Ονειρολoγιο

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ο κόσμος σώπασε...

Ο κόσμος σώπασε από καιρό και τώρα το διαπίστωσα. Κοντά σου αφουγκράστηκα το τίποτα και ένιωσα ότι βρήκα εκεί τον εαυτό μου. Συ το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους ότι ο έρωτας είναι αδιέξοδο και ότι ο δρόμος που βαδίζουμε στ’ αγκάθια δεν αφήνει ποτέ σημάδια. Μα πώς αλλάξαμε? Αλλάζουν οι γενιές ή εμείς γεράσαμε νωρίτερα? Άκου, άκου το τίποτα και δε θα βρεις τίποτα πια εκεί δικό μου.

Ο κόσμος όλος σώπασε και τώρα το καταλάβαμε. Βρίσκαμε τον εαυτό μας στο απέραντο γαλάζιο, αυτό που λίγοι το βιώνουν, ψάχνουμε απεγνωσμένα να τους βρούμε, κι άμα τύχει και κάποιον αντικρίσουμε, κάνουμε έτσι το χέρι να τον πιάσουμε, και τσαφ, εξαφανίζεται. Άρα υπήρξε ήτανε απλά μια στιγμή απ’ το όνειρό μου?

Ο κόσμος όλος χάθηκε κι απλώς δεν το κατάλαβε ακόμη. Βαδίζουμε τυφλά, με στάλες ιδρώτα στο πρόσωπό μας, με τα χέρια μας γιομάτα πληγές και γδαρσίματα απ’ τα πολλά πεσίματα, μα πάντα σηκωνόμαστε. Πάντοτε σηκωνόμαστε και τι καταλάβαμε? Άντε πάλι τούμπα…

Η μόνη ομορφιά στο τίποτα είναι η σιωπή σου. Δε γράφω περίεργα, κι αν δεν καταλαβαίνεις δε φταίω εγώ, φταίνε τα γεγονότα, αυτό, που δεν καταλαβαίνουμε. Αφήνω να ακουστεί η ομορφιά στη σιωπή…

Μα χαθήκαμε, γιατί δεν το καταλαβαίνεις? Το φιλί από το πρώτο ραντεβού είναι σημάδι. Το χάδι απ’ το δεύτερο είναι καημός και απ’ το τρίτο το κρεβάτι. Φροντίζω να πέφτω αργά…

Φροντίζεις να είσαι εκεί όταν δε σε χρειάζομαι και όταν σε θέλω να λείπεις. Ψάχνω τρόπο να ξεφύγω, να σε αποφύγω, να κρυφτώ, με κρύβεσαι κι εσύ και με τρομάζεις όταν πετιέσαι. Πού είσαι? Αγαπημένη.

Απ’ τη στιγμή που οι γυναίκες λησμόνησαν την ευαισθησία, πώς μπορώ ν’ ανασάνω? Πώς μπορώ να ζήσω, μου λες? Είναι πικρό να πίνεις τα δάκρυά σου…


Ψάχνω τρόπο μεσ’ στα όνειρά μου, λίγο πριν σε χάσω να σε φέρω κοντά μου. Να σου δείξω πως τα ‘χω χαμένα…

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι?


Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι τριγύρω? Έτσι μονάχη πάντα, σα λυπημένη, σαν ονειροπόλα, σα χαμένη? Θα ήτανε όμορφο έστω για λίγο να γινόταν αυτό που θέλουμε. Κοίτα με στα μάτια και ταξίδεψε, όπως κάνω εγώ στα δικά σου μάτια, δίχως σκέψη καμία, δίχως μετανιωμό.

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι τριγύρω κάθε νύχτα? Κάθε φορά τα ίδια, ίδια μέρη, ίδιος περίπατος, ίδια διαδρομή, μια έρμη συνήθεια. Άλλαξε λίγο, έστω την πορεία σου, αν σου είναι δύσκολο ν’ αλλάξεις προορισμό. Να μπορέσω να σ’ ακολουθήσω κι εγώ...

