Ονειρολoγιο: 2008

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Κάτι από ωάριο..

Σταμάτα να με σταυρώνεις.
Ζω πίσω από τις λέξεις μου γιατί δε μπορώ ν' αντιμετωπίσω τις εναλλαγές των σκέψεών μου. Οι διαθέσεις μου αλλάζουν χρώματα όπως ο ουρανός τη χαραυγή. Όσο όμορφο κι αν ακούγεται, όταν το βιώνεις, διαφέρει..
Θα γινόμουν ένα πιο υγιές πλάσμα αν με μεγάλωνες με χάδια αληθινά κι όχι καταναγκαστική αγάπη.
Κι όσες κερδίζω μονάχος μου απόψε, όλες άχαρες μου μοιάζουν. Δε μπορώ καμία να συνηθίσω. Που να πάρει ο διάολος, πονάνε οι τρύπες στις παλάμες..
Κοίτα με που σου 'μοιασα και τώρα θέλω ν' αλλάξω.
Δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ γιατί συνήθισα εσένα.
Μίσησα τους αριθμούς γιατί έπρεπε ν' αγαπώ κείνον που μου τους έμαθε.
Κι αδιαφορώ για κείνον που μου τους έμαθε γιατί αγαπά τους αριθμούς.
Τα νευρικά μου κύτταρα έμαθαν να μη σαλεύουν στη ματιά των δικών σου αλλοπαρμένων.
Κι αν έγινα ήρεμο παιδί, περίεργο, είναι γιατί ψάχνω σιωπηλά τις αιτίες μου και βασανίζομαι στη φυλακή μου ενώ έχω καταπιεί το κλειδί της από πείσμα. Στην όψη μοιάζω όμορφος, όχι στη σκέψη, είμαι τέρας.
Κι αν ωρίμασα αργά και το 'χεις κάνει ζωγραφιά στα χείλη σου, ποτέ μην το ξεχάσω, δε με νοιάζει, δε δακρύζω, δεν αντιδρώ στο κάλεσμά σου.
Κι αν έχασα πολλά, κι αν γέρασα νωρίτερα καμιά σαρανταριά χρονάκια, πίσω δε θέλω να γυρίσω.
Εσύ με σταυρώνεις όπως και να 'χει.
Λέξη δε θα πάρεις απ' τα χείλη μου, σταγόνα από τα μάτια μου.
Κι αν απογοητεύτηκες για το ένστικτο το μητρικό σου, δε θα 'μαι κει να σου κρατήσω το χέρι. Μίσος δεν κρατώ, κρατώ παράπονο. Παιδικό.
Ο καρπός σου άλλαξε χώμα για να γιάνει μάνα.
Κι αν τελικά δεν προσπαθήσω τίποτε ν' αλλάξει, είναι γιατί φοβάμαι την αποτυχία.
Μη με σταυρώσεις φοβάμαι..

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Να την προσέχεις..

Είχες στ' αυτιά σου κείνο το τραγούδι. Το 'βαλες να παίζει τόσο δυνατά ώστε να μην ακούγεται η φωνή σου. Κι ας μου μιλούσες. Κρατούσες στην παλάμη σου το μαχαίρι. Τόσο σφιχτά που σε μάτωνε. Να μου δείξεις πως σου έμπηξε στα στήθια το χωρισμό. Στεκόμουν και σε κοίταζα αποσβολωμένος. Δεν είχα ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Δεν το είχα συνηθίσει..

"Άσε κάτω το μαχαίρι ρε φίλε, δεν είναι αστεία πράγματα αυτά!"
"Όλα αστεία είναι. Τίποτα δε νιώθεις? Με χώρισε ρε, με χώρισε."
Δάκρυ ήταν. Το είδα. Έτρεχε στο μάγουλό του. Δάκρυ ήτανε ρε. Έκλαιγε!
"Φίλε, είσαι καλά? Δεν σε έχω ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση."
"Μου την πήρε ρε, μου την πήρε αυτός ο μαλάκας. Εκείνος ο φλώρος που την κολλούσε, τον θυμάσαι? Μου την πήρε ρε..."
"Κάτσε ρε φίλε. Συ δεν ήσουν που την έφτυνες? Όσο ήσασταν μαζί δεν πήγες με την άλλη στο club? Και τώρα γιατί όλ' αυτά? Ειρωνεία? Εγωισμός? Αν την ήθελες θα την κρατούσες."
"Την αγαπώ ρε μαλάκα, την αγαπώ. Μαλακίες έκανα τότε, δεν καταλάβαινα. Τώρα το νιώθω. Την αγαπώ!"
Με δυσκολία σε καταλάβαινα.
"Δώσε μου το μαχαίρι."
Το ακούμπησα στο νεροχύτη. Στ' αλήθεια μ' ανατρίχιαζε το αίμα.
"Ζαλίζομαι."
"Έλα, κάθισε εδώ. Είσαι καλά ρε φίλε? Σκούπισε το χέρι σου. Έλα, πάμε στο μπάνιο να πλυθείς."
Χαμήλωσα τη μουσική. Τι περίεργο κομμάτι..

Δε σε ξέρω μα έμαθα να σε ζηλεύω..
..αυτή που αγαπώ στην αγκαλιά σου τη βλέπω..
..κι εγώ μόνος μου μένω..
..θεέ μου πόσο τη θέλω..
..θα 'θελα να 'ταν δικιά μου..
..χωρίς εκείνη πεθαίνω..
...

Προσπάθησα να την κερδίσω. Της ζήτησα συγγνώμη. Είχε δίκιο, την πλήγωσα, μα ήμουν εδώ τώρα να της γιάνω τις πληγές. Δώσε μου κείνο το μαχαίρι ν' ανοίξω το στήθος μου, να της προσφέρω την καρδιά μου. Στο ρυθμό της χτυπάει, πρέπει να το μάθει. Παρακαλάω να γυρίσει, σα μωρό κλαίω και σπάζω τα πάντα γύρω μου, μέσα μου. Αφήνω ελεύθερο το μυαλό να ταξιδέψει κοντά της. Κάθε μου κίνηση θάνατος, κάθε μου βήμα αγάπη. Έρωτας είναι, τώρα το ένιωσα, δεν το καταλάβαινα παλιά. Ανώριμος είμαι ρε φίλε και πληγώνω κόσμο. Προσπαθώ να την αγγίξω, τώρα έφυγε, πάει. Μου μίλησε στο τηλέφωνο, μου είπε ότι την αγγίζεις εσύ. Δε θα τ' αντέξω. Σε μισώ ρε μαλάκα. Κι ας μη σε ξέρω.
Μια νεράιδα ακόμη που με αρνείται και φεύγει. Ένας άγγελος, πλάσμα από παραμύθι φερμένη. Άπλωσες τα δίχτυα σου απάνω στα δικά μου, όλα δικά σου τα θέλεις. Αδυναμία εγώ, χαμένος για πάντα. Κέρδισες. Έτσι απλά..

..έχασα το κορίτσι μου..
..από τότε πολεμάω να ξεφύγω απ' τη θλίψη μου..

Κοίταξέ με στα μάτια, κι αν δεν ταιριάζουμε, ξέρω, μια ευκαιρία μονάχα, κοντά μου ξανά να σε φέρω. Ανοίγω τα χέρια μήπως μέσα χωρέσεις. Κλείνω τα μάτια μήπως εκεί δικιά μου σε έχω. Ειν' όλα μάταια πια, έχεις αλλάξει πορεία. Δεν εκτίμησες τίποτα. Ότι είχα, όλα για σένα. Άλλο ταλέντο δεν έχω. Τίποτ' άλλο δεν έχω..

..όλη μου η ουσία..
..ένα κομμάτι χαρτί και λίγο φαντασία..

Περίμενα να γυρίσει. Να τη δω, ξανά κοντά μου, να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, έστω για μια στιγμή. Απέτυχα. Δυστυχώς, το ξέρω. Για κείνη είσαι σημαντικότερος..

Δεν σε ξέρω, αλλά..
..να την προσέχεις..
..αυτήν που αγαπώ..
..εσύ την έχεις..
..θα 'θελα να 'μαι συ για μία ώρα..
..να την είχα αγκαλιά για λίγο τώρα..

Είναι δική σου τώρα. Πρόσεχέ την. Φοβάται. Τη μοναξιά. Τον ίδιο το φόβο. Να την κρατάς σφιχτά. Να της ψιθυρίζεις στ' αυτί κείνο που θέλει ν' ακούσει. Να της γρατζουνάς στην κιθάρα μια μελωδία που αγαπά, κι αν δεν τα καταφέρνεις με τις νότες, γράψε της κάτι απ' την καρδιά. Αγκάλιασέ τη και κάνε τη δική σου. Μ' ακούς που σου φωνάζω? Την αγαπώ ρε. Την αγαπώ. Και πονάω. Μα αγαπώ. Πρέπει να 'ναι ευτυχισμένη. Αρκεί να μου λείπει, αρκεί που κοντά σου χαμογελά και νιώθει ασφάλεια. Μου αρκεί.
Πρόσεχέ την. Στα μάτια να την κοιτάζεις, να της μιλάς με αλήθειες για αλήθειες. Να της μιλάς σιωπηλά. Αγαπάει να κουρνιάζω στα στήθια του άλλου, πόσο το ζηλεύω κι όμως θα σου πω ότι λατρεύει ν' αγαπά. Είσαι τυχερός ρε μαλάκα, τι άλλο μπορώ να σου πω? Να την προσέχεις γιατί ακόμη την αγαπώ. Όχι πάλι το ίδιο ρεφρέν. Όχι, όχι. Χαμήλωσέ το. Όχι...

Δεν σε ξέρω, αλλά..
..να την προσέχεις..
..αυτήν που αγαπώ..
..εσύ την έχεις..
..θα 'θελα να 'μαι συ για μία ώρα..
..να την είχα αγκαλιά για λίγο τώρα..

