώνει ποτέ..

..Η οργή δεν ψιθυρίζεται. Κραυγάζει..

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Σα σκιά..

-Τη χρώμα έχει η καρδιά μαμά..?
-Θα σου έλεγα κόκκινο παιδί μου, αλλά με τις εκλογές τώρα θα το παρεξηγήσουν. Λευκό παιδί μου. Λευκό σαν την ψυχή σου..

Σα σκιά. Ο ουρανός δακρύζει πιο σπάνια το καλοκαίρι. Μα φέτος τόσο συχνά ραγίζει. Ο ουρανός είναι φίλος των ανθρώπων. Νοιάζεται γι' αυτούς. Έχεις σταθεί ποτέ στο παράθυρό σου νύχτα? Πόσα σου έχει πει στα κρυφά? Ο αγέρας λόγια μεταφέρει μπερδεμένα. Η θάλασσα γεμίζει με κύματα μυριάδες το μυαλό σου. Όπου κύμα και σκέψη. Σα σκιά απλώνεται. Σα σκιά ο εφιάλτης των ανθρώπων.
-Το χρώμα σου? -Το χρώμα μου? Μαύρο. -Που ανήκεις? -Πουθενά.
Σα σκιά. Ο ουρανός δε μετρά λάθη ανθρώπων. Μόνοι τους καταφέρνουν και το κάνουν. Ο πιο μεγάλος κριτής. Ο Άνθρωπος. Φυλακή η μοναξιά. Και κείνη. Ω, εκείνη. Ο ουρανός καμιά φορά σου κάνει δώρο. Μάλλον ήμουν καλό παιδί εφέτος. Κι η αυλή μου γέμισε φως. Ξάστερος κάθε βράδυ ο ουρανός. Ένα ευχαριστώ δεν είναι αρκετό.
Σα σκιά. Τυλίγεται γύρω σου. Αυτή η συνήθεια. Ξαγρυπνάς γιατί τα 'χεις βάλει με τον άνθρωπο. Πόσο πονάει να νοιάζεσαι. Πόσο δε νοιάζονται κείνοι που πρέπει να πονούν. Όλα πήραν την κατιούσα. Τα καφενεία γέμισαν. Σημαίες υψώθηκαν στον ουρανό. Και μυαλά ολόγυρα. Μυαλά παντού. Στα άδεια φλιτζάνια. Στις καντίνες με τα λουκάνικα. Στα ποπκόρν. Στο αηδιαστικό μαλλί της γριάς. Μυαλά. Μυαλά που γεννήθηκαν βαμμένα. Μυαλά που δε γνωρίζουν για ποιο λόγο είναι βαμμένα. Μυαλά που ουσιαστικά δεν είναι μυαλά. Ψυχές. Σκιές. Σα γιορτή. Γέμισε η πλατεία. Λαοθάλασσα. Μυαλοθάλσσσα. Σάπια. (Αυτό το τελευταίο κανείς δεν το είπε. Οι λεπτομέρειες αποφεύγονται.)
Σα σκιά. Το μεγαλύτερο γεγονός. Κι όταν απογεύγεις το βλέμμα τους είναι γιατί δεν έχεις λόγο να τους κοιτάξεις στα μάτια. Τι να τους πεις? Τι να σου πουν? Βιβλία. Βιβλία. Βιβλία που κανείς δεν πιάνει το νόημα. Απόψεις με κλειστά βιβλία. Δε διαβάσανε. Δε μάθανε. Ακούσανε. Ακούσανε από κάποιους που ποτέ δε διαβάσανε. Που κι αυτοί από κάποιους άλλους ακούσανε. Κι έτσι μεταδίδεται η σκέψη κι η ιστορία τους. Ανώδυνα. Φτιαχτά. Αυτοσχεδιαστικά. Συμφεροντολογικά. Πέτρινα πια, όχι ξύλινα.
Σα σκιά. Σα σκιά δε μιλάω. Ή μάλλον μιλάω. Πολύ τελευταία. Μα ίσως κανείς δεν καταλαβαίνει. (Μονάχα ένας που πάντα καταλαβαίνει.) Η τέχνη δε γεννήθηκε ποτέ. Γεννιέται μέρα με τη μέρα. Ξανά και ξανά. Όπως και η αγάπη. Ποτέ δεν πεθαίνει. Όλο και κάποιο μυαλό θα βρεθεί να την αναστήσει.
Σα σκιά. Ήμουν κι εγώ εκεί. Αλλά δεν κουνούσα τα χέρια μου. Δεν κρατούσα σημαία. Δεν κουνούσα τα μυαλά μου δεξιά κι αριστερά. Ούτε ακροδεξιά, ούτε ακροαριστερά. Ούτε μπλα και μπλα. Κάποιος κρατούσε ομπρέλα. Κι όταν τον ρώτησα για ποιο λόγο το κάνει αυτό, αφού ο ουρανός ήταν ηλιόλουστος, ήθελε λέει να προστατευθεί από τα σάλια τους. Είχε μια πελώρια κοιλιά. Και μου είπε ότι δεν τρώει πολύ φαγητό. Αλλά παραφούσκωσε από τα ψέματα που τον ταίζουνε. Και ρώτησα να μάθω για ποιους μιλά. Δε μου απάντησε. Μονάχα χαμογέλασε. Κατάλαβα όμως. Η ομπρέλα του ήταν πολύχρωμη
Σα σκιά. Δεν καταλαβαίνεις τι λέω. Ποτέ δεν καταλάβαινες. (Κι ας έχω την πεποίθηση ότι κάποιος ακόμη με νιώθει.) Άλλα λέω κι άλλα διαπιστώνεις. Για ποια ποιήση και λογοτεχνία μου μιλάς όταν δεν καταλαβαίνεις ένα μη-ποιητή και μη-λογοτέχνη. Άκου τη σιωπή τι ωραία που ηχεί. Κι ο ουρανός θα εκδικηθεί μια μέρα. Όλα τα "λαμπρά" μυαλά.
Σα σκιά. Δε γερνάω. Εσωτερικά. Όπως και κανείς άλλος. Ποιος αναρωτήθηκε όμως το "γιατί"? Ποιος προτιμά να μη συμβιβαστεί? Δεν είναι προσόν η αριστερή σου κλίση. Ούτε η δεξιά σου. Ούτε η στητή σου στάση με κολακεύει. Και συ που πηγαίνεις μια από 'δω και μια από κει μη νομίζεις ότι είσαι καλύτερος. Δεν είναι καμάρι σου το χρώμα στην πολιτική σου, αλλά το χρώμα στην ψυχή σου. Δεν είμαι παιδί που τα λέω. Είμαι παιδί που τα νιώθω.
Σα σκιά. Ο πιο ψεύτικος τίτλος, ο πιο ψεύτικος διαμαρτυρόμενος, ο πιο ψεύτικος άνθρωπος. Ο πιο αληθινός σύντροφος, ο πιο αληθινός φίλος, ο πιο αληθινός ουρανός. Ποτέ δε σιωπά πραγματικά. Ποτέ δε σε ρωτά για να δράσει. Ποτέ δε σε κυνηγά για να δακρύσει απάνω σου. Ακαταλαβίστικα τα λέω πάλι? Πως να ψάξεις τις λέξεις όταν έχει σκληρύνει η γλώσσα σου και δε μπορείς πια να τις προφέρεις?