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι τριγύρω? Είμαστε πουλιά με τα φτερά μουλιασμένα απ’ τα δάκρυα που χύνει ο ουρανός, απ’ τη συνεχή μιζέρια του κόσμου γύρω μας. Κι όταν αγανακτήσεις κοίτα πιο βαθιά, είμαστε δυνατά μαύρα πουλιά με φανταχτερή καρδιά.

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι τριγύρω? Είμαστε άνθρωποι σα ζώα καμωμένοι, με φτήνια πρόχειρη ντυμένοι, από συνήθεια χαμένοι, απ’ τη ζωή αποκαμωμένοι. Το βήμα μας το σέρνουμε, είμαστε άνθρωποι από πέτρα.

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι τριγύρω κάθε νύχτα? Σε ρώτησα χορεύουμε, και για απάντηση πήρα ένα βλέμμα. Κρύο. Κουράστηκα. Κουράστηκα γαμώ το να προσπαθώ να καταλάβω. Τον κόσμο σου γουστάρω, μα όταν έρχομαι δε βρίσκω ανταπόκριση, μπορεί να μην ξανάρθω.

…Κουράστηκα να περιφέρομαι...
...κουράστηκα μα δε σε νοιάζει...
...εδώ δε νοιάζει εμένα, ποιον κοροϊδεύουμε…

Δεν κουράστηκες να περιφέρεσαι?

Πηγή φωτογραφίας: http://explorenms.com/user/586

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Απόλαυσε τη βόλτα...


Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί ο ήλιος ξεπροβάλλει από την ανατολή? Γιατί το πουλί δεν αγχώνεται πότε ή πού θα βρει τροφή? Η μέρα ξεκινάει δίχως να σε ρωτήσει, η γη γυρίζει δίχως να σου δώσει καμία σημασία, κι όμως εσύ νομίζεις ότι είσαι το επίκεντρο της παρατήρησης. Λες και είσαι το επίκεντρο του κόσμου ολάκερου, καημένε!

Χαλάρωσε κι απόλαυσε τη στιγμή σου. Το ταξίδι είναι μακρύ και αντί να σε εμπνέει να δημιουργήσεις, σε κουράζει και σου προκαλεί βαρυθυμία. Κόλλησες σε μια οθόνη, τα μάτια σου θόλωσαν, ο εγκέφαλος λάλησε, η ηθική ξέπεσε κι ο εγωισμός γιγαντώθηκε. Τα δάκτυλα στράβωσαν από τα πλήκτρα, φοβάσαι να ζήσεις, φοβάσαι να αγαπήσεις, φοβάσαι να μιλήσεις. Χαλάρωσε...

Χαλάρωσε και φόρα τ' ακουστικά σου. Ο ουρανός σιγοντάρει τα κέφια μας, βάρυνε τα σύννεφα και τ' άφησε να δακρύζουν για το γένος μας. Δεν απορείς γιατί βρέχει τόσο τελευταία?

Αν αφήσεις το μυαλό σου ελεύθερο, ξέρει αυτό που θα σε πάει. Θα σ' αφήσει να κυλιστείς σε λιβάδια καταπράσινα, ανάμεσα σε λουλούδια και καταγάλανους ορίζοντες. Θα παίζεις με τα ζώα, θα μιλάς με ειλικρινείς και χαρούμενους ανθρώπους, θα υπάρχουν χρώματα γύρω σου, στη φύση, κι όχι χρώματα σε σημαίες και πλακάτ. Θα κοιμάσαι ελεύθερος και θα ξυπνάς δίχως έγνοιες. Ο ουρανός δε θα στάζει πια, δε θα έχει λόγο. Τα όπλα θα φτύνουν νερό και όχι σφαίρες. Οι άνθρωποι θα κάνουν έρωτα, όχι διαμάχες. Οι μηχανές θα μας βοηθούν, δε θα μας ελέγχουν δίχως να το καταλαβαίνουμε. Θα Ζούμε...