Δική σου είναι τώρα. Να την προσέχεις. Κι όταν στα μάτια σε κοιτάζει ερωτικά, δε θέλω να το σκέφτομαι, κι όμως καρτερώ να το ξαναζήσω. Σαν άγγελος μοιάζει τα βράδυα. Το κορμί της διάφανο, θα χάνεσαι στο βυθό των σκέψεών της. Με μια ανάσα. Τη θέλω ακόμη. Ξανά. Για μία νύχτα μόνο. Για πάντα. Έχεις τον παράδεισο στην αγκαλιά σου, μην τον αφήσεις να φύγει. Σε παρακαλώ, μην την κάνεις να δακρύσει ποτέ. Το έκανα εγώ, από τότε μισώ τον ευατό μου. Δεν εκτιμάς ποτέ κάτι παρά μόνο όταν σου λείπει. Και μου λείπει τώρα ρε, μου λείπει πολύ..
Να την προσέχεις. Και να θυμάσαι. Αν κάποια στιγμή σου θυμώσει δώσε της μόνο αγάπη. Στη στιγμή θα χαμογελάσει κι όλα θα τα ξεχάσει. Κάποιες νυχτιές φοβάται, ότι θα χαθεί νομίζει. Θα σου κρατά σφιχτά το χέρι, στιγμή μην το αφήσεις. Χάιδεψέ της τα μαλλιά, νιώσε την αναπνοή της. Στα όνειρά της θα κατοικώ να βλέπω αν είναι ευτυχισμένη. Ο πρίγκηπάς της ήμουν κάποτε, τώρα σιχαμερό βατράχι. Κι όταν με φίλησε κάποτε, κάλυψα τη φωτιά του έρωτα με στάχτη. Έκανα λάθη ρε φίλε, λάθη, πολλά λάθη. Τώρα ζεις εσύ κοντά της, να την προσέχεις, τίποτα να μη σου πάθει. Τα βαρέθηκα όλα. Στάχτη θα γίνω τώρα, στάχτη. Σκόνη, σκιά στο πέρασμά της. Όσο κι αν με πονά στην άκρη θα μείνω. Τελειώνει το τραγούδι, τελειώνει η δύναμή μου. Και μην ανησυχείς..
..εγώ γίνομαι σκόνη..
..δε θα την ενοχλήσω..
..όσο κι αν αυτό με σκοτώνει..
..η καρδιά μου είναι μόνη..
..θα χαρείς επομένως..
..αυτή εσένα αγαπάει..
..εγώ είμαι ερωτευμένος..

Να την προσέχεις..

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Υφάντρα..

Φθινοπώριασε νωρίς. Το ημερολόγιο στον τοίχο έδειχνε 2 του Σεπτέμβρη. Δε θυμάμαι τη χρονιά. Δε θυμάται.

Το βλέμμα της ήτανε καρφωμένο σε κάτι κλωστές. Δε θυμάται αν ήταν τούτες οι κλωστές που της έδεσαν τα όνειρα. Πόσο ευχάριστα μπορεί να χαραχτεί ο χρόνος στο πρόσωπό σου? Το δικό της δεν το άγγιξε ποτές. Δε θυμάται αν ήταν τούτες οι κλωστές η φυλακή της. Δε θυμάμαι.
Το παντζούρι παλιό, σπασμένο, το τζάμι ραγισμένο. Δε θυμάται αν ήταν κείνο το αγέρι του Σεπτέμβρη που τάραζε το μέσα της. Δε θυμάται αν ήταν κείνο που κρύωνε τη ψυχή της. Δε θυμάμαι.
Το βλέμμα απ' τη χαραμάδα να χαζεύει τον ουρανό που δεν μπορεί ν' αγγίξει. Τα χείλη παρακαλάνε να εκφράσουν όσα ζουν οι υπόλοιπες αισθήσεις. "Τι θέλω ν' αγγίξω και δε μπορώ? Τι ποθώ αλλά δεν έχω το θάρρος να το ζητήσω?" Να λιώνουν τα μάτια της στα μάτια μου ικετεύοντας να μιλήσω. Να μιλήσω για όσα εκείνη ποτέ δεν κατάφερε να ξεστομίσει. Τα χείλη της είχαν ταίρι τα δικά μου. Στην έκφραση, στην ουσία, στη συμφιλίωση, έλειπε μονάχα κείνο το πάθος το ψεύτικο που έδενε τα σώματα τις κρύες νύχτες. Όλα τα ψεύτικα χωρούσαν εδώ και τίποτε τελικώς δεν ειπώθηκε. Όσο σφαλισμένα ήταν τα χείλη της, άλλο τόσο τα δικά μου έτρεμαν να σπάσουν κάθε ποθητή της σιωπή.
Συμπαθούσε όσα έγραφα αφού είχα επιλέξει μόνο σημάδια στο χαρτί ν' αφήνω για να εκφράζομαι. Ίσως για ένα ανυπόφορο παρελθόν να εκδικηθώ, ίσως τις ώρες τις ατέλειωτες, τις λειψές να ανταποδώσω. Μπορεί περισπούδαστος γραμματικός να μην ήμουν, το μεροκάματο να μου 'κλεβε ώρες ατέλειωτες μελέτης κι όρεξης για δημιουργία, αλλά εκείνη συμπαθούσε την πένα μου. Αυτό μου αρκούσε, αυτό μου αρκεί.
"Πόσο αληθινά γράφεις κι ας μη φωτίζεις με τον τρόπο σου." Το 'λεγαν τα μάτια της, το 'γραφε σε μια κόλλα χαρτί δίχως μελάνι, το ψιθύριζε η ψυχή της κι είχα εξασκηθεί να την ακούω. Το 'πλεκε στον αργαλειό χάμω από τ' αστέρια κι απ' απέραντους ουρανούς, 6 γράμματα σχημάτιζε, 6 γράμματα ζητούσα. Σ' αγαπώ.
Ήτανε τότε που το πρόσωπό μου άλλαζε χρώματα, σαν τα πλεκτά της. Άλλο κόκκινο σαν το αίμα, άλλο πράσινο σαν τα φύλλα την άνοιξη, άλλο κίτρινο σαν τα φύλλα στις 2 του Σεπτέμβρη. Φθινοπώριασε νωρίς μάτια μου.
Στεκόμουν σε μια γωνιά. Τυχαία ήτανε σκοτεινή? Όλο το δωμάτιο σκοτεινό δεν ήταν? Ένας αργαλειός γέμιζε το δωμάτιο. Μονάχα αυτός. Και κείνη. Η παρουσία της. Η σκιά της. Τόσο λεπτή, τόσο σιωπηλή, τόσο ήσυχη. Την ημέρα σκιά, το βράδυ φάντασμα. Δεν κοιμόταν καθόλου θε μου? Καθόλου? Τα μάτια της νεανικά, βαριά. Ασήκωτες οι μνήμες, καθαρές οι σιωπές. Η βελόνα είχε θρέψει τα δάχτυλά της. Δεν ένιωθε πόνο στις άκρες τους, σκληρά σαν πέτρα. Τον πόνο που έχασε από τα δάχτυλα τον κέρδισε η καρδιά της, λαφριά σαν πούπουλο, ευαίσθητη, λευκή η φορεσιά. Τελικά αν δεν έχεις πονέσει σε τούτο τον κόσμο δε θρέφει η καρδιά σου καλοσύνη και συμπόνια. Κι αν πληγωθείς παραπάνω κάποιες φορές ίσως η καρδιά πετρώσει κι επιστροφή δε θα ΄χεις στα όμορφα. Μη μισείς τους ανθρώπους, μίσησε τον ίδιο σου τον πόνο. Φθινοπώριασε νωρίς κι εφέτος μάτια μου.
Ύφαινε ασταμάτητα. Με το φως της ημέρας, δίχως να το φχαριστιέται. Με τη μαγεία της νύχτας ένιωθε γεμάτη κι αλλόκοτα συναισθήματα κούρνιαζαν κοντά στο στήθος της. Με το δείλι το ρομαντικό, το κουρασμένο το κορμάκι της έγερνε σ' ένα στρώμα χιλιομπαλωμένο. Ίσως κι αυτό απ' τη κλωστή της να 'ταν πλεγμένο. Απ' τα χεράκια της φτιαγμένος ο καημός. Κι είχε κρύο τα βράδυα του Σεπτέμβρη. Πόσο έχουμε? 2 του μηνός. Φθινοπώριασε νωρίς ρε γαμώτο.
Ακόμη και να βλασφημήσεις δε σε άφηνε. Σε κοιτούσε. Αχ, αυτό το βλέμμα. Ταξίδευες με κείνο. Με πλοίο το γαλάζιο των ματιών της και σημάδι για να μη χαθείς στο σκοτάδι είχες τον ήχο απ' τον αργαλειό της. Έκοβε που και που λίγο απ' το δέρμα της καθώς έμπηγε τη βελόνα στο μαλακό του καρπού της. Κόκκινο πότιζε το υφαντό. Επίτηδες θα το 'κανε, φαντάστηκα. Ν' αφήσει το σημάδι της στο χρόνο, σ' αυτό που αγαπά. Πως να δείξει κανείς ότι υπήρξε? Ότι υπάρχει ακόμη? Αίμα, αίμα, αίμα. Ζωή..
Αλήθεια. Ψέμα δε θυμάμαι να 'πλεξε ποτέ. Μα και να το τολμούσε, τρόπο δεν είχε να το εκφράσει, θα 'μενε ραμμένο, ξεχασμένο. Μονάχα λίγοι θα μπορούσαν να το διακρίνουν βαθιά πίσω απ' την ομορφιά του έργου της. Μιλώ μ' έκφραση θαυμασμού ίσως? Πιάνω τον ευατό μου γελοίος να φαντάζω, εκτός της γενιάς που υπηρετώ. Τα πλεκτά της όμως τα αγαπώ. Κι εκείνη αγαπά τον τρόπο μου. Θαυμασμός είναι, δεν το ξεχνώ, για έρωτα ντρέπομαι να της μιλήσω. Πως ν' ακούσω το "ναι" απ' τα χείλη της τ' αμπαρωμένα? Κι αν είναι πιο βαρύ το "όχι" μιας σιωπής? Ξέχνα το, η γωνιά μου η σκοτεινή μου αρκεί, κι η θέα της όταν πλέκει γιομίζει την καρδιά μου ευχαρίστηση. Ας είναι ο δειλός να μένει πάντοτε πίσω χαμογελαστός. Δεν μπορούμε να τα ΄χουμε όλα σε τούτη τη ζωή. Παραμύθια παρηγοριάς. Να της ζητήσω μι' αγκαλιά ή θα τυλίξει τις κλωστές της γύρω απ' το λαιμό μου? Έχει κρύο απόψε κι ίσως να μη μου αρνηθεί. Ένα νεύμα της μου αρκεί διάολε, χάρισέ το μου. Τόσα της στέρησες, μην της πάρεις και τούτο. Κρύωσε απόψε ο καιρός. Άκουσα ότι φθινοπώριασε νωρίς.
Μυστικά επτασφράγιστα. Κρυμμένα ανάμεσα στις κλωστές της. Χάθηκα μια μέρα κει ανάμεσα ψάχνοντας την αγάπη. Δε ξαναβγήκα στο φως από τότε. Δεν είχα κουράγιο να την αφήσω μονάχη. Και πόσο μ' αρέσει τούτο το σκοτάδι της. Της έλεγα για τον τρόπο μου, για τον αγγελικά πλασμένο κόσμο που ονειρεύομαι, για τους ανθρώπους που παύουν να 'ναι άνθρωποι. Για τον άνδρα που πρέπει βράχος να 'ναι, σκληρός, αλλιώς παράξενος φαντάζει στα μάτια όλων. Απαντούσε: "Ο άνδρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άνδρα.."
Ξεδιψάει τον αργαλειό με δάκρυα όταν λείπω. Ποτίζω τις παλάμες της με τα δάκρυά μου μπας και μαλακώσουν και νιώσουν ξανά λιγάκι πόνο.
Τα λόγια της αυθαίρετα ή βγαλμένα από τις μοναχικές τις νύχτες?