Σα σκιά το φως τους. Η κύρια είσοδος είναι μία. Κι είναι άχρωμη. Άβαφτη. Και φέρει την επιγραφή: "Εκμετάλλευση". Και το κλειδί είναι ένα. Πάντοτε ένα. Που το κρατά μία αυτός στο χρώμα τ' ουρανού και μία ο άλλος με το χρώμα του λιβαδιού. Αλλά υπάρχουν κι άλλα κλειδιά. Πολλά. Που όμως όλα ταιριάζουν μόνο στην πίσω πόρτα, η οποία και αναγράφει: "Κοροιδία." Και οι δύο πόρτες καταλήγουν στο ίδιο δωμάτιο. Και κάθονται όλοι μαζί. Το δωμάτιο γεμίζει χρώματα. Κι όλοι συμφωνούν. Όλοι χαμογελούν. Ξέχασαν κάθε διαμάχη και έριδα. Κάθε διαφορά ιδεολογίας και υποστήριξης του αθώου ανυποψίαστου ανθρωπάκου. Όλα όμορφα. Μόνο οι θέσεις διαφέρουν. Κάτι μπλε από 'δω δίπλα, κάτι πράσινο στο κεφάλι του τραπεζιού. Κι ο κόκκινος να κλαίει στη γωνία. Δεν κρατάει όμως πολύ. Τον παρηγορούν τα υπόλοιπα χρώματα και τρώνε και πίνουν και γλεντάνε. Κι εγώ κάθομαι και γράφω αυτές τις μαλακίες για να καταλάβουν μερικοί ότι δε λέγονται όλα ξεκάθαρα. Πρέπει να στίψεις το μυαλό σου και να αναλύεις την ανθρώπινη σκέψη και κάθε λέξη. Να μάθεις να σέβεσαι το συνομιλητή σου..

