Ονειρολoγιο: Υφάντρα..

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Υφάντρα..

Φθινοπώριασε νωρίς. Το ημερολόγιο στον τοίχο έδειχνε 2 του Σεπτέμβρη. Δε θυμάμαι τη χρονιά. Δε θυμάται.

Το βλέμμα της ήτανε καρφωμένο σε κάτι κλωστές. Δε θυμάται αν ήταν τούτες οι κλωστές που της έδεσαν τα όνειρα. Πόσο ευχάριστα μπορεί να χαραχτεί ο χρόνος στο πρόσωπό σου? Το δικό της δεν το άγγιξε ποτές. Δε θυμάται αν ήταν τούτες οι κλωστές η φυλακή της. Δε θυμάμαι.
Το παντζούρι παλιό, σπασμένο, το τζάμι ραγισμένο. Δε θυμάται αν ήταν κείνο το αγέρι του Σεπτέμβρη που τάραζε το μέσα της. Δε θυμάται αν ήταν κείνο που κρύωνε τη ψυχή της. Δε θυμάμαι.
Το βλέμμα απ' τη χαραμάδα να χαζεύει τον ουρανό που δεν μπορεί ν' αγγίξει. Τα χείλη παρακαλάνε να εκφράσουν όσα ζουν οι υπόλοιπες αισθήσεις. "Τι θέλω ν' αγγίξω και δε μπορώ? Τι ποθώ αλλά δεν έχω το θάρρος να το ζητήσω?" Να λιώνουν τα μάτια της στα μάτια μου ικετεύοντας να μιλήσω. Να μιλήσω για όσα εκείνη ποτέ δεν κατάφερε να ξεστομίσει. Τα χείλη της είχαν ταίρι τα δικά μου. Στην έκφραση, στην ουσία, στη συμφιλίωση, έλειπε μονάχα κείνο το πάθος το ψεύτικο που έδενε τα σώματα τις κρύες νύχτες. Όλα τα ψεύτικα χωρούσαν εδώ και τίποτε τελικώς δεν ειπώθηκε. Όσο σφαλισμένα ήταν τα χείλη της, άλλο τόσο τα δικά μου έτρεμαν να σπάσουν κάθε ποθητή της σιωπή.
Συμπαθούσε όσα έγραφα αφού είχα επιλέξει μόνο σημάδια στο χαρτί ν' αφήνω για να εκφράζομαι. Ίσως για ένα ανυπόφορο παρελθόν να εκδικηθώ, ίσως τις ώρες τις ατέλειωτες, τις λειψές να ανταποδώσω. Μπορεί περισπούδαστος γραμματικός να μην ήμουν, το μεροκάματο να μου 'κλεβε ώρες ατέλειωτες μελέτης κι όρεξης για δημιουργία, αλλά εκείνη συμπαθούσε την πένα μου. Αυτό μου αρκούσε, αυτό μου αρκεί.
"Πόσο αληθινά γράφεις κι ας μη φωτίζεις με τον τρόπο σου." Το 'λεγαν τα μάτια της, το 'γραφε σε μια κόλλα χαρτί δίχως μελάνι, το ψιθύριζε η ψυχή της κι είχα εξασκηθεί να την ακούω. Το 'πλεκε στον αργαλειό χάμω από τ' αστέρια κι απ' απέραντους ουρανούς, 6 γράμματα σχημάτιζε, 6 γράμματα ζητούσα. Σ' αγαπώ.
Ήτανε τότε που το πρόσωπό μου άλλαζε χρώματα, σαν τα πλεκτά της. Άλλο κόκκινο σαν το αίμα, άλλο πράσινο σαν τα φύλλα την άνοιξη, άλλο κίτρινο σαν τα φύλλα στις 2 του Σεπτέμβρη. Φθινοπώριασε νωρίς μάτια μου.
Στεκόμουν σε μια γωνιά. Τυχαία ήτανε σκοτεινή? Όλο το δωμάτιο σκοτεινό δεν ήταν? Ένας αργαλειός γέμιζε το δωμάτιο. Μονάχα αυτός. Και κείνη. Η παρουσία της. Η σκιά της. Τόσο λεπτή, τόσο σιωπηλή, τόσο ήσυχη. Την ημέρα σκιά, το βράδυ φάντασμα. Δεν κοιμόταν καθόλου θε μου? Καθόλου? Τα μάτια της νεανικά, βαριά. Ασήκωτες οι μνήμες, καθαρές οι σιωπές. Η βελόνα είχε θρέψει τα δάχτυλά της. Δεν ένιωθε πόνο στις άκρες τους, σκληρά σαν πέτρα. Τον πόνο που έχασε από τα δάχτυλα τον κέρδισε η καρδιά της, λαφριά σαν πούπουλο, ευαίσθητη, λευκή η φορεσιά. Τελικά αν δεν έχεις πονέσει σε τούτο τον κόσμο δε θρέφει η καρδιά σου καλοσύνη και συμπόνια. Κι αν πληγωθείς παραπάνω κάποιες φορές ίσως η καρδιά πετρώσει κι επιστροφή δε θα ΄χεις στα όμορφα. Μη μισείς τους ανθρώπους, μίσησε τον ίδιο σου τον πόνο. Φθινοπώριασε νωρίς κι εφέτος μάτια μου.