"Δικαιολογίες χτίζουν τα λάθη.."
"Κανείς δε μ' ερωτεύθηκε όσο ο Μορφέας. Ο έρωτας όμως χάνεται τόσο εύκολα. Τώρα δε με κρατά παρά μονάχα λίγα λεπτά στην αγκαλιά του."

"Τα όνειρά μου ζουν σ' ελπίδες ξεγραμμένες
κι ας επιμένει το κορμί να ζει σε ψυχές σακατεμένες."

Κι αν όλα φαντάζουν λέξεις βγαλμένες από βιβλία κι ιστορίες παλιές είναι απλώς σκέψεις ενός κοριτσιού που έπλεκε. Πόσο απέχει όλο αυτό απ' το σήμερα κι όμως πόσο ίδιο είναι?
Ίσως να ήξερε και μαγικά. Ξόρκια κι άλλα ύπουλα κόλπα για να με φέρει κοντά της. Τι γλυκιά ευφορία τούτη η φυλακή της η πλεκτή. Σαν αράχνη έπλεκε τον ιστό της αργά και βασανιστικά μπρος στα μάτια μου. Φθινόπωρο κι η αράχνη άρχισε να κρυώνει.
Φίλιωσε απ' την αρχή με τους πιο σκοτεινούς αιώνες. Μοιάζει πως θα ζήσει χρόνια πολλά ακόμη αγκαλιά με τον καημό της. Το αίμα ξεράθηκε. Κείνο το μέσα της ξεβράζει πόνο και θυμό. Οργή κι έξαψη σαρκική, αγνή. Στόμα δεν έχει να μιλήσει. Κι η σιωπή της δε φαντάζει πια λευκή.
Στον τοίχο, στους τοίχους τους τέσσερις, το χρώμα είναι γκρίζο. Λες και το 'βαψε μονάχη με χρώμα απ' την ψυχή της. Ίσως πάλι δεν το ΄χε βάψει ποτέ κι απλά το κυρίευε ο χρόνος. Τούτος δε χαράζει απλώς ρυτίδες. Αφήνει τα σημάδια του σ' αυτά που αγαπάς, τα άψυχα, και τα σκοτώνει σιγά σιγά. Στους τέσσερις τοίχους, στις ρωγμές, έβλεπα το πρόσωπό της. Η ανάσα της βαριά.
Φθινοπώριασε. Δεν την ξαναείδα. Άκουσα μονάχα τη φωνή της. Για πρώτη φορά. Για τελευταία φορά..

"Κούρνιασα στην αγκαλιά σου. Ξάπλωσα αγάπη μου κοντά σου. Τα λόγια δεν αξίζουν κι ας ήξερα πόσο πολύ τα αγαπάς. Τούτα είναι που κατέστρεψαν την κάποτε χαμογελαστή ζωή μου και δύναμη περίσσια δε βρήκα έκτοτε να περπατήσω. Δε βρήκα λόγους να ξαναμιλήσω. Έπλεκα. Έπλεκα για σένα και τη ψυχή σου. Για μένα και την ταραγμένη θολή ύπαρξή μου. Για εμάς και για μερικές καταραμένες αναμνήσεις του παρελθόντος. Με πλήγωσαν όσοι δεν πίστευαν στην αγάπη. Κράτα τα λόγια μου φυλαχτό αν θέλεις γι' απόψε. Πόσο θα ήθελα να έχω την τέχνη να πλάθω στίχους σαν εσένα. Πόσο θα ήθελα να έχεις την υπομονή να τελειοποιείς εσύ τους στίχους σου. Ξέρω πόσο καημό τρέφεις γι' αυτό το ζήτημα κι είναι που με πονά. Φεύγω για πάντα. Να με θυμάσαι που και που. Καντήλια δε θέλω και κεριά, το πολύ φως ξέρεις πως δεν τ' αντέχω. Με τρόμαζε στη ζωή, πόσο μάλλον τώρα εδώ στα όμορφα. Μια σκέψη σου μου αρκεί. Όταν κοιτάς τα υφαντά μου μη κοιτάζεις το σχήμα τους τ' απέριττο και τα σύμβολα τα όμορφα που το στολίζουν. Κοίταζε τον τρόπο με τον οποίο ράφτηκαν, με τι υλικό, με πόση σάρκα, πόσο αίμα, πόση στενοχώρια ή ευτυχία έβαλα μέσα τους. Μου αρκεί που πίστεψες σε τούτα. Μου αρκεί που ξέρω ότι πίστεψες σε μένα. Τη λάγνη σου ματιά την είδα, μη νομίζεις πως δε μπορώ να ξεχωρίσω την αλήθεια γλυκέ μου. Νόμιζες ότι την κρατάς κρυφή μα τα λόγια σου έκρυβαν κάτι βαθύτερο για μένα. Έρωτας είναι και πεθαίνει, καλώς και δεν το καταστρέψαμε. Η αγάπη θα μείνει τελικά κι είμαι περήφανη γι' αυτό. Σιγοσφυρίζω τούτα τα λόγια για σένα μόνο αγάπη μου. Αραχνούφαντα τα πλεκτά μου, ιστορούφαντα και σιωπηλά τα λόγια μου. Αγάπα με γι' αυτό που είμαι. Ξέρεις να το κάνεις καλά. Έβαλα φωτιά στις αλήθειες μου και κάηκα από δαύτες. Φεύγω τώρα ευτυχής που σε γνώρισα και περήφανη που πεθαίνω για μι' αλήθεια."

Σιωπή στο δωμάτιο. Μονάχος. Πάντοτε έτσι δεν ήταν..?

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2008

Άγγελος..


Απέχεις χιλιόμετρα.
Το φως όμως από τα μάτια σου σκίζει το σκοτάδι μου με βία.
Με βία ηδονική. Θελκτικός καταναγκασμός.
Λέξεις στη σειρά. Μια προσπάθεια μονάχα.
Να καθρεφτίσω συναισθήματα.
Να ποτίσω αληθοφάνεια τις στιγμές.
Κοιμάμαι σχεδόν πάντα ταραγμένος και ξυπνώ μ' εφιάλτες.
Μέχρι που σχίστηκε το γαλάζιο.
Μέχρι που σχίστηκε το γαλάζιο και ξέβρασε ο ουρανός αγγέλους.
Αγγέλους αλήτες, φτωχούς ψυχικά, προδότες, πληγωμένους.
Ο καθένας μας κρατούσε το έταιρον ήμισύ του.
Δίχως να το βλέπει στην όψη.
Δίχως να του σκιρτάει ερωτικά.
Δίχως να επιζητεί τη σάρκα μονάχα.
Φωτοστέφανο δεν είχε κανένας.
Αλήθεια, ήτανε όλοι μαγευτικοί.
Ο δικός μου δεν είχε κανένα ψεγάδι.
Θ' αποκτήσει όμως κάποτε. Όσο μένει πλάι μου.
Σκορπάει ευτυχία στο μέσα μου και χαμόγελο στο έξω.
Θέλω να ρουφήξω τον πόνο του να μη νιώσει ποτέ ξανά κενός.
Θέλω να ξεπλύνω το ποτισμένο απ' τα δάκρυα μαξιλάρι του με τα δικά μου μάτια.
Άκου με που σε θέλω εδώ.
Άκου πως ουρλιάζει το μέσα μου για σένα.
Με φωνάζει η νύχτα. Σε καρτερεί κοντά της.
Μου μιλάει το σύννεφο που είχες ξαποστάσει στον πηγαιμό σου.
Το φευγιό σου ν' αργήσει λιγάκι, να σε χαρώ.
Θα πατώ στα χνάρια σου.. τα βήματα μου βήματά σου..
Θα κρύβομαι στη σκιά σου.. ο φόβος μου προστασία σου..
Θα ζητώ μι' αγκαλιά και τίποτε παραπάνω.
Από μι' αγνή αγάπη δε ζητάς τίποτε.. μονάχα της προσφέρεις.
Σε μι' αγνή αγάπη δεν περιμένεις ανταλλάγματα.. είσαι ευτυχισμένος απλά μ' αυτό που έχεις δίπλα σου.
Άκου με.
Για σένα.
Περνάω βουνά.
Παλεύω μ' αστέρια.
Νικάω θεούς.
Τυραννώ διαόλους.
Με σιγοντάρει η τρέλα απόψε.
Μια αύρα αλλιώτικη απ' τις παλιές μελαγχολικές που τόσο αγαπώ.
Γύρισα.
Με περίμενες?
Γύρισα πια.
Σκόρπιες λέξεις σφηνώνονται στο μυαλό μου.
Μια μελωδία στ' αυτιά μου.
Άκου.
Φωνές.
Κόσμος.
Κραυγές.
Φωτιά.
Ομίχλη.
Σκοτάδι.
Ολόγερμα.
Νυχτιά.
Άκου.
Ψέμα.
Θυμός.
Προδοσία.
Οργή.
Ήλιος.
Ουρανός.
Φεγγάρι.
Γη.
Άλλα τα νικάω.
Άλλα με ποδοπατούν.
Μα ξέχασα μια λέξη.
Μονάχα αυτή ήθελα να γράψω στο ποστ.
Μονάχα αυτή μου ερχόταν στα χείλη, στο μυαλό.
Άκου.
Είσαι συ.
Δεν ξέπεσες στη γη.
Έπεσες.
Πλάι μου.
Άγγελος..

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς..

..Κι όταν σε σηκώσω στα χέρια, θα 'ναι πια αργά..
..θα 'χει σβήσει το όνειρό σου..