Από τότε που ο εγωισμός μεγάλωσε στον άνθρωπο, μίκρυνε υπερβολικά η καρδιά του..

Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Όλα σε μια στιγμή..

Όλα σε μια στιγμή. Έτσι απλά. Χάνεις ότι αγαπάς. Ότι έχεις ονειρευτεί, ερωτευθεί, ότι περιμένεις να έρθει.
Όλα σε μια στιγμή. Μια φωνή που πια δε με καλεί. Ο αγέρας την πήρε κι έφυγε. Τουλάχιστον πρόλαβε και είπε αντίο. Έλαμπαν τα μάτια της στο σκοτάδι. Τα φτερά της πιο δυνατά από ποτέ. Κι όμως, η φυγή δεν είναι πάντα η καλύτερη λύση. Το αποφασίζεις κι αυτό σε μια στιγμή.
Όλα σε μια στιγμή. Φοβάμαι ακόμη και τον ίσκιο μου. Κάθε στιγμή. Μα δε με 'νοιαζε. Γιατί εκείνη δεν την πείραζε. Εκείνη δεν τη φοβόταν. Ένιωθε. Και φανταζόταν. Όχι πια. Τούτη η καταραμένη στιγμή.
Όλα σε μια στιγμή. Ένα δάκρυ που δεν προλάβαινε να στάξει. Το μάζευε στη χούφτα της, το κρατούσε για λίγο εκεί, και μετά, τόσο ξαφνικά, άνοιγε τη χούφτα της και το πετούσε στα χείλη μου. Χαμόγελο γινόταν.
Όλα σε μια στιγμή. Ένα βράδυ που περίμενα. Ένα φεγγάρι Αύγουστο μήνα. Μια παραλία άδεια. Μια κιθάρα φάλτσα. Να μην ακούγεται. Ξεκούρδιστη. Μόνο για κείνη. Τούτη η καταραμένη η θύμηση. Τούτο το όνειρο που εσκεμμένα ποτέ όνομα δεν πήρε.
Όλα σε μια στιγμή. Μια καρδιά που πέτρωσε. Δε νιώθω πια. Κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Για λίγο. Γι' απόψε. Για πάντα..

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Ψεύτικες αναμνήσεις..