Ύφαινε ασταμάτητα. Με το φως της ημέρας, δίχως να το φχαριστιέται. Με τη μαγεία της νύχτας ένιωθε γεμάτη κι αλλόκοτα συναισθήματα κούρνιαζαν κοντά στο στήθος της. Με το δείλι το ρομαντικό, το κουρασμένο το κορμάκι της έγερνε σ' ένα στρώμα χιλιομπαλωμένο. Ίσως κι αυτό απ' τη κλωστή της να 'ταν πλεγμένο. Απ' τα χεράκια της φτιαγμένος ο καημός. Κι είχε κρύο τα βράδυα του Σεπτέμβρη. Πόσο έχουμε? 2 του μηνός. Φθινοπώριασε νωρίς ρε γαμώτο.
Ακόμη και να βλασφημήσεις δε σε άφηνε. Σε κοιτούσε. Αχ, αυτό το βλέμμα. Ταξίδευες με κείνο. Με πλοίο το γαλάζιο των ματιών της και σημάδι για να μη χαθείς στο σκοτάδι είχες τον ήχο απ' τον αργαλειό της. Έκοβε που και που λίγο απ' το δέρμα της καθώς έμπηγε τη βελόνα στο μαλακό του καρπού της. Κόκκινο πότιζε το υφαντό. Επίτηδες θα το 'κανε, φαντάστηκα. Ν' αφήσει το σημάδι της στο χρόνο, σ' αυτό που αγαπά. Πως να δείξει κανείς ότι υπήρξε? Ότι υπάρχει ακόμη? Αίμα, αίμα, αίμα. Ζωή..
Αλήθεια. Ψέμα δε θυμάμαι να 'πλεξε ποτέ. Μα και να το τολμούσε, τρόπο δεν είχε να το εκφράσει, θα 'μενε ραμμένο, ξεχασμένο. Μονάχα λίγοι θα μπορούσαν να το διακρίνουν βαθιά πίσω απ' την ομορφιά του έργου της. Μιλώ μ' έκφραση θαυμασμού ίσως? Πιάνω τον ευατό μου γελοίος να φαντάζω, εκτός της γενιάς που υπηρετώ. Τα πλεκτά της όμως τα αγαπώ. Κι εκείνη αγαπά τον τρόπο μου. Θαυμασμός είναι, δεν το ξεχνώ, για έρωτα ντρέπομαι να της μιλήσω. Πως ν' ακούσω το "ναι" απ' τα χείλη της τ' αμπαρωμένα? Κι αν είναι πιο βαρύ το "όχι" μιας σιωπής? Ξέχνα το, η γωνιά μου η σκοτεινή μου αρκεί, κι η θέα της όταν πλέκει γιομίζει την καρδιά μου ευχαρίστηση. Ας είναι ο δειλός να μένει πάντοτε πίσω χαμογελαστός. Δεν μπορούμε να τα ΄χουμε όλα σε τούτη τη ζωή. Παραμύθια παρηγοριάς. Να της ζητήσω μι' αγκαλιά ή θα τυλίξει τις κλωστές της γύρω απ' το λαιμό μου? Έχει κρύο απόψε κι ίσως να μη μου αρνηθεί. Ένα νεύμα της μου αρκεί διάολε, χάρισέ το μου. Τόσα της στέρησες, μην της πάρεις και τούτο. Κρύωσε απόψε ο καιρός. Άκουσα ότι φθινοπώριασε νωρίς.
Μυστικά επτασφράγιστα. Κρυμμένα ανάμεσα στις κλωστές της. Χάθηκα μια μέρα κει ανάμεσα ψάχνοντας την αγάπη. Δε ξαναβγήκα στο φως από τότε. Δεν είχα κουράγιο να την αφήσω μονάχη. Και πόσο μ' αρέσει τούτο το σκοτάδι της. Της έλεγα για τον τρόπο μου, για τον αγγελικά πλασμένο κόσμο που ονειρεύομαι, για τους ανθρώπους που παύουν να 'ναι άνθρωποι. Για τον άνδρα που πρέπει βράχος να 'ναι, σκληρός, αλλιώς παράξενος φαντάζει στα μάτια όλων. Απαντούσε: "Ο άνδρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άνδρα.."
Ξεδιψάει τον αργαλειό με δάκρυα όταν λείπω. Ποτίζω τις παλάμες της με τα δάκρυά μου μπας και μαλακώσουν και νιώσουν ξανά λιγάκι πόνο.
Τα λόγια της αυθαίρετα ή βγαλμένα από τις μοναχικές τις νύχτες?