Πνίγεσαι. Οι φωνητικές σου χορδές ματώνουν. Με φωνάζεις. Μα δε γυρίζω. Ούρλιαζε όσο θέλεις. Το μαχαίρι που κρατώ δεν είναι για σένα. Σκίσε το ρούχο σου να δω το γυμνό κορμί σου. Τα φτερά σου να λυγίσουν απ' τον άνεμο. Δεν είσαι άγγελος απ' αυτούς που αγαπώ. Μαύρο πετούμενο. Παραφυλάς για κάθε μου παραστράτημα. Καρτερείς κάθε μου σκέψη, να τη ρουφήξεις να την κάνεις δική σου. Κοράκι θανάτου. Απελπισία μου γεννάς. Υπάρχεις μα δε ζεις. Πως να νιώσεις τον πόνο των άλλων όταν δεν μπορείς ν' αντικρίσεις τ' αστέρια στο σκοτάδι? Πως μπορείς να πικραθείς με τον καημό των άλλων όταν ο ίδιος ο καημός σου σε κρατά κλεισμένη στη φυλακή της ειρωνείας? Γελάς για χάρη μου. Ένα χαμόγελο ειρωνικό που σου σκίζει τα χείλη. Ασυγκράτητο. Δεν αντέχεις την παρουσία μου. Δίπλα σου. Μα πάντοτε εκεί θα 'μαι. Να σε τρομάζω, να σου πίνω το αίμα. Δε γεννήθηκα βρυκόλακας, έγινα. Συ μ' έκανες έτσι. Ο φόβος σου μεταφράζεται σ' αγάπη ξέστρατη. Κοίτα με πως μοιάζω. Αλήτης δίχως σπίτι. Χάνομαι στις λέξεις ενός ψεύτικου κόσμου. Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Κοίτα το χαμόγελό σου. Έχει φτάσει ως στ' αυτιά. Φάλτσο. Δάκρυα χαράς. Η σκιά των ματιών σου ψεύτικη. Φτηνή όπως κι η ψυχή σου. Το μαχαίρι που κρατώ δεν είναι για σένα μα δεν θα δειλιάσω αν γουστάρω να το μπήξω στα στήθια σου. Όχι για να πάρω την καρδιά σου, δεν σ' αγαπώ τόσο. Για να δω την ψυχή σου. Που είναι κρυμμένη τόσο καιρό? Θολή ματιά απ' το μίσος. Για έναν κόσμο που καταρρέει σε κάθε άγγιγμά σου. Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Να χαμογελάς από ηδονή. Έρωτας δίχως αισθήματα σ' ένα κρεβάτι βουτηγμένο σ' ένα περαστικό αδικαιολόγητο πάθος. Θες να με δεις να χαμογελώ? Πάρτο λοιπόν. Γελάω για πάρτη σου. Κει που οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Κει που το πραγματικό μπερδεύεται με το μπάσταρδο το όνειρό σου. Το μισείς και τούτο. Το τραβάς απ' τα μαλλιά και το ποδοπατάς αλύπητα. Κείνο το σημάδι άραγε στα χείλη σου μήπως είναι απ' το μαχαίρι μου? Δεν θα στο μπήξω βαθιά. Μην με πεις χασάπη. Έχω την λεπτή αίσθηση του δολοφόνου στο βλέμμα. Την τέχνη, να σε πονώ και να σ' αρέσει. Πονάς κοντά μου και το φχαριστιέμαι. Χαμογελάω. Το βλέπεις. Και γι' αυτό οι στάλες οι χοντρές στα μάτια σου ξανά. Ή στα μάτια μου..?

..Μ' αρέσει να σε κάνω να πονάς. Ίσως γιατί πονώ κι εγώ καταβάθος..

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Θα 'μαστε για πάντα μαζί..


Το δωμάτιο άδειο. Πάντοτε άδειο το θυμάμαι. Λίγες ήταν οι στιγμές που σε θυμάμαι κουλουριασμένη κει, στη γωνιά σου, να με κοιτάζεις. Μονάχα να με κοιτάζεις. Στεκόσουν ώρες κει, χαμηλά στο πάτωμα, πάνω στα κρύα πλακάκια. Με τα πόδια διπλωμένα, τα χέρια σταυρωμένα, ένα δειλό χαμόγελο στα χείλη και μια ματιά να με τρομάζει. Δεν άντεχα να με κοιτάζεις έτσι. Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτεσαι. Ντρεπόμουν. Φοβόμουν μήπως βγάλεις λάθος συμπεράσματα για το μέσα μου. Σου μιλούσα. Δεν αντιδρούσες. Είχες καρφωμένα τα μάτια σου στα δικά μου. Θεέ μου, πόσο άβολα ένιωθα. Λύγισα. Σου φώναξα..

"Σταμάτα να το κάνεις αυτό, δεν τ' αντέχω."
"Μα δεν έκανα κάτι. Απλώς σε κοιτάζω."
"Τρομάζω."
"Δε χρειάζεται."
Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Το χαμόγελο δυνάμωσε. Έγινε γέλιο ηχηρό.
"Σε παρακαλώ, σταμάτα. Γελάς μαζί μου?"
"Σ' αγαπώ."
"Και γιατί το λες χαχανίζοντας?"
"Θέλω να βγάλεις το όνομά της από πάνω σου."
"Τι λες τώρα? Ξέρεις ότι αυτό δε γίνεται."
"Μ' αγαπάς?"
"Τι σχέση έχει αυτό τώρα?"
"Έχει. Αν μ' αγαπάς βγάλτο. Σε παρακαλώ."
"Πως να το κάνω αυτό? Όσο και να το θέλω τώρα πια δε γίνεται."
"Μπορώ να το κάνω εγώ."
"Δεν μπορείς. Κανείς δεν μπορεί πλέον. Θα μείνει πάντοτε εκεί να με σημαδεύει. Έπρεπε να το σκεφτώ νωρίτερα. Τώρα πια είναι αργά και το ξέρεις."
Δε σαλεύεις. Χάνεσαι. "Είσαι εδώ?", σου μιλάω. Σου φωνάζω. "Μ' ακούς?" Σηκώθηκες και βημάτισες αργά προς την κουζίνα. Δεν είπες λέξη. "Τι έχεις σήμερα?" Απάντηση δεν πήρα. Φοβόμουν τα πάντα τώρα. Την αχτίδα απ' το φεγγάρι που μου έσκιζε το πρόσωπο. Τη σιωπή σου που τρυπούσε την ψυχή μου. Ο καθρέφτης στο βάθος του δωματίου να με κοιτάζει σχεδόν ειρωνικά. "Άσε με να σε ελευθερώσω απ' τα δεσμά της", άκουσα τη φωνή σου πίσω μου. Αιφνιδιάστηκα. "Πότε βγήκες απ' την κουζίνα? Δεν σε κατάλαβα", είπα με τρεμάμενη φωνή. "Ήσουν αφηρημένος. Μην σε νοιάζει. Δεν σου φτάνει που είμαι εδώ?", ψιθύρισες. Ήσουν ακριβώς πίσω μου. Η φωνή σου είχε αλλάξει. Σχεδόν αισθησιακή μου χάιδευε τους βολβούς των αυτιών μου. Κόλλησες πάνω μου. Ένιωθα τον χτύπο της καρδιάς σου στην πλάτη μου. Πέρασες τα χέρια σου κάτω απ' τα δικά μου και ακούμπησες το στέρνο μου. Με χάιδεψες απαλά πάνω απ' το πουκάμισο. Τα δάχτυλά σου ανέβηκαν στο πρόσωπό μου. Μ' έσπρωχνες αργά αργά προς το μέρος του καθρέφτη. Ανταποκρινόμουν ασυναίσθητα στο βηματισμό σου. Φτάσαμε ακριβώς μπροστά του. Το φως στο δωμάτιο λιγοστό. Η αχτίδα του φεγγαριού είχε χαθεί απ' το πρόσωπό μου. Με δυσκολία διέκρινα τα είδωλά μας στον καθρέφτη. Με είχες ακόμη αγκαλιασμένο και μπορούσα να διακρίνω μόνο το πρόσωπό σου στον καθρέφτη. Δίπλα απ' το δικό μου. Τα μάτια σου καταγάλανα. Έμοιαζαν με θάλασσες βαθιά στο διάφανο του καθρέφτη. Μα ήταν μαύρα τώρα. Κατάμαυρα. Γεμάτα μίσος και οργή. Θυμό. Όχι, όχι ιδέα μου θα ήταν. Το σκοτάδι συχνά παίζει παιγχνίδια. "Είσαι καλά?", η φωνή σου χαιδεύει τον ερωτισμό μου. "Ε.. ναι.. καλά είμαι.", συλλαβίζω διστακτικά. Με μια απότομη κίνηση μου σκίζεις το πουκάμισο. Δεν το περίμενα. Πολύ απότομο. Ξαφνιάστηκα. Μου χαιδεύεις το γυμνό στέρνο με το ίδιο πάθος. Όπως πριν. Μα τα νύχια σου ήταν βαριά τώρα. Σχεδόν τα έμπηγες στο στήθος μου..
"Μ' αγαπάς?"
"Γιατί με ρωτάς συνέχεια? Δεν το νιώθεις?"
"Πες μου, μ' αγαπάς?"
"Πολύ."
Έρχεσαι μπροστά μου. Απότομα ξανά.
"Με ξαφνιάζεις απόψε."
"Σήμερα είναι η μέρα σου."
Πάλι με φόβισε η φωνή σου. Τι μου συμβαίνει? Φέρνεις τα χείλη σου στα χείλη μου. Το κόκκινο βαμμένο τους μου βάφει τα όνειρα. Μπλέκονται τα δάχτυλά μας. Τα μαλλιά σου μπλέκονται κι αυτά στα χείλη μου. Τυλίχτηκες γύρω μου. Η μέση σου έσπασε και κόλλησε στη λεκάνη μου. Άνοιξα ξαφνικά τα μάτια. Το είδωλο μου στον καθρέφτη ήταν τρομακτικό. Ασφυκτιούσα. Μου άρεσε. Μα ασφυκτιούσα. Την αγαπούσα. Αλλά ασφυκτιούσα. Κατέβασε τα χείλη της στο λαιμό μου. Δεν μπορούσα να την κοιτάζω. Κοιτούσα μοναχά τον καθρέφτη. Με φόβιζε ο κόσμος μέσα του. Έβλεπα την πλάτη της σαν αντανάκλαση στο βάθος του. Δεν είναι δύσκολο να κοιτάζεις την πλάτη κάποιου. Δε νιώθεις άβολα. Πόσο μάλλον στον καθρέφτη. Κατέβηκε πιο χαμηλά. Φιλούσε αργά το στέρνο μου. Στον καθρέφτη δε φαινόταν καθαρά το τατουάζ μου. Φιλούσε το Μ.. το Α.. το Ρ.. το Ι.. σταμάτησε όμως στο τελευταίο γράμμα. Στρέφει το βλέμμα της στο δικό μου. Φωνάζει..
"Την αγαπάς ακόμη?"
"Τι είναι αυτά που λες? Την είχα αγαπήσει και το ξέρεις. Εξάλλου η αγάπη δε χάνεται. Με πλήγωσε όμως και το γνωρίζεις κι αυτό. Αν μπορούσα να το βγάλω από πάνω μου θα το έκανα. Αλλά βλέπεις πως είναι αδύνατον. Το μελάνι έχει ποτίσει το δέρμα μου. Το αίμα μου. Και την ψυχή μου ίσως."
"Θα γράψεις και το δικό μου όνομα?"
"Κι αν συμβεί το ίδιο και με σένα?"
"Δεν θα συμβεί."
"Πως το ξέρεις?"
"Εγώ σ' αγαπώ."
"Κι αυτή το ίδιο έλεγε."
"Δεν είμαστε όλες ίδιες αγόρι μου."
"Όχι, αλλά οι λέξεις σας ίδιες ακούγονται."
Σηκώθηκες και με κοίταξες βαθιά στα μάτια. Τόσο κοντά μου. Ένιωθα την ανάσα σου. Ήθελα να σε φιλήσω. Με σταματάς.
"Αυτό πιστεύεις?", με ρωτάς ψυχρά. Διαλύθηκε η μαγεία. Μια στιγμή αρκεί.
"Πιστεύω την ψυχή σου. Όχι τα λόγια σου."
"Αν μ' αγαπάς βγάλτην από πάνω σου. Τώρα."
"Βλέπεις πως δε γίνεται. Όπου και να πάω μαζί μου θα 'ρχεται. Θα κουβαλώ τ' όνομά της στο στέρνο μου αιώνια. Μέχρι η ανάσα μου να φύγει. Μονάχα τότε θα την απαρνηθώ. Τότε που θα μείνει μονάχα η ψυχή να μου θυμίζει εσένα. Το χαραγμένο τούτο κορμί θα θαφτεί βαθιά. Θα την ξεχάσω για πάντα."
"Χαίρομαι που τ' ακούω", μου λες και κάτι φωτίζει το πρόσωπό σου. Χαμογελάς. "Σ' αγαπάω μάτια μου", μου ξαναλές. Όλα σβήνουν. Έκανα να το πω κι εγώ. Σ' αγαπώ. Πήγα να το πω, αλήθεια. Μα δε βγήκε ήχος απ' το στόμα. Οι λέξεις έσβησαν στην τελευταία ανάσα. Ο καθρέφτης σκοτείνιασε. Το φεγγάρι δάκρυσε. Χαμήλωσα το βλέμμα. Η λεπίδα δε γυάλιζε. Κόκκινη έμοιαζε μες τη θολούρα. Το στέρνο μου πονούσε. "Θυμάσαι που μου είχες πει ότι αξίζει να πεθάνεις μονάχα γι' αυτό που αγαπάς? Τώρα είσαι μονάχα δικός μου. Απαλλαγμένος απ' το σώμα που είχες χαραγμένο τ' όνομά της. Θα ζήσουμε ευτυχισμένοι αγόρι μου. Δυο ψυχές αγκαλιασμένες. Μονάχα εμείς οι δύο." Τραβάει με δύναμη το μαχαίρι από μέσα μου. Όλα σκοτείνιασαν. Δεν είχα άλλες ανάσες. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Την θυμάμαι μονάχα να μ' έχει αγκαλιά. Στο πάτωμα. Στα κρύα πλακάκια. Πεσμένη από πάνω μου. Το μικρό της σώμα τόσο βαρύ. Δίχως ανάσες. Κρύα κι αυτή.
Τώρα πια θυμάμαι μόνο το χαμόγελό της. Ήταν ακόμη εκεί. Το χαμόγελό της. Χαραγμένο στο πρόσωπό της. Να μου θυμίζει πως μ' αγάπησε. Πως θα 'μαστε για πάντα μαζί..