Δεν έχεις βαρεθεί τη διχόνοια? Το να μη μιλάς για να μη διαφωνήσει κάποιος έντονα μαζί σου και σε χαρακτηρίσει για άλλη μια φορά με κάποιο κοσμητικό επίθετο? Πώς γίναμε έτσι μάτια μου? Αφού είμαστε όμορφοι οι άνθρωποι!

Χαλάρωσε κι απόλαυσε τη βόλτα...

...Άφησε το χρόνο να γυρνά όπως το θέλει...
...δε σε αφορά, δε σε αγγίζει...
...εσύ απόλαυσε τη στιγμή κι όλα τα όμορφα θα έρθουν...

Με πιστεύεις?

Πηγή φωτογραφίας: http://1manzstory.com/category/uncategorized/page/2/

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Πού βασίζεις την ευτυχία?


Κάθε φορά που ανοίγεις το στόμα σου φοβάμαι. Τρέμω τί θα πεις, πώς θα νιώσω, κάθε λέξη και παράπονο, κάθε παράπονο και δάκρυ. Κάθε φορά που ανοίγεις το στόμα σου να μιλήσεις κλείνω τα μάτια γιατί ξέρω ότι θα με ταξιδέψεις στα παλιά, σε μια εποχή νοσταλγική, τότε που όλα ήτανε αγνά.

Ένα αυτοκίνητο, ένα σπιτάκι, μια περιουσία όλος ο μόχθος της ζωής μας. Η μεγαλύτερη ευτυχία μας με το χέρι στην τσέπη μας, ή στην τσέπη του μπαμπάκα μας. Ψεύτικα λόγια σαν τα κοσμήματα που κρεμάμε στο λαιμό μας, που φορούμε στα δάκτυλά μας, μια αγχόνη στο λαιμό μας. Η ζωή μας μια πιστωτική, μια βόλτα στο γήπεδο την Κυριακή, ένας καφές το Σάββατο κι από Δευτέρα στο συσσίτιο. Ο καημός μας πνίγεται στην οθόνη, σε μια παιχνιδομηχανή, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ή αλλιώς, φυλακής).  Μένουμε όλοι μαζί, στον ίδιο κόσμο, αλλά ζούμε ο καθένας μόνος του, στον κόσμο του. Το πάθος μας πνίγεται το Σάββατο σε κάποιο κρεβάτι ενός φθηνού ξενοδοχείου με μια γυναίκα που πληρώνουμε, ενώ από Δευτέρα δηλώνουμε ενάντια σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Ποντάρουμε στην τύχη μας, σε ομάδες, ξύνουμε χαρτάκια, μήπως και κερδίσουμε της ζωής το βραβείο το μεγάλο, χάνοντας ό,τι μεγαλύτερο τελικά έχουμε. Διαβάζουμε τεύχη περιοδικών με σκοπό να κερδίσουμε τη γνώση, μα τί κερδίζουμε τελικά απ' όλες αυτές τις τετριμμένες γραμμές? Πόσοι άντρες είμαστε πιστοί στη γυναίκα μας? Πόσες γυναίκες στους άντρες τους? Πόσες θρησκείες ακόμη θα φτιαχτούν στο βωμό του φόβου και του κέρδους? Μια αξιοπρέπεια είχαμε και χάθηκε κι αυτή στην πλαστή πραγματικότητα. Κι είναι και τα όνειρα. μα ποια όνειρα? Ακόμη κι αυτά άλλαξαν από παλιά. Παλιά ονειρευόμασταν ταξίδια, ανθρώπους και ευτυχία στα εσώτερα. Τώρα ευχόμαστε πλούτη, γκόμενες και επιφανειακά χαμόγελα...