"Δικαιολογίες χτίζουν τα λάθη.."
"Κανείς δε μ' ερωτεύθηκε όσο ο Μορφέας. Ο έρωτας όμως χάνεται τόσο εύκολα. Τώρα δε με κρατά παρά μονάχα λίγα λεπτά στην αγκαλιά του."

"Τα όνειρά μου ζουν σ' ελπίδες ξεγραμμένες
κι ας επιμένει το κορμί να ζει σε ψυχές σακατεμένες."

Κι αν όλα φαντάζουν λέξεις βγαλμένες από βιβλία κι ιστορίες παλιές είναι απλώς σκέψεις ενός κοριτσιού που έπλεκε. Πόσο απέχει όλο αυτό απ' το σήμερα κι όμως πόσο ίδιο είναι?
Ίσως να ήξερε και μαγικά. Ξόρκια κι άλλα ύπουλα κόλπα για να με φέρει κοντά της. Τι γλυκιά ευφορία τούτη η φυλακή της η πλεκτή. Σαν αράχνη έπλεκε τον ιστό της αργά και βασανιστικά μπρος στα μάτια μου. Φθινόπωρο κι η αράχνη άρχισε να κρυώνει.
Φίλιωσε απ' την αρχή με τους πιο σκοτεινούς αιώνες. Μοιάζει πως θα ζήσει χρόνια πολλά ακόμη αγκαλιά με τον καημό της. Το αίμα ξεράθηκε. Κείνο το μέσα της ξεβράζει πόνο και θυμό. Οργή κι έξαψη σαρκική, αγνή. Στόμα δεν έχει να μιλήσει. Κι η σιωπή της δε φαντάζει πια λευκή.
Στον τοίχο, στους τοίχους τους τέσσερις, το χρώμα είναι γκρίζο. Λες και το 'βαψε μονάχη με χρώμα απ' την ψυχή της. Ίσως πάλι δεν το ΄χε βάψει ποτέ κι απλά το κυρίευε ο χρόνος. Τούτος δε χαράζει απλώς ρυτίδες. Αφήνει τα σημάδια του σ' αυτά που αγαπάς, τα άψυχα, και τα σκοτώνει σιγά σιγά. Στους τέσσερις τοίχους, στις ρωγμές, έβλεπα το πρόσωπό της. Η ανάσα της βαριά.
Φθινοπώριασε. Δεν την ξαναείδα. Άκουσα μονάχα τη φωνή της. Για πρώτη φορά. Για τελευταία φορά..