Θα έγραφα για μία αγάπη, για έναν έρωτα, για ένα κάτι.
Για κάτι που πιστεύω, για κάτι που θέλω να πιστέψω, για σένα.
Για τις νότες μου που όλο σε σένα βγάζουν, για τα αισθήματά μου που προδίδουν κάθε ανάσα μου ήρεμη, για ένα ψέμα.
Γιατί ποτέ δε θα σου το έλεγα, ποτέ δε θα έκλαιγα, ποτέ δε θα απαρνιόμουν το αιώνιο κυνηγητό μου με τον ευατό μου, το φόβο μου για τα πάντα.
Και το αστείο ξέρεις ποιο είναι? Ότι δε με νοιάζει πια. Ούτε για σένα, ούτε για κανένα. Έχω επιτέλους κάποιον να νοιάζεται για μένα. Έχω κάποιον να με παιδεύει και να τον παιδεύω. Κι όμως, πόσο θα ήθελα να τον είχα και να με είχε.
Δε με νοιάζει πια. Δε με ενδιαφέρει αν τρομάξεις. Πως θα σου φανεί! Αν θα με πιστέψεις. Τι χρώμα θα το βάψεις! Ακόμη κι αν το πασαλλείψεις στη μάπα μου, εγώ θα 'χω κάτι να θυμάμαι.
(Δεν ξαναγράφω για τον άγγελό μου γιατί δε χωράει στο χαρτί. Είναι στα βάθεια μου και θα 'ναι για πάντα εκεί. Θα 'ναι. Τον ξεχώρισα. Θα 'ναι?)
Δεν ξαναγράφω για τα όμορφα, κάποτε ήμουνα χαρούμενος, μην το ξεχνάμε...
Για τα λόγια που 'χω πει και δεν αισθάνθηκε κανείς.
Για τις αγάπες που δε νιώθω, για τους έρωτες που με ταλαιπωρούν, για ένα βράδυ τόσο φωτεινό και μαύρο.
Για τίποτε απ' όλ' αυτά, επειδή δεν έχω καρδιά για να τα νιώσω.
Για όλ' αυτά που κάποιος υποστηρίζει ότι υποκρίνομαι.
Για όλα ετούτα, γιατί βαρέθηκα ν' ακούω ότι άλλαξα.
Δεν έχω αλλάξει. Δε με νοιάζει πια να μάθω τη γεύση από τα χείλη σου!
(Και τα θαυμαστικά δεν ξέρω που ταιριάζουν και που όχι. Δε θαυμάζω τις σκέψεις μου!)
Τίποτε απ' ότι λέω δεν αγγίζει την αλήθεια.
Όταν ακούμπησα στο στήθος σου δεν ήθελα την καρδιά σου ν' ακούσω, ήθελα απλώς να ξαποστάσω τις ορμόνες μου.
Όταν ένωσα τα χείλη μου με τα δικά σου σκεφτόμουν ταξίδια μακρινά. Χωρίς εσένα!
Κι αν τρελάθηκα είναι γιατί δε σε έζησα ποτέ.
Φαντάσου να υπήρχες κιόλας..!

Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Κρυμμένα "θέλω"..

Δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψεις καμία ζωή. Κανείς δε θα καταλάβει. Πάντοτε κάποιος θα προσπεράσει. Υποκύπτω συνεχώς. Κρατώ γερά τα πάθη μου, αλλά υποκύπτω στα "θέλω" των άλλων. Μονάχα των άλλων. Μάτια δεν έχω πια. Τους έγνεψε ο χρόνος κι έφυγαν μαζί του.Η αφή μου εξασθένισε. Κι αν σ' αγγίζω τίποτε δε νιώθω πια. Κι ότι και να σκυρτάει στα κλεφτά είν' καθαρά και μόνο θέμα φυσιολογίας..
Φοβάμαι τα πάντα. Τα πάντα εκτός από ένα. Το σκοτάδι. Το σκοτάδι δε μπορεί να σου κάνει κακό. Στο σκοτάδι κρύβεσαι. Τριγυρνάς γυμνός δίχως κόμπλεξ κι ειρωνίες. Κάποιος μου χάρισε σώμα δίχως καρδιά και δεν το δέχτηκα. Με χλεύασαν γι' αυτό. Μου μίλησαν για καταστάσεις που δεν ανήκω. Για κόσμους που θα έπρεπε να περπατώ. Ταχύ το βήμα πάντοτε μπροστά τους, μα σερνάμενο πίσω τους, ήρεμο, νωχελικό, ευτυχισμένο. Μια βόλτα στο μυαλό αρκεί. Στη φαντασία. Μου αρέσουν οι μικρές προτάσεις. Δε μιλώ για μένα. Κρυψίνους η αγαπημένη τους ατάκα όταν με κοιτούν στα μάτια. Εκείνοι με κοιτούν, εγώ ποτέ..
Τα λάθη τους ποτέ δε μέτρησα. Δεν κρίνω γιατί μ' ενδιαφέρει να μην κριθώ. Δε μιλώ για μένα, μη με κοιτάς απειλητικά. Ο αγέρας παίρνει κάθε φορά το άρωμα που θέλω. Δε με κυριεύει ποτέ η ανοία γιατί ξέρω τα σημεία μου. Ξέρω που να με χτυπήσω για να συνέλθω. Πως να μάθω τα δικά σου σημεία αν μου κρύβεσαι? Αν και το πιστεύω. Δυο κρυμμένες ψυχές καταλαβαίνονται. Ζουν για να υπάρξουνε παρέα. Μιλούν από μέσα. Νιώθουν το μέσα..
Χάνω τη σκέψη πάνω που την κρατώ γερά με την καρδιά. Δε γυρίζω πίσω. Θα ήθελα ίσως. Αλλά δεν αξίζει πια..

