Ονειρολoγιο: Ιουνίου 2008

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς..

..Κι όταν σε σηκώσω στα χέρια, θα 'ναι πια αργά..
..θα 'χει σβήσει το όνειρό σου..

Πνίγεσαι. Οι φωνητικές σου χορδές ματώνουν. Με φωνάζεις. Μα δε γυρίζω. Ούρλιαζε όσο θέλεις. Το μαχαίρι που κρατώ δεν είναι για σένα. Σκίσε το ρούχο σου να δω το γυμνό κορμί σου. Τα φτερά σου να λυγίσουν απ' τον άνεμο. Δεν είσαι άγγελος απ' αυτούς που αγαπώ. Μαύρο πετούμενο. Παραφυλάς για κάθε μου παραστράτημα. Καρτερείς κάθε μου σκέψη, να τη ρουφήξεις να την κάνεις δική σου. Κοράκι θανάτου. Απελπισία μου γεννάς. Υπάρχεις μα δε ζεις. Πως να νιώσεις τον πόνο των άλλων όταν δεν μπορείς ν' αντικρίσεις τ' αστέρια στο σκοτάδι? Πως μπορείς να πικραθείς με τον καημό των άλλων όταν ο ίδιος ο καημός σου σε κρατά κλεισμένη στη φυλακή της ειρωνείας? Γελάς για χάρη μου. Ένα χαμόγελο ειρωνικό που σου σκίζει τα χείλη. Ασυγκράτητο. Δεν αντέχεις την παρουσία μου. Δίπλα σου. Μα πάντοτε εκεί θα 'μαι. Να σε τρομάζω, να σου πίνω το αίμα. Δε γεννήθηκα βρυκόλακας, έγινα. Συ μ' έκανες έτσι. Ο φόβος σου μεταφράζεται σ' αγάπη ξέστρατη. Κοίτα με πως μοιάζω. Αλήτης δίχως σπίτι. Χάνομαι στις λέξεις ενός ψεύτικου κόσμου. Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Κοίτα το χαμόγελό σου. Έχει φτάσει ως στ' αυτιά. Φάλτσο. Δάκρυα χαράς. Η σκιά των ματιών σου ψεύτικη. Φτηνή όπως κι η ψυχή σου. Το μαχαίρι που κρατώ δεν είναι για σένα μα δεν θα δειλιάσω αν γουστάρω να το μπήξω στα στήθια σου. Όχι για να πάρω την καρδιά σου, δεν σ' αγαπώ τόσο. Για να δω την ψυχή σου. Που είναι κρυμμένη τόσο καιρό? Θολή ματιά απ' το μίσος. Για έναν κόσμο που καταρρέει σε κάθε άγγιγμά σου. Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Να χαμογελάς από ηδονή. Έρωτας δίχως αισθήματα σ' ένα κρεβάτι βουτηγμένο σ' ένα περαστικό αδικαιολόγητο πάθος. Θες να με δεις να χαμογελώ? Πάρτο λοιπόν. Γελάω για πάρτη σου. Κει που οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Κει που το πραγματικό μπερδεύεται με το μπάσταρδο το όνειρό σου. Το μισείς και τούτο. Το τραβάς απ' τα μαλλιά και το ποδοπατάς αλύπητα. Κείνο το σημάδι άραγε στα χείλη σου μήπως είναι απ' το μαχαίρι μου? Δεν θα στο μπήξω βαθιά. Μην με πεις χασάπη. Έχω την λεπτή αίσθηση του δολοφόνου στο βλέμμα. Την τέχνη, να σε πονώ και να σ' αρέσει. Πονάς κοντά μου και το φχαριστιέμαι. Χαμογελάω. Το βλέπεις. Και γι' αυτό οι στάλες οι χοντρές στα μάτια σου ξανά. Ή στα μάτια μου..?

..Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Ίσως γιατί πονώ κι εγώ καταβάθος..

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Θα 'μαστε για πάντα μαζί..