"Κούρνιασα στην αγκαλιά σου. Ξάπλωσα αγάπη μου κοντά σου. Τα λόγια δεν αξίζουν κι ας ήξερα πόσο πολύ τα αγαπάς. Τούτα είναι που κατέστρεψαν την κάποτε χαμογελαστή ζωή μου και δύναμη περίσσια δε βρήκα έκτοτε να περπατήσω. Δε βρήκα λόγους να ξαναμιλήσω. Έπλεκα. Έπλεκα για σένα και τη ψυχή σου. Για μένα και την ταραγμένη θολή ύπαρξή μου. Για εμάς και για μερικές καταραμένες αναμνήσεις του παρελθόντος. Με πλήγωσαν όσοι δεν πίστευαν στην αγάπη. Κράτα τα λόγια μου φυλαχτό αν θέλεις γι' απόψε. Πόσο θα ήθελα να έχω την τέχνη να πλάθω στίχους σαν εσένα. Πόσο θα ήθελα να έχεις την υπομονή να τελειοποιείς εσύ τους στίχους σου. Ξέρω πόσο καημό τρέφεις γι' αυτό το ζήτημα κι είναι που με πονά. Φεύγω για πάντα. Να με θυμάσαι που και που. Καντήλια δε θέλω και κεριά, το πολύ φως ξέρεις πως δεν τ' αντέχω. Με τρόμαζε στη ζωή, πόσο μάλλον τώρα εδώ στα όμορφα. Μια σκέψη σου μου αρκεί. Όταν κοιτάς τα υφαντά μου μη κοιτάζεις το σχήμα τους τ' απέριττο και τα σύμβολα τα όμορφα που το στολίζουν. Κοίταζε τον τρόπο με τον οποίο ράφτηκαν, με τι υλικό, με πόση σάρκα, πόσο αίμα, πόση στενοχώρια ή ευτυχία έβαλα μέσα τους. Μου αρκεί που πίστεψες σε τούτα. Μου αρκεί που ξέρω ότι πίστεψες σε μένα. Τη λάγνη σου ματιά την είδα, μη νομίζεις πως δε μπορώ να ξεχωρίσω την αλήθεια γλυκέ μου. Νόμιζες ότι την κρατάς κρυφή μα τα λόγια σου έκρυβαν κάτι βαθύτερο για μένα. Έρωτας είναι και πεθαίνει, καλώς και δεν το καταστρέψαμε. Η αγάπη θα μείνει τελικά κι είμαι περήφανη γι' αυτό. Σιγοσφυρίζω τούτα τα λόγια για σένα μόνο αγάπη μου. Αραχνούφαντα τα πλεκτά μου, ιστορούφαντα και σιωπηλά τα λόγια μου. Αγάπα με γι' αυτό που είμαι. Ξέρεις να το κάνεις καλά. Έβαλα φωτιά στις αλήθειες μου και κάηκα από δαύτες. Φεύγω τώρα ευτυχής που σε γνώρισα και περήφανη που πεθαίνω για μι' αλήθεια."

Σιωπή στο δωμάτιο. Μονάχος. Πάντοτε έτσι δεν ήταν..?

11 σχόλια:

Anastasia είπε...

Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω. ...

η κοπέλα με το καναρινί φόρεμα... είπε...

Και να... κάποιος μου ύφανε το πρώτο ζακετάκι για τις δροσερές νύχτες του φθινοπώρου...

Όμορφα τα λόγια, όμορφος ο αργαλειός, όμορφη η ψυχή που ξέρει να ξεχωρίζει πως ενώνονται οι βελονιές...

Να είσαι καλά!

Morpheus είπε...

Κάθε που νιώθω μοναξιά, Σκέφτομαι πως υπάρχεις
Και θέλω να 'ρθω εκεί κοντά, Τίποτα να μην πάθεις

Θα πλέξω χρώμα της φωτιάς, Με το χαμόγελό σου
Σε άδεια δωμάτια σκοτεινά, Θα βλέπω απ' το φως σου

Να με θυμηθείς, να με θυμηθείς
Δεν φταίω εγώ, μέσα μου θα ζεις...


Δε μπορούσα να γράψω τίποτα άλλο. Μόνο αυτό το τραγούδι που με έχει τρελάνει τελευταία...
Το όνειρο υφαίνεται...
Κι ας τρυπά η βελόνα τα δάχτυλα...

Ανώνυμος είπε...