..Πολλά τα κύματα..
..λίγα λιμάνια..
..πολλές φουρτούνες..
..ποτέ λιακάδα..

Και ναι.. Ξέρω τι ψάχνω. Ξέρω ακόμη ότι ψάχνω στο σωστό μέρος. Τρέμω στο γεγονός ότι σε μια στιγμή μπορεί να έχουν όλα χαθεί. Να με πάρει ο ύπνος πλάι της κι από τη μεγάλη σιγουριά να ξεσφίξω τα χέρια μου. Και να φύγει. Ν΄ανοίξω τα βλέφαρά μου και να μην είναι πια εκεί. Να έχει φύγει. Να φωνάζω σ' αγαπώ στο παπαγαλάκι μου, στην κιθάρα μου, στους περαστικούς, σε φίλους, σε γνωστούς. Μα κανένα να μην αξίζει. Κανένα να μην παίρνει εκείνο το χρώμα. Κανένα να μην έχει την αίσθηση τη δική της. Δε μιλώ για μένα. Μην τρομάζεις ψυχή μου..
Κι όταν ερωτεύεσαι.. Θα σου πω κι ένα μυστικό τώρα που ανταμώσαμε συνείδησή μου. Οι σφαλισμένες ψυχές ερωτεύονται δυσκολότερα. Μιλούν δυσκολότερα. Γιατί αισθάνονται περισσότερο. Αισθάνονται συνεχώς. Μιλούν όλοι για χρήματα, για επαγγελματικές επιτυχίες, για σπίτια, αυτοκίνητα, γυμναστήρια και κορμιά στην παραλία. Σε κάποιους άλλους όμως αρκεί μονάχα η αγάπη. Αυτή κι εγώ. Εγώ κι αυτή. Κι απ' ότι έμαθα να το λέω απ' τον πρώτο μου έρωτα. "Εμείς". Χρήματα δε χρειάζονται πολλά για μας. Ποτέ δεν έμαθα σ' αυτά κι ούτε και θέλω. Αντίδραση θα 'ναι. Ποτέ δε μ' αγάπησαν ετούτα κι εγώ τα μίσησα από τότε. Ένα σπίτι η αγκαλιά μας. Ένα μικρό τιμόνι αρκεί. Να πηγαίνουμε κει που ανθίζουν τα λουλούδια χειμώνα κι εκεί που πέφτουν νιφάδες καλοκαίρι. Γυμναστήριο ο έρωτάς μας και μία βόλτα στην πιο μεγάλη εξοχή, την αγκαλιά σου. Και την μικρή εξοχή. Πλάι στο εκκλησάκι όπου κάποτε θα ανάψεις κι εσύ το κερί σου. Πλάι στο δικό μου. Κι αφού κανείς άλλος δεν πηγαίνει εκεί, δε θα σβήσουνε ποτέ. Κι όσο για την παραλία.. ένα πεύκο αρκεί.. στη δική σου ακρογιαλιά. Δεν είμαι εγώ. Δεν είναι αυτή. Δεν είναι κανένας. Σκέψεις κάνω. Μα ίσως θα 'θελα έτσι να ζήσω..
Μιλούν.. μιλούν.. μιλούν.. άσκοπα λόγια. Μου είπαν ότι είμαι δύσκολος στα λόγια. Ότι είμαι ανυπόφορος στην καρδιά. Ότι φοβάμαι κάθε ματιά τολμηρή. Ότι ζω μονάχα για τη στιγμή. Για μια τόση δα στιγμή..
Όλα σε μια στιγμή. Όλα σε μια ευθεία γραμμή. Επαρχία sucks. Όλοι το γνωρίζουν. Μα ζω εδώ. Κι ίσως εδώ για πάντα να ζω. Τα φτερά που μου χάρισαν προχειροπλεγμένα, αλλά ξέρεις, μετράει το κουράγιο κι η αντοχή κι υπομονή. Ε, λοιπόν, θα πάω μακριά μ' αυτά. Έστω νοερά. Έστω..
Άλλωστε τα δάκρυά μου στάζουν από το στήθος πια, όχι από τα μάτια. Μην παρηγορείς την καρδιά. Να εκτονωθεί θέλει κι αυτή..