Το δωμάτιο άδειο. Πάντοτε άδειο το θυμάμαι. Λίγες ήταν οι στιγμές που σε θυμάμαι κουλουριασμένη κει, στη γωνιά σου, να με κοιτάζεις. Μονάχα να με κοιτάζεις. Στεκόσουν ώρες κει, χαμηλά στο πάτωμα, πάνω στα κρύα πλακάκια. Με τα πόδια διπλωμένα, τα χέρια σταυρωμένα, ένα δειλό χαμόγελο στα χείλη και μια ματιά να με τρομάζει. Δεν άντεχα να με κοιτάζεις έτσι. Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτεσαι. Ντρεπόμουν. Φοβόμουν μήπως βγάλεις λάθος συμπεράσματα για το μέσα μου. Σου μιλούσα. Δεν αντιδρούσες. Είχες καρφωμένα τα μάτια σου στα δικά μου. Θεέ μου, πόσο άβολα ένιωθα. Λύγισα. Σου φώναξα..

"Σταμάτα να το κάνεις αυτό, δεν τ' αντέχω."
"Μα δεν έκανα κάτι. Απλώς σε κοιτάζω."
"Τρομάζω."
"Δε χρειάζεται."
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Το χαμόγελο δυνάμωσε. Έγινε γέλιο ηχηρό.
"Σε παρακαλώ, σταμάτα. Γελάς μαζί μου?"
"Σ' αγαπώ."
"Και γιατί το λες χαχανίζοντας?"
"Θέλω να βγάλεις το όνομά της από πάνω σου."
"Τι λες τώρα? Ξέρεις ότι αυτό δε γίνεται."
"Μ' αγαπάς?"
"Τι σχέση έχει αυτό τώρα?"
"Έχει. Αν μ' αγαπάς βγάλτο. Σε παρακαλώ."
"Πως να το κάνω αυτό? Όσο και να το θέλω τώρα πια δε γίνεται."
"Μπορώ να το κάνω εγώ."
"Δεν μπορείς. Κανείς δεν μπορεί πλέον. Θα μείνει πάντοτε εκεί να με σημαδεύει. Έπρεπε να το σκεφτώ νωρίτερα. Τώρα πια είναι αργά και το ξέρεις."
Δε σαλεύεις. Χάνεσαι. "Είσαι εδώ?", σου μιλάω. Σου φωνάζω. "Μ' ακούς?" Σηκώθηκες και βημάτισες αργά προς την κουζίνα. Δεν είπες λέξη. "Τι έχεις σήμερα?" Απάντηση δεν πήρα. Φοβόμουν τα πάντα τώρα. Την αχτίδα απ' το φεγγάρι που μου έσκιζε το πρόσωπο. Τη σιωπή σου που τρυπούσε την ψυχή μου. Ο καθρέφτης στο βάθος του δωματίου να με κοιτάζει σχεδόν ειρωνικά. "Άσε με να σε ελευθερώσω απ' τα δεσμά της", άκουσα τη φωνή σου πίσω μου. Αιφνιδιάστηκα. "Πότε βγήκες απ' την κουζίνα? Δεν σε κατάλαβα", είπα με τρεμάμενη φωνή. "Ήσουν αφηρημένος. Μην σε νοιάζει. Δεν σου φτάνει που είμαι εδώ?", ψιθύρισες. Ήσουν ακριβώς πίσω μου. Η φωνή σου είχε αλλάξει. Σχεδόν αισθησιακή μου χάιδευε τους βολβούς των αυτιών μου. Κόλλησες πάνω μου. Ένιωθα τον χτύπο της καρδιάς σου στην πλάτη μου. Πέρασες τα χέρια σου κάτω απ' τα δικά μου και ακούμπησες