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μίσησέ με..

..πριν το διαβάσεις.. σκέψου τι πας να κάνεις..
..πριν το διαβάσεις.. να θυμάσαι πως δεν μιλώ σε σένα..
..πριν το διαβάσεις.. να θυμάσαι πως μιλώ και σε σένα..
..πριν το διαβάσεις.. να βάλεις στο μυαλό σου πως πρέπει να με μισήσεις..
..μόνο έτσι θα καταλάβεις τι λέω..

Αλλάζω πορεία. Αφού δεν αλλάζουν κάποιοι άνθρωποι πρέπει ν' αλλάξω εγώ. Για πόσο ακόμα?
Σου λείπει κάτι και δεν το κυνηγάς. Μα είναι δυνατόν? Και θες να το δεχτώ?
Μου λείπει κάτι και λες ότι χάνω τον ευατό μου μέσα στην σιωπή. Μα είναι δυνατόν? Δεν σε ξέρω. Και χάνεσαι. Πως να μη χαθώ κι εγώ?
Ένας κόσμος γεμάτος από δειλούς ανθρώπους. Πως γίνεται να μην παραδίνεσαι στα συναισθήματά σου? Για ένα λεπτό δειλίας θα στερηθείς μια ζωή αγάπης? Μα πως είναι δυνατόν? Πως είναι? Ε, όχι ρε γαμώτο, δεν το δέχομαι. Πάντοτε θα κυνηγώ αυτό που θέλω ότι κι αν μου κοστίσει. Βαρέθηκα πια..

Μελαγχολικός.. μίζερος.. μαλάκας.. περίεργος.. αλλόκοτος.. αντικοινωνικός.. Γιατί όλ' αυτά? Γιατί? Επειδή θέλω υγιείς ανθρώπινες σχέσεις κι όχι δυο καυλωμένα μάτια πίσω από μια φωτεινή οθόνη? Ε, όχι ρε, δεν το δέχομαι. Άνθρωπος είμαι, όχι ρομπότ. Θέλω σωματική επαφή. Κάνω να κρατήσω το χέρι σου και το τραβάς. "Δεν θέλεις.." "Όχι, θέλω.." "Μα τότε γιατί τραβιέσαι..?" "Δεν ξέρω.. φόβος.." Πόσο καιρό θα φοβάσαι ρε γαμώτο? Τόσο καιρό με ξέρεις. Ανοιχτό χαρτί είμαι. Έτσι με γνώρισες.. έτσι μ' αγάπησες.. (αν μ' αγάπησες..) Έλεος πια. Μάθε να ξεχωρίζεις το ξεχωριστό. Τι σου ζήτησα? Να μου λες τι αισθάνεσαι. Κακό είναι? Ξέχασες ποιος είμαι? Τι ρόλο παίζω εδώ ρε γαμώτο? Βαρέθηκα..

Βιάζομαι. Με ρωτάς γιατί βιάζομαι. Γιατί απλώς κυνηγώ αυτό που θέλω μάτια μου. Φαίνεται ότι το πιέζω, έτσι? Γιατί ρε? Γιατί το πιέζω? Μήπως γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο εγωιστές ώστε να κλείνονται στον ευατό τους ολημερίς? Μέρες.. μήνες.. χρόνια..? Απορρίπτουν την προσπάθεια του άλλου και μια όμορφη πρωία, όταν ξυπνήσουν, όλα καλά κι όλα ωραία, θυμούνται ν' αναζητήσουν ξανά εκείνο τον άνθρωπο. Είναι δυνατόν ρε? Ο άλλος δηλαδή δεν έχει εγωισμό? Μια ζωή θα περιμένει εσένα να ξυπνήσεις? Κουράστηκα πια..

Όλοι οι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι έχουν πληγές. Ποιος το αρνείται? Μα είναι δυνατόν όμως να κλείνεις τα μάτια και να μην ξεχωρίζεις το διαφορετικό? Να μην εμπιστεύεσαι πλέον κανέναν? Που βαδίζεις τότε? Γιατί ζεις ρε? Πες μου. Εγώ γιατί είμαι εδώ? Αν δεν θέλεις να 'μαι κοντά σου πες το μου ρε διάολε. Τι με βασανίζεις και γιατί βασανίζεσαι? Το μόνο που δεν θέλω είναι να με κρατάς κοντά σου από λύπηση. Αν με χρειάζεσαι κράτα με κι άνοιξέ μου τον ευατό σου. Διαφορετικά πες μου να την κάνω. Να φύγω απ' το πλάι σου. Ποτέ δεν μένω με το ζόρι πουθενά. Κουράστηκα πια..
Τι άλλο να πω? Τι άλλο να κάνω? Κουράστηκα πια. Οι άνθρωποι δε νιώθουν. Με στολίζεις με χίλια δυο όμορφα επίθετα και μετά μ' αφήνεις μονάχο στο σκοτάδι. Τι να το κάνω ρε αυτό? Αφού δεν έχω εσένα. Τι να το κάνω? Βαρέθηκα..

Κωλοευαίσθητος.. υπερευαίσθητος.. Φαντάζεσαι να ήξερες και ποιος είμαι στ' αλήθεια? Και τι να κάνω που έτσι είμαι? Αν δεν σ' αρέσει ξέρεις που είναι η πόρτα.. Γιατί σου φαίνονται παράξενα όλα τα συναισθήματά μου? Φύγε αν είναι έτσι. Δεν σε κρατάει κανείς. Φύγε. Βαρέθηκα..

Γκρινιάρης.. παραπονιάρης.. Κι άμα γουστάρεις. Κουράστηκα πια. Επειδή δηλαδή ζητάω αυτά που θέλω και δεν σιωπώ σημαίνει ότι είμαι γκρινιάρης? Επειδή ζητάω αυτά που θέλω ρε γαμώτο? Έλεος. Βαρέθηκα..
Πότε θα έρθει κάποιος να σου πει. Ξέρεις τι? Σ' αγαπώ έτσι όπως είσαι. Τόσο απλά. Χωρίς να σε στολίσει με τόσα ευφάνταστα επίθετα. Τι να τα κάνω τα λόγια όταν έχω εσένα? Μα δεν σ' έχω. Γαμώτο. Βαρέθηκα..

Παρανοϊκός.. υπερβολικός.. Ζητάω πολλά, έτσι? Και ποιος σου είπε πως δεν έχω το δικαίωμα? Αφού θέλω. Θες εγωισμός? Τουλάχιστον το παραδέχομαι ρε. Αφού σε θέλω. Κουράστηκα πια..
(Κάποια στιγμή θα σκάσω, το ξέρω. Όποιος δε δακρύζει, λένε, όταν τύχει να ξεσπάσει καλό είναι να μη βρεθείς κοντά του..Φύγε λοιπόν μάτια μου. Σε λίγο θα σκάσω, το νιώθω. Φύγε. Το νιώθω, αλήθεια..)
Μόνο αυτό. Φύγε. Αν δε βρίσκεις τίποτε καλό πάνω μου και πιστεύεις σ' όλες αυτές τις μαύρες λέξεις του κειμένου, στ' αλήθεια δεν σε θέλω κοντά μου, φύγε. Αληθινούς ανθρώπους θέλω.. τίποτε άλλο.. μονάχα τέτοιους.. αληθινούς..

Κι όποιος δε βγάλει νόημα απ' όλες τούτες τις σκόρπιες λέξεις.. δεν πειράζει.. (ούτε εγώ κατάλαβα τίποτε απ' όλ' αυτά..)
Κι αν κανείς δεν αφήσει το σημάδι του σ' αυτή την τρέλα.. δεν πειράζει.. σημαίνει ότι κάποιος πόνεσε..
Κι όποιος με μισήσει μετά απ' όλο αυτό δίκιο θα 'χει.. παράξενος είμαι.. μην με παρεξηγείται.. παράξενος είμαι και παράξενος θα 'μαι.. ποιος νοιάζεται..?

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Φεύγω..


Φεύγω. Άνεμος θα γενώ..