...Πού βασίζεις την ευτυχία?...
...στο χάλι που ονομάζεις εκσυχρονισμό?...
...ενώ πρόκειται για πνευματικό απαγχονισμό...

Εσύ πού βασίζεις την ευτυχία?

Πηγή φωτογραφίας: http://www.theminimalists.com/scientific/

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Φαντάσου...


Φαντάσου να ήμουνα καθρέπτης κι εσύ να κοίταζες μέσα μου, να έβλεπες τα σωθικά μου. Όχι όλα, μόνο την ψυχή και την καρδιά μου. Φαντάσου...

Φαντάσου να έβρεχε κι εγώ να μην κρατούσα ομπρέλα. Κι οι στάλες να ήσουνα εσύ. Φαντάσου...

Φαντάσου κείνα τα βράδια που πνιγόμουν στον πάτο, στο ποτήρι, συ να 'σουνα το αλκοόλ. Θα σ' έπινα, θα ξέχναγα. Φαντάσου...

Φαντάσου να ήμουνα εγώ η αμμουδιά κι εσύ οι στάλες της βροχής, θα σμίγαμε να γίνει λάσπη. Θα χτίζαμε τότε ένα πανέμορφο κάστρο στην ακροθαλασσιά, να μέναμε παρέα. Για πάντα. Φαντάσου...

Φαντάσου να ήμουνα εγώ μικρούλης, νάνος, κι εσύ γίγαντας μεγάλος και τρανός. Να με φύλαγες και να γινόμουν σαν εσένα τεράστιος. Μόνοι τότε, πιο ψηλοί απ' όλους, θα βλέπαμε τον κόσμο από ψηλά. Αγκαλιά. Φαντάσου...

Φαντάσου να ήσουν άγγελος κι εγώ ο ταπεινός ο άνθρωπος. Θα με φύλαγες από καθετί κακό? Θα με οδηγούσες εσύ στη λύτρωσή μου? Φαντάσου στην κόλαση να πήγαινα. Θα ερχόσουν? Θα μπορούσες? Φαντάσου όμως στον παράδεισο να 'ρχόμουνα και να 'μαστε παρέα. Φαντάσου... 

Φαντάσου να ήσουνα το μαχαίρι σε ένα χέρι φονικό.
Φαντάσου να ήσουν το διεστραμμένο μυαλό κείνου που παιδικά κορμιά ποθεί.
Εγώ το παιδί.
Τότε τί θα 'κανες? Τί θα 'κανα? Φαντάσου...

Φαντάσου να είχες φτερά και να πετάξεις να μη μπορούσες. Πώς θα σε 'φτανα τότε? Πώς? Φαντάσου...

Φαντάσου κείνη την αδιόρατη λεπτή γραμμή μεταξύ φιλίας και έρωτα, και να μη μπορούσες να την περάσεις. Τότε τί θα ΄κανα? Απλά φαντάσου...

Αν δεν πονέσεις, δε ματώσεις, δε λυγίσεις,
δεν έχει νόημα η ζωή και δε χωράνε συζητήσεις...
Δεν τα νιώθεις όλ' αυτά και έχεις αντιρρήσεις,
πες μου ένα λόγο που είσ' εδώ και απαιτείς να ζήσεις...


Πηγή φωτογραφίας: http://mattstone.blogs.com/photos/angel_art/angel-with-broken-wings.html

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Ακολούθησε τη λάμψη...


Αφουγκράστηκε την καρδιά της για λίγο. Κάπου είχε διαβάσει ότι αναλόγως με το ρυθμό της μπορείς να καταλάβεις πώς νιώθεις.