το στέρνο μου. Με χάιδεψες απαλά πάνω απ' το πουκάμισο. Τα δάχτυλά σου ανέβηκαν στο πρόσωπό μου. Μ' έσπρωχνες αργά αργά προς το μέρος του καθρέφτη. Ανταποκρινόμουν ασυναίσθητα στο βηματισμό σου. Φτάσαμε ακριβώς μπροστά του. Το φως στο δωμάτιο λιγοστό. Η αχτίδα του φεγγαριού είχε χαθεί απ' το πρόσωπό μου. Με δυσκολία διέκρινα τα είδωλά μας στον καθρέφτη. Με είχες ακόμη αγκαλιασμένο και μπορούσα να διακρίνω μόνο το πρόσωπό σου στον καθρέφτη. Δίπλα απ' το δικό μου. Τα μάτια σου καταγάλανα. Έμοιαζαν με θάλασσες βαθιά στο διάφανο του καθρέφτη. Μα ήταν μαύρα τώρα. Κατάμαυρα. Γεμάτα μίσος και οργή. Θυμό. Όχι, όχι ιδέα μου θα ήταν. Το σκοτάδι συχνά παίζει παιγχνίδια. "Είσαι καλά?", η φωνή σου χαιδεύει τον ερωτισμό μου. "Ε.. ναι.. καλά είμαι.", συλλαβίζω διστακτικά. Με μια απότομη κίνηση μου σκίζεις το πουκάμισο. Δεν το περίμενα. Πολύ απότομο. Ξαφνιάστηκα. Μου χαιδεύεις το γυμνό στέρνο με το ίδιο πάθος. Όπως πριν. Μα τα νύχια σου ήταν βαριά τώρα. Σχεδόν τα έμπηγες στο στήθος μου..
"Μ' αγαπάς?"
"Γιατί με ρωτάς συνέχεια? Δεν το νιώθεις?"
"Πες μου, μ' αγαπάς?"
"Πολύ."
Έρχεσαι μπροστά μου. Απότομα ξανά.
"Με ξαφνιάζεις απόψε."
"Σήμερα είναι η μέρα σου."
Πάλι με φόβισε η φωνή σου. Τι μου συμβαίνει? Φέρνεις τα χείλη σου στα χείλη μου. Το κόκκινο βαμμένο τους μου βάφει τα όνειρα. Μπλέκονται τα δάχτυλά μας. Τα μαλλιά σου μπλέκονται κι αυτά στα χείλη μου. Τυλίχτηκες γύρω μου. Η μέση σου έσπασε και κόλλησε στη λεκάνη μου. Άνοιξα ξαφνικά τα μάτια. Το είδωλο μου στον καθρέφτη ήταν τρομακτικό. Ασφυκτιούσα. Μου άρεσε. Μα ασφυκτιούσα. Την αγαπούσα. Αλλά ασφυκτιούσα. Κατέβασε τα χείλη της στο λαιμό μου. Δεν μπορούσα να την κοιτάζω. Κοιτούσα μοναχά τον καθρέφτη. Με φόβιζε ο κόσμος μέσα του. Έβλεπα την πλάτη της σαν αντανάκλαση στο βάθος του. Δεν είναι δύσκολο να κοιτάζεις την πλάτη κάποιου. Δε νιώθεις άβολα. Πόσο μάλλον στον καθρέφτη. Κατέβηκε πιο χαμηλά. Φιλούσε αργά το στέρνο μου. Στον καθρέφτη δε φαινόταν καθαρά το τατουάζ μου. Φιλούσε το Μ.. το Α.. το Ρ.. το Ι.. σταμάτησε όμως στο τελευταίο γράμμα. Στρέφει το βλέμμα της στο δικό μου. Φωνάζει..
"Την αγαπάς ακόμη?"