Ακινησία. Μην έρθεις κοντά μου. Θα σε διώξω. Δεν ξέρω γιατί. Μη ρωτάς το γιατί. Απλώς έτσι νιώθω. Δε ζητάω ν' ανοίξουν πλέον οι ουρανοί. Δεν έχω τη δύναμη πια. Το ξέρεις όμως.. η κλωστή δεν έχει σημεία που να μπορεί να σταθεί για λίγο το μάτι. Μόνο άκρα έχει, μόνο άκρα. Δε ζητάω πια τη νεράιδα που κάποτε έψαχνα. Παιδί ήμουν τότε. Παιδί είμαι ακόμα. Γι' αυτό οι μεγάλοι δεν πονάνε. Κανείς τουλάχιστον δεν το δείχνει. Κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί εκφράζεσαι έτσι. Έτσι είναι μάτια μου. Τουλάχιστον το κατάλαβα, κοντά σου. Δεν είμαι παράξενος, μίζερος, ούτε διαφορετικός. Πληγωμένος είμαι. Μα κουράζομαι κάθε τόσο που πρέπει να το κρύβω. Γι' αυτό και κρύβομαι απ' τους αληθινούς ανθρώπους. Γιατί βαρέθηκα πλέον την μάσκα ετούτη. Δεν μπορώ το πρωί να χαμογελώ και το βράδυ τ' αστέρια να μαζεύουν τον καημό μου. Όχι, δεν αντέχω άλλο. Αύριο φεύγω..
Φεύγω γιατί έρωτας και αγάπη δεν συμβαδίζουν και δεν τα θέλω έτσι στον κόσμο μου εγώ. Δε ζητώ ουσία πια. Κι αν τη βρω στα 22 λες να βαρεθώ? Κι ας μην με αγγίζει τίποτα. Κι ας πονάω ακόμη. Κι ας μη με γεμίζει τίποτε στα ξένα. Εκεί όμως θα βρω την νύχτα που θέλω να ηρεμήσω. Αν τα καταφέρω. Αν αντέξω το δρόμο. Γιατί κι αυτός ξένος μου μοιάζει. Δε γνωρίζω κανένα μονοπάτι του. Εκεί η μάσκα δεν θα τολμήσει να τραβηχτεί. Πάντα κολλημένη βαθιά στο δέρμα. Δεν θα γίνει ένα όμως γαμώτο, δεν θα γίνει. Αν γίνει φώναξέ το μου: "Είσαι αδύναμος." Όχι, όχι πληγωμένος είμαι. Και δεν είναι δικαιολογία ετούτο. Μην με κρίνεις επιτέλους ρε ζωή. Δεν αντέχω άλλο. Αύριο φεύγω. Γεια σου..
Αύριο φεύγω επιτέλους. Δεν ξέρεις πόσο άδειος νιώθω. Δε ζητάω πλέον ν' ανοίξουν οι ουρανοί. Δε ζητάω να τρέξει κόκκινο από πουθενά. Βρήκα αυτό που ήθελα. Κι ας μη μου δίνει τίποτα. Έρωτας και αγάπη δεν συνυπάρχουν είπαμε μάτια μου. Όχι στο σκοτάδι μου. Ούτε λευκό υπάρχει. Η κλωστή δεν έχει όρια. Δεν ξεδιπλώνεται το καρούλι της ψυχής. Κανείς δεν κρατάει την άκρη. Μόνος τρέχω στο λαβύρινθο. Τρέχω όμως, βιάζομαι. Το είδες. Μόνος στα στενά του λαβυρίνθου μου. Μόνος τον έχτισα. Άφησα να μπούνε τέρατα μέσα. Κι ας μην σκότωσα τον Μινώταυρο. Κι ας έβαψα τα χέρια μου με αίμα. Ο πόνος είναι ίδιος και χωρίς αυτόν. Ο πόνος είναι ίδιος χωρίς εσένα. Όχι δε ζητάω κόκκινο. Δεν το ζητάς ετούτο, το ρουφάς όταν θα 'ρθει μονάχο του. Μια ολάκερη ανάσα αν υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως. Με τόσο αίμα και να ΄ρθει δεν θα το ξεχωρίσω. Έρωτας και αγάπη δεν συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει δικαιολογία για τις τρύπες στα χέρια. Δεν υπάρχει δικαιολογία όταν το πιστόλι ακουμπά τον κρόταφο. Το ίδιο το χέρι σου ακουμπάει το ξυράφι στην φλέβα. Δεν υπάρχει δικαιολογία να φωνάζω στον καθρέφτη. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορώ να τον κοιτάξω κατάματα. Ότι δίνεις παίρνεις. Όχι, όχι, δεν μπορεί να δίνω τόσα λίγα, δεν μπορεί. Κάθε που πέφτει το σκοτάδι μια αγκαλιά μικραίνει. Μισώ κάθε μου στιγμή μακριά σου. Μισώ κάθε μου στιγμή γεμάτη μακριά σου. Οι δρόμοι είναι υγροί κάθε βράδυ ή είναι τα μάτια που βουρκώνουν? Δεν θυμάμαι πια. Δεν με νοιάζει πια. Αύριο φεύγω..
Φεύγω γιατί δεν αντέχω να κοιτάζω τα όμορφα. Δεν μπορεί να ξέπεσα τόσο χαμηλά. Φεύγουν δίχως λόγο. Δίχως δικαιολογία. Μετέωρος στο κενό. Ποιο κενό? Ακόμη κι απ' το κενό υπάρχει τρόπος διαφυγής. Κάθε τόσο αόρατα χέρια σε τραβούν επάνω αν τα εμπιστευτείς. Ποτέ δεν τ' άγγιξα. Ποτέ δεν θέλησα να με βοηθήσουν. Ξέρεις γιατί φεύγω αύριο? Ξέρεις γιατί οι νεράιδες έχουν φτερά? Για να πετούν μακριά. Ελεύθερες. Όποτε θελήσουν. Χωρίς να σου πουν γιατί φεύγουν. Όσοι δεν έχουν φτερά περπατούν αργά. Πρέπει να δικαιολογούν κάθε τους κίνηση, κάθε τους βήμα. Γιατί σκόνταψες? Γιατί ζαλίστηκες? Πόσο ανώμαλος είναι ο δρόμος πια? Είμαι μια χαρά μάτια μου, απλά κουράστηκα λίγο. Μην ανησυχείς. Θέλεις ψέματα? Θα τα έχεις. Θέλεις μονάχα χαμόγελο? Θα το έχεις. Αλλά μέρα με την μέρα θ' απομακρύνομαι. Δεν αντέχω άλλο. Βήματα γοργά προς τα πίσω. Και δεν το μετανιώνω ποτέ. Οι νεράιδες μπορούν και να δακρύσουν ξέρεις. Να ξεσπάσουν όταν το θελήσουν. Οι θνητοί δίχως φτερά τα πετούν όλα σε μια βρώμικη γωνιά της καρδιάς μαζεύοντας τον πόνο δράμι δράμι και τον πετούν σ' ένα κομμάτι χαρτί. Και γιατί πάλι εκεί? Και γιατί δεν μπορούν να μιλήσουν? Δε ρωτάω πια, όχι, δε ρωτάω αφού δεν το θέλεις. Αύριο φεύγω όπως και να'χει..
Φεύγω γιατί χάνεται ο κόσμος μου. Όλα τα όνειρα που έχτισα. Κείνα που χτίστηκαν γοργά σ' ένα μόνο βράδυ. Κείνα που χρειάστηκαν χρόνια να φτιαχτούν στιγμή στιγμή μόνο τα θεμέλια, σήμερα γκρεμίζονται μονάχα με μια ανάσα. Με μια κουβέντα απ' αυτούς που αγαπάς. Ίσως το αύριο να είναι αλλιώτικο. Δεν έχω τη δύναμη να σου πω να έρθεις μαζί μου. Μα δεν θέλω να φύγω χωρίς αυτά που αγαπώ. Ξέρεις ότι ανήκεις εκεί. Σου το είπα ποτέ? Αν θέλεις έλα λοιπόν. Θα σου κρατήσω το χέρι μα δεν θα το τραβήξω προς το μέρος μου. Δεν έχω άλλο κουράγιο. Αν θέλεις έλα μονάχη σου. Αύριο φεύγω. Άνεμος γίνομαι..
Θα έρθεις..?

(Κι αν δεν έρθεις μείνε εκεί και χαμογέλα μου όσο θ' απομακρύνομαι. Θα μου είναι αρκετό..)

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Άκου με.. δεν είσαι μόνη..
Αν δεν σ' αφήνουν..


..να κοιτάξεις τη ζωή κατάματα..





..να εκφραστείς..


..να ερωτευτείς..


..να μιλήσεις..



..με κανέναν τρόπο..





..αν μοιάζεις με μαριονέτα στα δάχτυλά τους..





..αν δεν σ' αφήνουν να αισθανθείς..



..αν κλείνεσαι στον ευατό σου..





..αν δεν σ' αφήνουν ν' αγαπήσεις..

..αν η αγάπη ραγίζει στο πέρασμά σου..



..αν φωνάζεις και κανείς δεν σ' ακούει..

..τότε λοιπόν σπάσε τα τείχη..



..βγες απ' το τούνελ της ψυχής σου..


..βγες και κοίτα το φεγγάρι..



..αν πραγματικά νιώθεις μονάχη στο κελί της φυλακής σου..



..έλα και δώσε μου απλά το χέρι σου..
..και πάμε να φύγουμε μάτια μου..







..δεν είσαι μόνη, αλήθεια..

Σάββατο, 12 Απριλίου 2008

Ψάχνοντας τον άνθρωπο..