Είχε φορέσει το πιο κοντό φόρεμα που είχε στη ντουλάπα της, έβαψε τα χείλη της στο χρώμα της φωτιάς και κρέμασε στον ώμο της μια τσάντα από δέρμα φιδιού καμωμένη. Ήταν έτοιμη να βγει από το σπίτι όταν ακούμπησε την παλάμη της στα αριστερά του στήθους της. Παράξενος ο ρυθμός, οι χτύποι μπερδεμένοι. Έκλεισε την πόρτα πίσω της, βγήκε στο δρόμο και κάλεσε ταξί.

Πού θα την πήγαινε άραγε? Σε κάποιο εναλλακτικό μπαράκι στην παραλία για σαγκρία, σε κάποιο ρεμπετάδικο ίσως, να βρέξουν τα χείλη τους με άλλο ένα κρασί της σειράς, ή μήπως σε κάποιο νυχτερινό μαγαζί ώστε να ανέβει στο τραπέζι και να του χαρίσει ένα τσιφτετέλι? «Με τέτοιο ντύσιμο», σκέφτηκε, «σίγουρα σε σκυλάδικο θα με πάει».

Την πόρτα από το ταξί την άνοιξε εκείνος, εκείνος πλήρωσε τον ταξιτζή, εκείνος την οδήγησε σε ένα δρομάκι πίσω από το μαγαζί, εκείνος την πήρε αδέξια και ωμά πίσω από έναν κάδο απορριμμάτων του δήμου. «Συγγνώμη», είπε μόλις τελείωσε, «δε θα άντεχα μέχρι το τέλος». Της έβαλε 100 ευρώ στην τσάντα και μπήκανε στο μαγαζί.

Τι ήταν ετούτο? Ούτε χειραψία ούτε τίποτα? Ούτε φιλί στο στόμα, ούτε μια κουβέντα. Και τα λεφτά που της έχωσε στην τσάντα? Τόσο ξεκάθαρο ήτανε λοιπόν? Το φως στο μαγαζί ήτανε λιγοστό, αλλά οι σκιές γύρω της μεγάλωναν μέχρι που νόμιζε ότι θα την τύλιγε το αχνό εκείνο γκρίζο τους. Άγγιξε και πάλι την καρδιά της. Ένα αργό και σταθερό ‘τακ’.

Βάλθηκε να σβήσει το παρελθόν από το μυαλό της, από την καρδιά της, από τα ημερολόγιά της, από το κινητό της, από τη ζωή της όλη. Έκαψε όλα τα ημερολόγια που από παιδί έγραφε τόσο τακτικά, έσβησε από το κινητό όλα τα νούμερα εκτός από το δικό του και τώρα το έριχνε έξω. Ήθελα να ζήσει, να το γλεντήσει όσο δεν πάει! Γνώριζε άντρες από το διαδίκτυο, όπως γνώρισε κι εκείνον, πήγαινε μαζί τους επί πληρωμή ή και τσάμπα καμιά φορά, αναλόγως την περίσταση, αλλά ποτέ δεν το έλεγε ξεκάθαρα, ποτέ δεν τους ζητούσε χρήματα. Τώρα θα γράψει το μέλλον της. Η καρδιά της χτυπούσε ανυπόμονα.

«Δε θέλω τίποτα, απ’ την αρχή θα τ’ αρχίσω», είπε αφηρημένα.
«Τι είπες?»
«Όχι τίποτε, ωραίο μαγαζί λέω.»
«Α, ναι», είπε εκείνος ανάβοντας τσιγάρο. «Κάνεις καιρό αυτή τη δουλειά?»
«Ω, όχι. Δεν είναι δουλειά. Είναι… είναι εκτόνωση κατά κάποιο τρόπο.»
«Φευγάτη σε βρίσκω», είπε εκείνος χαμογελώντας.
Εκείνη απλώς ανταπέδωσε το χαμόγελό του. «Δε θέλω τίποτα, απ’ την αρχή θα τ’ αρχίσω. Απόψε έβαλα στόχο να το ξεκινήσω», ψιθύρισε σχεδόν από μέσα της. «Απόψε είναι η βραδιά μου, η αρχή της νέας μου ζωής». Κίνησε προς το μπαρ με την καρδιά της να χτυπάει γοργά.