"Τι είναι αυτά που λες? Την είχα αγαπήσει και το ξέρεις. Εξάλλου η αγάπη δε χάνεται. Με πλήγωσε όμως και το γνωρίζεις κι αυτό. Αν μπορούσα να το βγάλω από πάνω μου θα το έκανα. Αλλά βλέπεις πως είναι αδύνατον. Το μελάνι έχει ποτίσει το δέρμα μου. Το αίμα μου. Και την ψυχή μου ίσως."
"Θα γράψεις και το δικό μου όνομα?"
"Κι αν συμβεί το ίδιο και με σένα?"
"Δεν θα συμβεί."
"Πως το ξέρεις?"
"Εγώ σ' αγαπώ."
"Κι αυτή το ίδιο έλεγε."
"Δεν είμαστε όλες ίδιες αγόρι μου."
"Όχι, αλλά οι λέξεις σας ίδιες ακούγονται."
Σηκώθηκες και με κοίταξες βαθιά στα μάτια. Τόσο κοντά μου. Ένιωθα την ανάσα σου. Ήθελα να σε φιλήσω. Με σταματάς.
"Αυτό πιστεύεις?", με ρωτάς ψυχρά. Διαλύθηκε η μαγεία. Μια στιγμή αρκεί.
"Πιστεύω την ψυχή σου. Όχι τα λόγια σου."
"Αν μ' αγαπάς βγάλτην από πάνω σου. Τώρα."
"Βλέπεις πως δε γίνεται. Όπου και να πάω μαζί μου θα 'ρχεται. Θα κουβαλώ τ' όνομά της στο στέρνο μου αιώνια. Μέχρι η ανάσα μου να φύγει. Μονάχα τότε θα την απαρνηθώ. Τότε που θα μείνει μονάχα η ψυχή να μου θυμίζει εσένα. Το χαραγμένο τούτο κορμί θα θαφτεί βαθιά. Θα την ξεχάσω για πάντα."
"Χαίρομαι που τ' ακούω", μου λες και κάτι φωτίζει το πρόσωπό σου. Χαμογελάς. "Σ' αγαπάω μάτια μου", μου ξαναλές. Όλα σβήνουν. Έκανα να το πω κι εγώ. Σ' αγαπώ. Πήγα να το πω, αλήθεια. Μα δε βγήκε ήχος απ' το στόμα. Οι λέξεις έσβησαν στην τελευταία ανάσα. Ο καθρέφτης σκοτείνιασε. Το φεγγάρι δάκρυσε. Χαμήλωσα το βλέμμα. Η λεπίδα δε γυάλιζε. Κόκκινη έμοιαζε μες τη θολούρα. Το στέρνο μου πονούσε. "Θυμάσαι που μου είχες πει ότι αξίζει να πεθάνεις μονάχα γι' αυτό που αγαπάς? Τώρα είσαι μονάχα δικός μου. Απαλλαγμένος απ' το σώμα που είχες χαραγμένο τ' όνομά της. Θα ζήσουμε ευτυχισμένοι αγόρι μου. Δυο ψυχές αγκαλιασμένες. Μονάχα εμείς οι δύο." Τραβάει με δύναμη το μαχαίρι από μέσα μου. Όλα σκοτείνιασαν. Δεν είχα άλλες ανάσες. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Την θυμάμαι μονάχα να μ' έχει αγκαλιά. Στο πάτωμα. Στα κρύα πλακάκια. Πεσμένη από πάνω μου. Το μικρό της σώμα τόσο βαρύ. Δίχως ανάσες. Κρύα κι αυτή.
Τώρα πια θυμάμαι μόνο το χαμόγελό της. Ήταν ακόμη εκεί. Το χαμόγελό της. Χαραγμένο στο πρόσωπό της. Να μου θυμίζει πως μ' αγάπησε. Πως θα 'μαστε για πάντα μαζί..