Πάλι θ' αρχίσω να παραληρώ σήμερα που βρήκα λίγο χρόνο. Θα γράφω και θα γράφω χωρίς να ξέρω τον λόγο και πάντα θα περιμένω κάποιον να μου πει τι παράξενα που τα λέω. Έχω συμβιβαστεί όμως και μ' αυτό. Ξέρεις τι μισώ περισσότερο? Πραγματικά όμως το μισώ αυτό. Την μάσκα που φορώ. Αυτή την μάσκα που φοράω το βράδυ για να βγεις έξω. Την μάσκα που φορώ για να μπω στο μπαρ και να γνωρίσω κάποια κοπελιά. Γιατί δεν μπορώ να μπω με το μελαγχολικό βλέμμα και να κάτσω απλά σε μια γωνιά. Θεωρείται κάπως νομίζω, ξενέρωτο το λένε. Όπως και να'χει τα καταφέρνω. Χαμογελάω στην αρχή, γελάω ηχηρά στην συνέχεια και όλοι είμαστε ευτυχισμένοι. Η κοπελιά περνάει υπέροχα όπως υποστηρίζει, σου λέει ότι έχεις χιούμορ κι ότι δεν μοιάζεις με όλους τους άλλους και μπλα μπλα μπλα. Η κοπελιά περνάει όμορφα κι εσύ είσαι συνέχεια σε ευφορία σκέψης και γέλατος ώστε να μην την απογοητεύσεις και απογοητευτείς στην συνέχεια κι ο ίδιος. Όλα καλά εξωτερικά αλλά κάτι μέσα σου σε τρώει. Βασανίζεσαι από έναν εσωτερικό χείμαρρο συναισθημάτων και προβλημάτων. Τώρα τη νιώθεις περισσότερο κοντά σου και θέλεις να της πεις για την ψυχή σου αλλά ξέρεις ότι δεν θα τη νοιάζει, δεν θα θέλει ν' ακούσει και πάλι απογοητεύεσαι και νευριάζεις, σφίγγεις τη γροθιά σου ασυναίσθητα γύρω απ' το χέρι της. Η φωνή της σε ξυπνά απ' τον εσωτερικό σου λήθαργο για λίγο και σου λέει ότι την πονάς. Ένα βιαστικό συγγνώμη βγαίνει απ' τα χείλη σου και το ψεύτικο χαμόγελο εμφανίζεται ξανά. Ξέρεις τι θα επακολουθήσει, πως θα κυλήσει η βραδιά, σε ποιο κρεβάτι θα ξαπλώσετε, τι θα κάνετε, τι τσιγάρα θα καπνίσει εκείνη, τι θα σου πει μετά και συ σκεφτικός θα βρίσκεσαι στον κόσμο σου καθώς εκείνη θα σου περιγράφει πλέον ευτυχισμένη το μέλλον της ζωή σας. Όλα τόσο προβλέψιμα κι όλα τόσο ωμά.
Αυτό ήθελα εγώ? Γιατί όλα μου φαίνονται βαρετά? Γιατί δεν της ανοίγομαι? Γιατί θέλω να της παίξω το καινούργιο μου κομμάτι στην κιθάρα? Γιατί θέλω να της πω για κάτι που με απασχολεί? Γιατί θέλω να της προτείνω να κοιτάξουμε το φεγγάρι και να της απαγγείλω στίχους? Γιατί να 'μαι τόσο ονειροπόλος? Τόσο περίεργος? Για θέλω τη βοήθειά της για τα προβλήματά μου? Γιατί δεν της τα λέω? Γιατί απλά δεν θα θέλει ν΄ακούσει. Πρώτη φορά θα' ναι? Μια πληγωμένη ψυχή ποτέ δεν κινεί το ενδιαφέρον. Μα και που την έχω? Είμαι πράγματι παράξενος. Τώρα γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά? Αφού είμαι δίπλα της, στο κρεβάτι. Αυτό δεν ήθελα? Κάποιον για να κοιμάμαι παρέα. Όχι, όχι, δεν ήθελα απλώς αυτό. Δεν ξέρω τι ήθελα, δεν ξέρω τι θέλω, δεν είμαι καλά. Μου πονάει το κεφάλι. Βαρέθηκα τα πάντα. Βαρέθηκα τον ευατό μου. Ένας χείμαρρος λέξεων βγαίνει απ' το στόμα μου και την τρομάζει. Σκέψεις ασύνδετες που βγαίνουν όμως από βαθιά, πίσω εκεί, απ' το σημείο της καρδιάς.
Φοβισμένος. Ψάχνω έναν άνθρωπο απεγνωσμένα τις ανησυχίες μου να του εκφράσω. Χωρίς να με αποπάρει, να με χαρακτηρίσει "κάπως", να μ' αγκαλιάσει.
Απελπισμένος. Γυρνώ ανάμεσα στον κόσμο προσπαθώντας να λύσω τις απορίες μου. Άνθρωποι διαφορετικοί με κύριο γνώρισμα ένα: χωρίς ψυχή. Τι αξίζει τελικά? Όλα χάνονται. Ηθικές αξίες πετιούνται σαν σκουπίδια και κανείς δε βρίσκεται να τις μαζέψει και να τις ανακυκλώσει. Κι εσύ γίνεσαι ένα με τη μάζα και μ' αυτούς τους μολυσμένους ανθρώπους. Αφομοιώνεσαι στο σύστημά τους με κίνδυνο να χάσεις την ελεύθερη βούλησή σου υπηρετώντας τα ανήθικα συμφέροντά τους, τον ηλίθιο εγωισμό και τη μίζερη ψυχή τους. Όχι μωρό μου, δεν είμαι εγώ μίζερος που γκρινιάζω για όλα αυτά. Εσύ είσαι μίζερη που δεν έχεις λόγο και κρίση και που σε τρώει το σύστημα. Εμένα ακόμα με μασάει και που να δεις όταν θα με χωνέψει, θα ρεύεται για έναν μήνα. Βαρύς θα του πέσω, θα το δεις. Τα βαρέθηκα όλα και όλους. Ακόμη και τον ευατό μου που δε βρίσκει το ταίρι του σ' αυτό τον χαμό για να ενώσει την ελπίδα του. Μία ελπίδα μονάχη τι να σου κάνει? Δε βρίσκει στήριγμα κι απάγκιο.
Αηδιασμένος. Ο κόσμος έχει χαθεί στα μονοπάτια της ύλης και της περιοδικής ηδονής. Τι νιώθει? Τι τον πληγώνει? Ούτε κι ο ίδιος γνωρίζει. Ζει μα δεν αισθάνεται. Έρχεται σ' αυτή την πλάση, περαστικός, δε νοιάζεται για κανένα κι έτσι απλά όπως ήρθε, έτσι απλά και χάνεται. Δε ζητάει συγγνώμη όσο λάθος κι αν είναι. Μιλάει τόσο πολύ, όμως ποτέ δεν λέει κάτι το ουσιώδες. Γουστάρει μιζέρια και κλαίγεται για σχέσεις και για το που θα πάει το βράδυ να τα πιει. Έλεος. Κάτι τον εμποδίζει να σκέφτεται και να ενεργεί ηθικά. Επαναπαύεται στη μιζέρια της ύπαρξής του. Είναι ενδιαφέρον να συναντάς ψυχές που έχουν βάθος και σιχαίνεσαι να βλέπεις ανθρώπους που βρέθηκαν ψηλά κατά λάθος κι άλλοι να φτύνουν αίμα για να κρατηθούν ακόμη και στα χαμηλά.
Πιστεύω στην ελπίδα, στο χαμόγελο, στην ψυχή, στην αγάπη, δηλαδή σ' όλα αυτά που χλευάζουν οι μεγαλύτεροι. Εκείνοι πιστεύουν στην εκδίκηση, στο μίσος, στην έλλεψη σεβασμού και στο χρήμα. Βαρέθηκα πια. Η σαπισμένη τους συνείδηση τους βοηθά να ξεχνούν καθετί άσχημο που πράττουν. Σάπιοι όλοι κι εσύ που βαδίζεις ανάμεσά τους κολλάς ασυναίσθητα τον ιό. Κι εσύ που ακόμη στα 22 σου θέλεις κάτι ν' αλλάξει απ' όλο αυτό περνιέσαι για παράξενος και αλλόκοτος. Δεν μπορείς να βρεις ανάλογες ελπίδες ανθρώπων. Υπάρχουν κι άλλες εκεί έξω, είμαι σίγουρος, αλλά είναι τόσο δειλές. Γιατί? Μια ελπίδα μόνη της χάνεται, πολλές μαζί νικούν. Δύσκολο να θέλεις να ζήσεις τ' όνειρο κι όμως να μην μπορείς να εκπληρώσεις κανένα. Και μην μου πεις ότι όλα γίνονται. Αν μπορούσα να το κάνω δεν θα 'μουν εδώ τώρα να κλαίγομαι και να με χαρακτηρίζουν "κάπως".
Βαρέθηκα πια. Δεν ήμουν έτσι εγώ. Πως έγινα έτσι? Γιατί παραπονιέμαι συνέχεια? Μα όχι, όχι, είμαι ευτυχισμένος, δεν είμαι? Δεν παραπονιέμαι. Τι μου λείπει? Φίλους δεν έχω? Κοπελιά? Οικογένεια? Αισθήματα? Μια χαρά είμαι. Όλα αυτά τα έχω απλώς.. μου λείπουν οι άνθρωποι..

Υ.Γ. Χάθηκα, θα χάνομαι και δεν ξέρω αν θα βρω ποτέ το δρόμο της επιστροφής..

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Η μάσκα σου..


Αφιερωμένο στην rip1708..
Θες ακόμα την μάσκα?

Κάθομαι με μια νωχελική αίσθηση στην άκρη του κρεβατιού μου με κάποιο βιβλίο στο χέρι. Αισθάνομαι ξαφνικά ένα ελαφρύ άγγιγμα στον αριστερό μου ώμο. Το κεφάλι μου γεμίζει μ' ένα αέναο ψιθύρισμα, ενώ το κορμί μου διαπερνά μια ανατριχιαστική αύρα. Γυρίζω το κεφάλι μου σχεδόν από αφηρημάδα προς τα κεινο το μέρος. Το βιβλίο μου πέφτει από τα χέρια. Αρχίζω να ζαλίζομαι. Η φωνή μου στερείται τώρα κάθε ευφυίας λόγου, τα άκρα μου παραλύουν, κάθε σκέψη σβήνει άξαφνα απ' το νου μου και μαγεύομαι απ' την εικόνα του. Ένας άγγελος. Ένας άγγελος μπροστά μου. Τα φτερά του πελώρια γεμίζουν το κενό του δωματίου μου. Τα μαλλιά και τα μάτια του κατάμαυρα δένουν αρμονικά με το μακρύ του ένδυμα. Η αύρα που εκπέμπει μακάβρια. Το προσωπό του δε φαίνεται. Βαθιά τα χαρακτηριστικά του κρύβονται πίσω από μια γελαστή μάσκα. Μα το 'βλεπα καθαρά. Μόνο το βλέμμα του διακρινόταν κει πίσω. Αυτά τα μάτια. Έβλεπα μόνο πόνο και λύπη. Ίσως και λίγο φθόνο. Τα ξέρω καλά αυτά τα συναισθήματα. Κι εγώ δε φοράω όμως τη δική μου μάσκα. Χωρίς την μάσκα μου δεν ξέρω πως μοιάζω, τι να αισθανθώ και πως να αντιδράσω. Μα είμαι σίγουρος πως τώρα αισθανόμουν τρόμο. Και κάτι άλλο. Κάτι οικείο που με οδηγούσε νοερά κοντά του.