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Πεταλούδα..

Το σκοτάδι προδίδει την όψη σου. Λευκή σα το μπαμπάκι. Δυο σπίθες τα μάτια. Δυο φτερά τα χέρια. Κι ας μη θέλησες ποτέ πουλί να γίνεις. Το σκοτάδι τονίζει τη σιλουέτα σου. Κυρτή. Κι όμως τόσο νέα. Ίσως από το φόβο βάρυνε η πλάτη. Ίσως από την ανασφάλεια. Ίσως από τη σκληράδα του κόσμου βάφτηκαν τα χείλη με κόκκινο χρώμα. Με ριγμένο στους ώμους τους μισούς ένα πέπλο από μετάξι. Γυάλιζες στο σκοτάδι. Κι αφού έφυγαν οι νεράιδες, δε μπορώ να σε παρομοιάσω πια με κείνες. Σα πεταλούδα έμοιαζες..
Οι λέξεις σου ήταν αχνές. Αγέρας μεσ' στο δωμάτιο δεν υπήρχε να τις μεταφέρει μέχρι τα χείλη μου να τις γευθώ. Ούτε ν' ακούσω μπορούσα γιατί ήθελες να σωπάσεις. Σου είπα γράψε και πήρες το χαρτί στα χέρια σου. Κίτρινο. Όπως το όνειρό σου που χρόνια προσμένει την αληθινή προσδοκία. Και τώρα που τη βρήκε δεν την κυνηγάει? Κάθε άνθρωπος περιμένει έναν άνθρωπο. Κάθε ψυχή καρτερεί μονάχα μια ψυχή. Δεν είναι λογική, είναι αγάπη. Δεν είναι πληγή, είναι έρωτας. Κάθε άνθρωπος καρτερεί μονάχα έναν. Μια πεταλούδα καρτερεί..
Το χέρι σταθερό δεν ήταν. Σα μουτζούρα ζωγράφισες κι έκανα να γελάσω μέχρι που με κοίταξες. Ήτανε δάκρυ ετούτο που κάλυπτε τα σκυμμένα βλέφαρά σου? "Δεν ξέρω να γράφω", είπε, "λόγια του έρωτα. Δε μ' έμαθαν ποτέ". Δεν είχα θάρρος ούτε το χέρι σου ν' αγγίξω. Κι ήξερα καλά το μονοπάτι στο χαρτί. Μ' εγκατέλειψε η μιλιά μου. Μια φωτιά άρχισε να καίει στα σωθικά μου. Λες να ΄ναι από κείνες τις πεταλούδες που ζουν μονάχα ημέρα μία? Αναρωτήθηκα και χάθηκα. Περιμένω να φέξει απ' έξω και να βγω να κόψω ένα λουλούδι να σου χαρίσω. Παρέα μ' ένα χαμόγελο. Και μια μεγάλη αγκαλιά. Τι ωραία χρώματα που έχουν οι πεταλούδες..
Δεν πατάω πια στη γη. Αιωρούμαι πάνω από τις πιο γλυκές αναμνήσεις σου. "Στάσου", φώναξα καθώς ξεμάκραινες, "Που πας χωρίς εμένα?"
"Με δυο λόγια του αέρα δεν κερδίζεις μια καρδιά που δεν έχει μάθει ν' αγαπά", είπε από μέσα της. Το άκουσα όμως. Το άκουσα. Ψίθυρος ψυχής. Και σου απάντησα στο ίδιο. "Αν είναι να ζήσεις μια μέρα στο χρόνο μονάχα, ζήσε τη μ' αυτόν που αγαπάς. Κι ας μην ξέρεις τον τρόπο να το κάνεις."
Κοντοστάθηκε. Το βλέμμα της ψυχρό. Κι όμως η φωτιά στα στήθια φτάνει για να ζεστάνει όλο τον κόσμο της. "Κάνε δρόμο το κορμί σου να διαβώ. Για μία μέρα μόνο. Και θα το θυμάμαι για πάντα. Κι αν τύχει και σε λυπηθεί ο αγέρας κι αύριο δε σε πάρει μακριά μου, δυο κορμιά θα ενωθούν για πάντα. Καμία απόσταση. Καμία. Κανένας δρόμος πια."
Δώρα δεν έχω υλικά. Ακόμη και το λουλούδι σπαρταράει στα χέρια μου, να φύγει θέλει. Όπως εσύ, να μην πληγώσω τα φτερά σου θα προσέχω. Δώρα πολλά αισθήματα. Πόσο πονάει να βλέπεις μια πεταλούδα να πονά..
Με μια ανάσα ν' αφεθούμε σε μια νυχτιά. Να τριγυρνάμε από λουλούδι σε λουλούδι. Να προλάβεις να μου δείξεις τι έζησες σε μία μέρα. Σ' αρέσει να τραγουδάς? Να κουνάς τα φτερά σου κι ο άνεμος να με πετάει μακριά..