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μίσησέ με..

..πριν το διαβάσεις.. σκέψου τι πας να κάνεις..
..πριν το διαβάσεις.. να θυμάσαι πως δεν μιλώ σε σένα..
..πριν το διαβάσεις.. να θυμάσαι πως μιλώ και σε σένα..
..πριν το διαβάσεις.. να βάλεις στο μυαλό σου πως πρέπει να με μισήσεις..
..μόνο έτσι θα καταλάβεις τι λέω..

Αλλάζω πορεία. Αφού δεν αλλάζουν κάποιοι άνθρωποι πρέπει ν' αλλάξω εγώ. Για πόσο ακόμα?
Σου λείπει κάτι και δεν το κυνηγάς. Μα είναι δυνατόν? Και θες να το δεχτώ?
Μου λείπει κάτι και λες ότι χάνω τον ευατό μου μέσα στην σιωπή. Μα είναι δυνατόν? Δεν σε ξέρω. Και χάνεσαι. Πως να μη χαθώ κι εγώ?
Ένας κόσμος γεμάτος από δειλούς ανθρώπους. Πως γίνεται να μην παραδίνεσαι στα συναισθήματά σου? Για ένα λεπτό δειλίας θα στερηθείς μια ζωή αγάπης? Μα πως είναι δυνατόν? Πως είναι? Ε, όχι ρε γαμώτο, δεν το δέχομαι. Πάντοτε θα κυνηγώ αυτό που θέλω ότι κι αν μου κοστίσει. Βαρέθηκα πια..

Μελαγχολικός.. μίζερος.. μαλάκας.. περίεργος.. αλλόκοτος.. αντικοινωνικός.. Γιατί όλ' αυτά? Γιατί? Επειδή θέλω υγιείς ανθρώπινες σχέσεις κι όχι δυο καυλωμένα μάτια πίσω από μια φωτεινή οθόνη? Ε, όχι ρε, δεν το δέχομαι. Άνθρωπος είμαι, όχι ρομπότ. Θέλω σωματική επαφή. Κάνω να κρατήσω το χέρι σου και το τραβάς. "Δεν θέλεις.." "Όχι, θέλω.." "Μα τότε γιατί τραβιέσαι..?" "Δεν ξέρω.. φόβος.." Πόσο καιρό θα φοβάσαι ρε γαμώτο? Τόσο καιρό με ξέρεις. Ανοιχτό χαρτί είμαι. Έτσι με γνώρισες.. έτσι μ' αγάπησες.. (αν μ' αγάπησες..) Έλεος πια. Μάθε να ξεχωρίζεις το ξεχωριστό. Τι σου ζήτησα? Να μου λες τι αισθάνεσαι. Κακό είναι? Ξέχασες ποιος είμαι? Τι ρόλο παίζω εδώ ρε γαμώτο? Βαρέθηκα..

Βιάζομαι. Με ρωτάς γιατί βιάζομαι. Γιατί απλώς κυνηγώ αυτό που θέλω μάτια μου. Φαίνεται ότι το πιέζω, έτσι? Γιατί ρε? Γιατί το πιέζω? Μήπως γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο εγωιστές ώστε να κλείνονται στον ευατό τους ολημερίς? Μέρες.. μήνες.. χρόνια..? Απορρίπτουν την προσπάθεια του άλλου και μια όμορφη πρωία, όταν ξυπνήσουν, όλα καλά κι όλα ωραία, θυμούνται ν' αναζητήσουν ξανά εκείνο τον άνθρωπο. Είναι δυνατόν ρε? Ο άλλος δηλαδή δεν έχει εγωισμό? Μια ζωή θα περιμένει εσένα να ξυπνήσεις? Κουράστηκα πια..

Όλοι οι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι έχουν πληγές. Ποιος το αρνείται? Μα είναι δυνατόν όμως να κλείνεις τα μάτια και να μην ξεχωρίζεις το διαφορετικό? Να μην εμπιστεύεσαι πλέον κανέναν? Που βαδίζεις τότε? Γιατί ζεις ρε? Πες μου. Εγώ γιατί είμαι εδώ? Αν δεν θέλεις να 'μαι κοντά σου πες το μου ρε διάολε. Τι με βασανίζεις και γιατί βασανίζεσαι? Το μόνο που δεν θέλω είναι να με κρατάς κοντά σου από λύπηση. Αν με χρειάζεσαι κράτα με κι άνοιξέ μου τον ευατό σου. Διαφορετικά πες μου να την κάνω. Να φύγω απ' το πλάι σου. Ποτέ δεν μένω με το ζόρι πουθενά. Κουράστηκα πια..
Τι άλλο να πω? Τι άλλο να κάνω? Κουράστηκα πια. Οι άνθρωποι δε νιώθουν. Με στολίζεις με χίλια δυο όμορφα επίθετα και μετά μ' αφήνεις μονάχο στο σκοτάδι. Τι να το κάνω ρε αυτό? Αφού δεν έχω εσένα. Τι να το κάνω? Βαρέθηκα..