όσο ο καιρός ήταν αφόρητα καλοκαιρινός δεν είχα κουράγιο να σε διαβάζω..ένα μπλογκ με μαύρο χρώμα και μαύρο περιεχόμενο..

όταν αρχίζει να φθινονωποριάζει -κι αργεί να φθινοπωριάσει γαμώτο..- έρχεσαι κι εσύ.κι είσαι ό,τι πιο επίκαιρο και ποιητικό υπάρχει.και ποιητικός ήσουν πάντα μόνο που μες στη χαζοχαρουμενιά της άνοιξης δεν άντεχα να χάνομαι στα λόγια σου..

δε με ξέρεις τάχα τι πράμα είμαι?

φιλιά..

ΥΓ είχα καιρο να σου αφήσω σχόλιο..δε ξέχασες τη γνωστή σου ανώνυμη,ε?

Feli είπε...

πανεμορφο!
και ευχαριστω που γραφεις τοσο ομορφα...με αγγιζουν τα λογια σου...
λιγες μονο λεξουλες για σημερα...

aggelisni23 είπε...

δεν ακούω παρα μόνο προσπαθώ να φανταστώ...
για αυτό λοιπόν σου παραθέτω μια πρότασή μου..

βάλε στο θρόνο του βασιλείου τη μελαγχολια και προσπαθησε να γκρεμίσεις το τοίχος που το περιβάλλει... αλλά προσοχή μόνο το τοίχος..
τότε θα σαι ελεύθερος να την επισκέπτεσαι χωρίς να σε κρατά δέσμιό της...

rip1708 είπε...

ηταν οτι πιο μαγικο εχω διαβασει εδω και παρα πολυ καιρο..ηταν οτι πιο μαγικο εγραψες ποτε..
να προσεχεις..

vrefosalata είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Ονειροφερμενος είπε...

anastasia..
ενόχληση απ' τις λέξεις.. απ' την ίδια σου τη ψυχή..?

η κοπέλα με το καναρινί φόρεμα..
έπεσαν τα πρώτα φύλλα.. τα δεύτερα.. τα χέρια ματωμένα απ' τις βελονιές.. κι ας μ' αρέσει μόνο η εικόνα αυτή.. πλεγμένος ολάκερος μ' αλήθεια..

Morpheus..
διάλεξε βελόνα.. υφαντό.. περιβάλλον για να δημιουργήσεις.. η φυγή ξεκινά από μια πένα.. ή από μια βελόνα..

ανώνυμος..
οι στιγμές εδώ δεν είναι οι καθημερινές.. ημερολόγιο δεν είναι.. η ψυχή στα εύκολα ξέρει να εκφράζεται.. την έχεις δει.. στα δύσκολα αποτυπώνεται στο χαρτί..
δεν ξέχασα.. δεν ξεχνάω.. το περιβάλλον δεν αλλάζει.. οι μέρες στο φως.. οι νύχτες στο σκοτάδι.. εδώ..

Feli είπε..
να πω ευχαριστώ για τα λόγια σου..
λίγες λέξεις αρκούν.. αρκεί να συνηθίσεις μια σιωπή και θα μάθεις να τη διαβάζεις..

aggelisni23..
τα συντρίμμια από τα τείχη ίσως σκεπάσουν κομμάτια της ψυχής σου.. φυλακή δημιουργημένη δίχως αντίσταση και φωτεινή ελπίδα.. τουλάχιστον πιάνο να έχει.. κι άσε τα τείχη τα πέτρινα να δένουν με το δέρμα σου.. ακόμη απ' το ίδιο μείγμα είναι φτιαγμένο..?

rip1708..
η μαγεία κρύβεται στις ψυχές.. όχι στις λέξεις.. αρκεί να μάθεις να τις αναγνωρίζεις.. κάποιοι το γνωρίζουν ήδη λοιπόν..

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Μηλια! είπε...

αν μπορουσαμε να δουμε τα χρωματα της ψυχης και ειχα απεναντι το δημιουργο αυτου του κειμενου θα μπορουσε να παρατηρησει τισ ενναλαγες των χρωματων μου, των συναισθηματων μου.την υπερδιεγερση των αισθησεων μου, την αναστατωση του κορμιου μου!εξαιρετικο!