..Ότι κι αν γράψω στο χαρτί μικρή θα κάνει τη γιορτή..
..κι από τους πόνους σου θα βγάλω τα γιατί..

Το ξέρω πως δεν κοιμάσαι. Δεν προλαβαίνεις. Και σ' αυτό μοιάζουμε. Κάθε που πέφτουν τα βλέφαρα χάνω μια εικόνα από το χρόνο. Ο κόσμος είναι υπέροχος όταν ξέρεις που βαδίζεις. Κι η ζωή πανέμορφη από κει ψηλά που τη χαζεύεις. Και παρακάλεσα τα σύννεφα να μη δακρύσουν απόψε. Να μη σκιαχτείς από τις στάλες της βροχής και κρυφτείς και τι θα προλάβεις μετά να ζήσεις! Γερνάς σε μία μέρα πεταλούδα μου..
Κάθε που με παράπονα γεμίζεις παίρνω ανάσα βαθιά και ξεφυσάω στα χείλη σου. Δε σωπαίνω πια όταν πρέπει εκεί να 'μαι. Δεν ανασταίνω τα παλιά, έσταξα γύρη στις πληγές μου από τα χείλη σου, να κλείσουν. Καλοκαιριάζει και ταράζομαι. Θα χαθούν όλες οι άνοιξες και τα πιο υπέροχα φθινόπωρα και πως θα μπορώ πια να κλειστώ στον ευατό μου? Μι' ανάσα μόνο πριν το τέλος. Άλλωστε κι ο άγγελος φτερά σαν της πεταλούδας έχει..

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Το κρασί μιλάει απόψε..