Κωλοευαίσθητος.. υπερευαίσθητος.. Φαντάζεσαι να ήξερες και ποιος είμαι στ' αλήθεια? Και τι να κάνω που έτσι είμαι? Αν δεν σ' αρέσει ξέρεις που είναι η πόρτα.. Γιατί σου φαίνονται παράξενα όλα τα συναισθήματά μου? Φύγε αν είναι έτσι. Δεν σε κρατάει κανείς. Φύγε. Βαρέθηκα..

Γκρινιάρης.. παραπονιάρης.. Κι άμα γουστάρεις. Κουράστηκα πια. Επειδή δηλαδή ζητάω αυτά που θέλω και δεν σιωπώ σημαίνει ότι είμαι γκρινιάρης? Επειδή ζητάω αυτά που θέλω ρε γαμώτο? Έλεος. Βαρέθηκα..
Πότε θα έρθει κάποιος να σου πει. Ξέρεις τι? Σ' αγαπώ έτσι όπως είσαι. Τόσο απλά. Χωρίς να σε στολίσει με τόσα ευφάνταστα επίθετα. Τι να τα κάνω τα λόγια όταν έχω εσένα? Μα δεν σ' έχω. Γαμώτο. Βαρέθηκα..

Παρανοϊκός.. υπερβολικός.. Ζητάω πολλά, έτσι? Και ποιος σου είπε πως δεν έχω το δικαίωμα? Αφού θέλω. Θες εγωισμός? Τουλάχιστον το παραδέχομαι ρε. Αφού σε θέλω. Κουράστηκα πια..
(Κάποια στιγμή θα σκάσω, το ξέρω. Όποιος δε δακρύζει, λένε, όταν τύχει να ξεσπάσει καλό είναι να μη βρεθείς κοντά του..Φύγε λοιπόν μάτια μου. Σε λίγο θα σκάσω, το νιώθω. Φύγε. Το νιώθω, αλήθεια..)
Μόνο αυτό. Φύγε. Αν δε βρίσκεις τίποτε καλό πάνω μου και πιστεύεις σ' όλες αυτές τις μαύρες λέξεις του κειμένου, στ' αλήθεια δεν σε θέλω κοντά μου, φύγε. Αληθινούς ανθρώπους θέλω.. τίποτε άλλο.. μονάχα τέτοιους.. αληθινούς..

Κι όποιος δε βγάλει νόημα απ' όλες τούτες τις σκόρπιες λέξεις.. δεν πειράζει.. (ούτε εγώ κατάλαβα τίποτε απ' όλ' αυτά..)
Κι αν κανείς δεν αφήσει το σημάδι του σ' αυτή την τρέλα.. δεν πειράζει.. σημαίνει ότι κάποιος πόνεσε..
Κι όποιος με μισήσει μετά απ' όλο αυτό δίκιο θα 'χει.. παράξενος είμαι.. μην με παρεξηγείται.. παράξενος είμαι και παράξενος θα 'μαι.. ποιος νοιάζεται..?

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Φεύγω..


Φεύγω. Άνεμος θα γενώ..