Στεκόταν για ώρα κει ψηλά και με κοιτούσε. Μόνο αυτό. Με κοίταζε. Το βλέμμα του όσο περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο ζεστό, η αύρα του όλο και πιο χαρούμενη και η μάσκα του άρχισε να ραγίζει. Φοβήθηκα ξανά. Μα συνέχισα να τον κοιτώ αποσβολωμένος από δική μου περιέργεια και από δική του ομορφιά. Δεν μιλούσε. Δεν έλεγε τίποτα.
Γινόταν όλο και πιο ζεστή τώρα η αύρα του. Τόσο ζεστή που καταντούσε αποπνικτική. Τώρα ασφυκτιούσα κι εγώ κοντά του. Άρχισα να ιδρώνω, η ανάσα μου να μικραίνει κι εκείνος να με κοιτάζει όλο και με πιο ζεστή έκφραση. Κολλημένος στην ίδια θέση, σαν από πέτρα καμωμένος, δεν μπορούσα να κινηθώ. Απλώς ένιωθα. Ένιωθε κι αυτός. Το αισθανόμουν. Το αισθανόταν. Το αισθανόμασταν. Τα φτερά του άρχισαν να πετούν σπίθες. Σπίθες που έγιναν φλόγες. Κι οι φλόγες φωτιά. Μια μεγάλη φωτιά που τύλιξε ακαριαία όλο του το σώμα. Μα δεν φώναξε ούτε στιγμή. Δεν πονούσε. Η μάσκα του είχε σχεδόν λιώσει. Στεκόμουν ακόμη εκεί με παγωμένο το βλέμμα ανήμπορος ν' αντιδράσω. Δεν φαινόταν πλέον το σώμα του. Είχε γίνει μια φλόγα ολάκερος. Άρχισα να τρέμω, να φοβάμαι τώρα περισσότερο από ποτέ. Για κείνον. Γιατί υπέκυπτε χωρίς ν' αντιδράσει σε τούτο το μαρτύριο? Λες και χαιρόταν γι' αυτό. Φοβόμουν γι' αυτόν. Ακόμη δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Κάτι με κρατούσε χάμω. Μια αόρατη δύναμη.
Με μιας η φλόγα σβήνει, ο άγγελος χάνεται και ένα γυμνό σώμα αιωρείται στο δωμάτιο σαν να το παρασέρνει αργά η βαρύτητα. Σαν να λύθηκα ξαφνικά. Τα χέρια μου κινούνται. Τα πόδια μου. Με μια μουδιασμένη, βεβιασμένη κίνηση αρπάζω την μορφή του λίγο πριν φτάσει στο πάτωμα. Είναι ελαφριά. Είναι αγνή. Είναι όμορφη. Η μάσκα έχει σχεδόν διαλυθεί. Είναι το μόνο που έχει μείνει τώρα πάνω του. Πάνω της. Είναι γυναικεία η μορφή. Με τα δάχτυλά μου παραμερίζω τα απομεινάρια της μάσκας και.. σ' αναγνωρίζω. Είσαι εσύ τελικά. Πάντα σε φανταζόμουν άγγελο. Μα όχι έτσι.
Ανοίγεις τα βλέφαρά σου. Με κοιτάζεις βαθιά στα μάτια και μου λες..
"Μ' έσωσες."
"Εγώ? Μα πως? Γιατί? Μα δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με κρατούσες εκεί. Δεν έκανα τίποτα."
"Κι όμως. Με το ζεστό σου βλέμμα και την αγάπη σου βγήκα ζωντανή απ' την φωτιά."
"Σου είχα πει ότι θα βγεις ζωντανή απ' την φωτιά. Δεν μ' άκουσες."
"Δεν σε πίστεψα."
"Γιατί? Απλά εμπιστέψου με."
"Δεν ξέρω αν μπορώ. Κοίτα, βγήκα ζωντανή αλλά άδεια. Άδεια από συναισθήματα. Έχεις να μου δώσεις?"
"Πολλά. Πόσα θέλεις?"
"Όσα νομίζεις ότι μου αξίζουν."
"Δηλαδή όλα. Τα πάντα."
"Υπερβολικός", μου λες κι αρχίζεις να τρέμεις. "Δεν μπορώ χωρίς την μάσκα μου. Βοήθησέ με. Δωσ' μου μια άλλη."
"Δεν τη χρειάζεσαι πια. Εγώ είμαι εδώ.", απαντώ.
"Οχι, όχι, δεν ξέρεις. Μου είναι απαραίτητη. Δώσε μου κάτι, σε παρακαλώ."
"Πάρε αυτήν", σου λέω, "Την έφτιαχνα από καιρό για μένα αλλά βλέπω πως τώρα εσύ την έχεις περισσότερο ανάγκη. ΕΙΝΑΙ Η ΜΑΣΚΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕΣ."
"Ευχαριστώ", παίρνεις την μάσκα στα χέρια σου και είσαι έτοιμη να την φορέσεις."
"Μια τελευταία αγκαλιά", σου ζητάω.
"Γιατί τελευταία? Αλλά αν το θες.." Μείναμε αγκαλιασμένοι για λίγα δευτερόλεπτα. Το δάκρυ μου δεν άντεξε. Κύλησε.
"Τι έχεις?", με ρώτησες.
"Τίποτα, φόρα τη να τελειώνουμε. Τα λέμε.", απαντώ δακρυσμένα.
Φοράς την μάσκα και χάνεσαι. Εσύ το επέλεξες. Πάψε να φωνάζεις τώρα. Δεν θέλω να σ' ακούω. Δεν υπάρχεις έτσι κι αλλιώς. Χάθηκες. Βλέπεις.. η μάσκα. Αυτό δεν μου ζήτησες? Μια ΜΑΣΚΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΣΑΙ. Τώρα την έχεις. Κι ας μη σε βλέπω ούτε 'γω. Ας μην σε ξαναδώ. Αρκεί εσύ να 'σαι ευτυχισμένη..
Σίγουρα αυτό ήθελες..?

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Δεν με πειράζει τίποτα, κατάλαβέ το...


Μελαγχολικό το blog μου? Πως σου πέρασε αυτό απ' το μυαλό?
Για να βάλω μια τελεία και σ' αυτό το θέμα θα σου πω κάτι.
Και γύρνα μου την πλάτη μετά αν θέλεις...
Μελαγχολικό το blog μου? Μα γιατί? Αφού έτσι κι αλλιώς εγώ...
...δεν πληγώνομαι ποτέ. Έχω μια καρδιά από πέτρα, το θυμάσαι? Το ένιωσες?
...δεν είμαι καθόλου ευαίσθητος. "Γιατί δακρύζω τότε?", μου λες. Γιατί... μπαίνει τόσο συχνά σκόνη στα μάτια μου.
...δεν ερωτεύομαι ποτέ. Μην κοιτάς που γράφω ερωτικά μερικές φορές. Για να ικανοποιήσω τον σάπιο εγωισμό μου το κάνω.
...δεν με ενοχλεί που δεν με εμπιστεύεσαι ποτέ. Έτσι κι αλλιώς είμαι μικρός. Πως να με εμπιστευτείς? Έχεις δίκιο.
...δεν με πειράζει τα χάος του μυαλού μου. Δεν σκέφτομαι ποτέ τα παιδάκια που πεινάνε. Άλλωστε εγώ έχω να φάω. Τι να με αγγίξει απ' όλα αυτά?
...δεν με πειράζει που έχω χαμηλή αυτοπεποίθηση. Άλλωστε τόσος εγωισμός υπάρχει στον κόσμο. Ένας λιγότερος.
...δεν με πειράζει που μ' ενοχλεί το φως, που ζω στο σκοτάδι.
...δεν με πειράζει που δεν μαγεύεσαι απ' όσα μαγεύομαι εγώ. Άλλωστε όλα αυτά είναι μαλακίες. Έτσι δεν μου έμαθαν? Τα λεφτά να βγαίνουν και τα αισθήματα αγοράζονται κιόλας.
...δεν με πειράζει που νιώθω ότι δεν ταιριάζουμε. Τι κι αν δεν έχουμε τα ίδια ιδανικά και συναισθήματα? Άλλωστε ταριάζουμε σε κάτι, ε? Στο κρεβάτι. Ε?
...δεν με πειράζει που νιώθω ότι δεν ταιριάζω στον κόσμο αυτό. Άλλωστε έχω εσένα κι είμαι ευτυχισμένος, ε? Δεν είμαι?
...δεν με πειράζει που σου φαίνονται αλλόκοτα τα συναισθήματά μου.
...δεν με πειράζει που λες ότι σ' αρέσει το χαμόγελό μου. Λες γι' αυτό τώρα τελευταία να χαμογελάω σπάνια?
...δεν με πειράζει η ζήλεια το κόσμου.
...δεν με πειράζει η κακία του.
...δεν με πειράζει που κάνω συνέχεια λάθη και που δε βάζω ποτέ μυαλό.
...δεν με πειράζει που μου λείπει η αγάπη. Η αληθινή αγάπη ε...
...δεν με πειράζει που μου λείπει ο έρωτας. Ο αληθινός έρωτας ε...
...δεν με πειράζει που πιστεύεις πως είμαι παράξενος.
...δεν με πειράζει που λες να γυρίσω πίσω στην πραγματικότητα.
...δεν με πειράζει που μου λες να μην πιστεύω στα όνειρα.
...δεν με πειράζει που είμαι των άκρων.
...δεν με πειράζει που η φωτιά που καίει στα στήθια μου κοντεύει να σβήσει.
...δεν με πειράζει που το πάθος μου εξαντλείται.
...δεν με πειράζει που ο κόσμος έχει αλλάξει.
...δεν με πειράζει που εγώ μένω ίδιος κι απαράλλακτος σ' όλα αυτά.
...δεν με πειράζει που απογοητεύομαι συνέχεια.
...δεν με πειράζει που γράφω συνέχεια μελαγχολικά.
...δεν με πειράζει που δεν κατάγομαι από εύπορη οικογένεια.
...δεν με πειράζει που από παιδί πληγώνομαι.
...δεν με πειράζει που αν και πληγώνομαι γελάω συνέχεια.
...δεν με πειράζει που εξωτερικά γελάω αλλά εσωτερικά δακρύζω. Ω, ρε μια μάσκα..
...δεν με πειράζει που μπορεί να είμαι ο πιο ήρεμος άνθρωπος του κόσμου αυτή την στιγμή, ενώ την επόμενη μπορεί να βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο από τα νεύρα.
...δεν με πειράζει αν δε γουστάρεις το γράψιμό μου. Άλλωστε υπάρχουν άλλοι τόσοι που δεν το γουστάρουν.
...δεν με πειράζει που παραπονιέμαι συνέχεια και γκρινιάζεις γι΄αυτό. Στο χαρτί το κάνω μόνο έτσι κι αλλιώς.
...δεν με πειράζει που μου λείπουν τόσα πολλά. Σε σχέση με άλλους ανθρώπους ίσως να είναι λίγα.
...δεν με πειράζει αν δεν έχουν συνοχή όλα αυτά που γράφω. Ποιος νοιάζεται άλλωστε?
...δεν με πειράζει τίποτα, κατάλαβέ το...

Γιατί λοιπόν να γράφω μελαγχολικά? Βλέπεις? Όλα είναι όμορφα. Είμαι ευτυχισμένος ρε.
Κι ας είμαι μαζί σου.
Τώρα εσύ πιστεύεις ότι εγώ τα πιστεύω όλα αυτά? Με ξέρεις καλά λοιπόν..
Μην κοιτάς δεξιά κι αριστερά . Ναι. Σε σένα μιλώ ΖΩΗ κι ας μη με διαβάζεις ποτέ...

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Θα θελα να 'μαι..

γυμνό σώμα στην φωτιά σου..
μισοσβησμένα φώτα στην ομίχλη σου..





φεγγάρι στο καταμεσήμερό σου..






πουλί στην καταιγίδα σου..





πεύκο στην ακρογιαλιά σου..




σκοτάδι στο απέραντο φως σου..




αστέρι στο βυθό σου..



δάκρυ στον ωκεανό σου..



θάνατος στη γιορτή σου..


φόβος στη σιγουριά σου..