Έι, θέλεις να μου χαρίσεις ένα χαμόγελο? Εσύ. Εσύ που διαβάζεις αυτή την πρόταση. Και την άλλη. Εσύ που καταλαβαίνεις τι θέλω να πω δίχως να προλάβω να κουνήσω τα χείλη μου. Διχώς να σε μπερδευεί ο τονίσμος. Για κάποιο λόγο πέρασες από 'δω, σωστά? Μπορώ να μάθω το λόγο? Κι αν δεν το μάθω δε θα σκάσω κιόλας. Έτσι, γιατί ομόρφυνε ο κόσμος ξαφνικά κι ας μην έχει ούτε σταγόνα απ' το χαμόγελό της. Ποιος χέστηκε αν είναι δίπλα μου στη ζωή, αφού δε με διαβάζει. Ποιος νοιάστηκε αν ξυπνάει πλάι μου τα πρωινά, αφού την προηγούμενη άλλον αγκάλιαζε κι αλλού ήταν ο νους σου. Για κάτι τέτοια αξίζει να χαμογελάς, για κάτι να χορεύεις γυμνός απάνω στην ταράτσα. Και τα κοριτσάκια να χαζεύουν ην πτώση σου. Και θα ΄ναι υπέροχη αυτή τη φορά. Θα τη θυμούνται όλοι. Απ' την πιο ψηλή ταράτσα θα πέσεις. Απ' τον πιο ψηλό όροφο του μυαλού.
Ξενυχτάς τα βράδυα και γουστάρεις γιατί είσαι πάλι μόνος. Βρίζεις δαίμονες και άμα λάχει και θεούς γιατί τέλειωσε το ρημαδιασμένο το κρασί, πάνω που άρχισε να σε ζαλίζει. Να ξενυχτάς πάνω στην κοπελιά σου και να πληρώνεις ενοίκιο για ένα σπίτι δίχως παράθυρα. Να τραγουδάς δίχως κιθάρα. Να χοροπηδάς στο κρεβάτι μέχρι ν' ακούσεις το "μπλινκ" από την πρώτη σούστα που δε θ' αντισταθεί στην ανέλπιστη χαρά σου για ζωή. Να κλαις γιατί απλούστατα έχεις πολύ καιρό να λυπηθείς για κάτι και μαζεύτηκε πολύ δάκρυ και τις χούφτες του κανείς για να στο μαζέψει. Το μαξιλάρι να μουσκεύει κάθε βράδυ και να γουστάρεις περισσότερο γιατί το φεγγάρι που σε κοιτάζει μ' απορία δεν καταλαβαίνει ούτ' αυτό τον κρυμμένο πόνο σου. Να γουστάρεις που τα κόμπλεξ δέσανε γερά με την ψυχή σου και δε μπορείς τώρα να κάνεις βήμα χωρίς εκείνα. Να ερωτεύεσαι όποια κοπελιά σταθεί στο διάβα σου, ενώ η έμπνευση να ΄χει χαλάσει όλα τ' ακριβοπληρωμένα τετράδιά σου. Να σ' ερωτεύονται εκείνες γιατί όμορφα λόγια με φεγγάρια και παραμύθια εν ζωή τις αραδιάζεις, αλλά εσύ τ' άλλο πρωί να μη θυμάσαι ούτε τ' όνομά τους. Δεν είναι ότι δεν τα εννοείς, είναι που η στιγμές σου οι όμορφες δεν κρατάνε ποτέ παραπάνω. Παραπάνω απ' αυτό που έχεις ονειρευθεί.
Είν' τα μπαλκόνια που γουστάρεις να κάθεσαι. Και να κάθεσαι. Και να κάθεσαι. Δίχως τίποτε να κάνεις. Μονάχα να την κοιτάζεις. Και που και που να τη φυλάς στα χείλη. Έτσι, για να σπάσει η μονοτονία της σιωπής. Είν' τα βαράκια που σφίγγουν τα χέρια σου γιατί ξαφνικά την είδες αθλητικός τύπος επειδή βρήκες γκόμενα. (Καλώς μαλάκας είσαι κι εσύ!) Κι εκείνη ποτέ τίποτε για σένα. (Την αλήθεια λέω μονάχα!)
Να σπας την ευαισθησία σου σε κομμάτια. Να σ' έχει παρατήσει από καιρό ο εγωισμός. Να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο μα να μη πονάς. Να τα παρατάς όλα. Νευρικά να γελάς. Να θες να φύγεις. Μα που να πας! Να θες να της πεις πως την αγαπάς! Άσκοπα στους δρόμους να γυρνάς. Να προσπαθείς να φτιάχνεις ρίμες με τις σκέψεις σου. Να δένεις κουβάρι τα συναισθήματά σου. Να μην έχεις κανένα να σε προσέχει. Να μη θέλεις κανένα να σε φροντίζει. Να τα 'χεις όλα παρατήσει. Να μην κάνεις επισκέψεις σε σκέψεις άλλων. (Ο μπάσταρδος ο χρόνος φταίει γι' αυτό!) Να κοιμάσαι με το φως του ήλιου και να ξυπνάς κάτω απ' την ομορφιά του νυχτερινού ουρανού. Κι όλο και κάποιος να βρίσκεται να πει ότι όλα αυτά που σκέφτεσαι, που νιώθεις, που πιστεύεις και που βγάζεις στο χαρτί είναι ψεύτικα. Κι εσύ κάθε φορά να προσπαθείς να το διαψεύσεις. Ε, όχι. Πάρε μια καληνύχτα απλά γι' απόψε κι αύριο ίσως λάμψει η αλήθεια και για σένα. Πλάι στον ήλιο σου. Μάθε να ξεχωρίζεις. Και βάλε την κρίση εκεί που ξέρεις! Γιατί είναι βαριά λέξη και δε μπορείς να την κουβαλήσεις μονάχος. Αλλά εκεί που πρέπει μπορείς να τη χωρέσεις! Καληνύχτα..