Ακινησία. Μην έρθεις κοντά μου. Θα σε διώξω. Δεν ξέρω γιατί. Μη ρωτάς το γιατί. Απλώς έτσι νιώθω. Δε ζητάω ν' ανοίξουν πλέον οι ουρανοί. Δεν έχω τη δύναμη πια. Το ξέρεις όμως.. η κλωστή δεν έχει σημεία που να μπορεί να σταθεί για λίγο το μάτι. Μόνο άκρα έχει, μόνο άκρα. Δε ζητάω πια τη νεράιδα που κάποτε έψαχνα. Παιδί ήμουν τότε. Παιδί είμαι ακόμα. Γι' αυτό οι μεγάλοι δεν πονάνε. Κανείς τουλάχιστον δεν το δείχνει. Κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί εκφράζεσαι έτσι. Έτσι είναι μάτια μου. Τουλάχιστον το κατάλαβα, κοντά σου. Δεν είμαι παράξενος, μίζερος, ούτε διαφορετικός. Πληγωμένος είμαι. Μα κουράζομαι κάθε τόσο που πρέπει να το κρύβω. Γι' αυτό και κρύβομαι απ' τους αληθινούς ανθρώπους. Γιατί βαρέθηκα πλέον την μάσκα ετούτη. Δεν μπορώ το πρωί να χαμογελώ και το βράδυ τ' αστέρια να μαζεύουν τον καημό μου. Όχι, δεν αντέχω άλλο. Αύριο φεύγω..
Φεύγω γιατί έρωτας και αγάπη δεν συμβαδίζουν και δεν τα θέλω έτσι στον κόσμο μου εγώ. Δε ζητώ ουσία πια. Κι αν τη βρω στα 22 λες να βαρεθώ? Κι ας μην με αγγίζει τίποτα. Κι ας πονάω ακόμη. Κι ας μη με γεμίζει τίποτε στα ξένα. Εκεί όμως θα βρω την νύχτα που θέλω να ηρεμήσω. Αν τα καταφέρω. Αν αντέξω το δρόμο. Γιατί κι αυτός ξένος μου μοιάζει. Δε γνωρίζω κανένα μονοπάτι του. Εκεί η μάσκα δεν θα τολμήσει να τραβηχτεί. Πάντα κολλημένη βαθιά στο δέρμα. Δεν θα γίνει ένα όμως γαμώτο, δεν θα γίνει. Αν γίνει φώναξέ το μου: "Είσαι αδύναμος." Όχι, όχι πληγωμένος είμαι. Και δεν είναι δικαιολογία ετούτο. Μην με κρίνεις επιτέλους ρε ζωή. Δεν αντέχω άλλο. Αύριο φεύγω. Γεια σου..
Αύριο φεύγω επιτέλους. Δεν ξέρεις πόσο άδειος νιώθω. Δε ζητάω πλέον ν' ανοίξουν οι ουρανοί. Δε ζητάω να τρέξει κόκκινο από πουθενά. Βρήκα αυτό που ήθελα. Κι ας μη μου δίνει τίποτα. Έρωτας και αγάπη δεν συνυπάρχουν είπαμε μάτια μου. Όχι στο σκοτάδι μου. Ούτε λευκό υπάρχει. Η κλωστή δεν έχει όρια. Δεν ξεδιπλώνεται το καρούλι της ψυχής. Κανείς δεν κρατάει την άκρη. Μόνος τρέχω στο λαβύρινθο. Τρέχω όμως, βιάζομαι. Το είδες. Μόνος στα στενά του λαβυρίνθου μου. Μόνος τον έχτισα. Άφησα να μπούνε τέρατα μέσα. Κι ας μην σκότωσα τον Μινώταυρο. Κι ας έβαψα τα χέρια μου με αίμα. Ο πόνος είναι ίδιος και χωρίς αυτόν. Ο πόνος είναι ίδιος χωρίς εσένα. Όχι δε ζητάω κόκκινο. Δεν το ζητάς ετούτο, το ρουφάς όταν θα 'ρθει μονάχο του. Μια ολάκερη ανάσα αν υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως. Με τόσο αίμα και να ΄ρθει δεν θα το ξεχωρίσω. Έρωτας και αγάπη δεν συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει δικαιολογία για τις τρύπες στα χέρια. Δεν υπάρχει δικαιολογία όταν το πιστόλι ακουμπά τον κρόταφο. Το ίδιο το χέρι σου ακουμπάει το ξυράφι στην φλέβα. Δεν υπάρχει δικαιολογία να φωνάζω στον καθρέφτη. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να τον κοιτάξω κατάματα. Ότι δίνεις παίρνεις. Όχι, όχι, δεν μπορεί να δίνω τόσα λίγα, δεν μπορεί. Κάθε που πέφτει το σκοτάδι μια αγκαλιά μικραίνει. Μισώ κάθε μου στιγμή μακριά σου. Μισώ κάθε μου στιγμή γεμάτη μακριά σου. Οι δρόμοι είναι υγροί κάθε βράδυ ή είναι τα μάτια που βουρκώνουν? Δεν θυμάμαι πια. Δεν με νοιάζει πια. Αύριο φεύγω..
Φεύγω γιατί δεν αντέχω να κοιτάζω τα όμορφα. Δεν μπορεί να ξέπεσα τόσο χαμηλά. Φεύγουν δίχως λόγο. Δίχως δικαιολογία. Μετέωρος στο κενό. Ποιο κενό? Ακόμη κι απ' το κενό υπάρχει τρόπος διαφυγής. Κάθε τόσο αόρατα χέρια σε τραβούν επάνω αν τα εμπιστευτείς. Ποτέ δεν τ' άγγιξα. Ποτέ δεν θέλησα να με βοηθήσουν. Ξέρεις γιατί φεύγω αύριο? Ξέρεις γιατί οι νεράιδες έχουν φτερά? Για να πετούν μακριά. Ελεύθερες. Όποτε θελήσουν. Χωρίς να σου πουν γιατί φεύγουν. Όσοι δεν έχουν φτερά περπατούν αργά. Πρέπει να δικαιολογούν κάθε τους κίνηση, κάθε τους βήμα. Γιατί σκόνταψες? Γιατί ζαλίστηκες? Πόσο ανώμαλος είναι ο δρόμος πια? Είμαι μια χαρά μάτια μου, απλά κουράστηκα λίγο. Μην ανησυχείς. Θέλεις ψέματα? Θα τα έχεις. Θέλεις μονάχα χαμόγελο? Θα το έχεις. Αλλά μέρα με την μέρα θ' απομακρύνομαι. Δεν αντέχω άλλο. Βήματα γοργά προς τα πίσω. Και δεν το μετανιώνω ποτέ. Οι νεράιδες μπορούν και να δακρύσουν ξέρεις. Να ξεσπάσουν όταν το θελήσουν. Οι θνητοί δίχως φτερά τα πετούν όλα σε μια βρώμικη γωνιά της καρδιάς μαζεύοντας τον πόνο δράμι δράμι και τον πετούν σ' ένα κομμάτι χαρτί. Και γιατί πάλι εκεί? Και γιατί δεν μπορούν να μιλήσουν? Δε ρωτάω πια, όχι, δε ρωτάω αφού δεν το θέλεις. Αύριο φεύγω όπως και να'χει..
Φεύγω γιατί χάνεται ο κόσμος μου. Όλα τα όνειρα που έχτισα. Κείνα που χτίστηκαν γοργά σ' ένα μόνο βράδυ. Κείνα που χρειάστηκαν χρόνια να φτιαχτούν στιγμή στιγμή μόνο τα θεμέλια, σήμερα γκρεμίζονται μονάχα με μια ανάσα. Με μια κουβέντα απ' αυτούς που αγαπάς. Ίσως το αύριο να είναι αλλιώτικο. Δεν έχω τη δύναμη να σου πω να έρθεις μαζί μου. Μα δεν θέλω να φύγω χωρίς αυτά που αγαπώ. Ξέρεις ότι ανήκεις εκεί. Σου το είπα ποτέ? Αν θέλεις έλα λοιπόν. Θα σου κρατήσω το χέρι μα δεν θα το τραβήξω προς το μέρος μου. Δεν έχω άλλο κουράγιο. Αν θέλεις έλα μονάχη σου. Αύριο φεύγω. Άνεμος γίνομαι..
Θα έρθεις..?

(Κι αν δεν έρθεις μείνε εκεί και χαμογέλα μου όσο θ' απομακρύνομαι. Θα μου είναι αρκετό..)