Πόσο έπρεπε να πιει άραγε για να φτιάξει κεφάλι? Πέντε ποτά? Δέκα? Δύο ποτά και τρεις γύροι σφηνάκια τελικά ήταν αρκετά. Εκείνος έφυγε κάπου ανάμεσα στη στιγμή που έβγαζε όλα τα σωθικά της και στον εικοστό(?) χορό της για κάποιον άλλο θαμώνα. Μα είχε σημασία άλλωστε? Δε ντύθηκε έτσι για κείνον, αλλά για την ευκαιρία της για μια νέα ζωή, μια μεγάλη ζωή!

Το πρωί ξύπνησε με το κεφάλι της βαρύ. Πονούσε παντού. «Καιρός να φύγεις κούκλα, όπου να ‘ναι θα έρθει η κοπέλα μου. Τα χρήματα είναι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας», της φώναξε κάποιος από το μπάνιο. Ντύθηκε αργά, όλο της το κορμί πονούσε. Έσκυψε και είδε μελανιές και ξεραμένες λευκές ουσίες στο στήθος, στην κοιλιά της, στους μηρούς της. Με πολύ προσπάθεια κατάφερε να πλύνει στη βρύση της κουζίνας και κάτι ανάλογο από τα μαλλιά της. «Ο πλήρης εξευτελισμός», σκέφτηκε για τον εαυτό της και αναρίγησε. Η καρδιά της δεν την είχε προειδοποιήσει αυτή τη φορά. «Πώς κατέληξα έτσι? Σε μία μόνο βραδιά!» Τα πόδια της δεν τη βαστούσαν πια. Έκανε να καθίσει στο κρεβάτι μα δεν τα κατάφερε. Πονούσε πολύ. Ειδικά εκεί πίσω. «Μα… δεν το έχω κάνει ποτέ από εκεί, δεν…» Σωριάστηκε μπρούμυτα στο κρεβάτι μα τα δάκρυά της να στάζουν στα ξένα σεντόνια.
Ο ξένος βγήκε από το μπάνιο. «Ακόμα εδώ είσαι? Πρέπει να φύγεις, πρέπει… Κλαις?»
Εκείνη ήθελα να τον βρίσει, να τον χτυπήσει. Τι της είχε κάνει? Χωρίς να το θέλει? Ή μήπως το ήθελε και δεν το θυμόταν? Ίσως το πάθος της, ίσως το ποτό, ίσως αυτά που βάζουν μέσα στο ποτό. Ίσως να μην ήταν καν αυτός. Πόσους είχε πάρει χτες? Δύο? Τρεις? Δέκα? Είκοσι? Καμία συναίσθηση. Έφυγε χωρίς να πάρει τα χρήματα από το τραπέζι της κουζίνας.

«Αυτή ήταν η καινούρια αρχή μου? Αυτή?» Περπάτησε μέχρι το σταθμό του λεωφορείου. Έμοιαζε με πόρνη, όλη την κοιτούσαν, όλοι! Ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε, έτσι φανταζόταν. Δεν το άντεχε, δε θα το άντεχε για πολύ. Ακούμπησε το μέρος της καρδιάς της. Βίαια δυνατά κτυπήματα. Δε θα το άντεχε, όχι.

Έρχεται επιτέλους το λεωφορείο. Έκανε ένα βήμα μπροστά, δύο, τρία. Το λεωφορείο άρχισε ξαφνικά να κορνάρει και οι ρόδες του να στριγκλίζουν στην άσφαλτο καθώς ο οδηγός πατούσε με βιάση το φρένο. Η νέα μου ζωή, η νέα μου…

Τα μάτια της θόλωσαν. Ποιο ήταν αυτός από πάνω της? Κι άλλος? Φύγε από πάνω μου, φύγε! «Κοπέλα μου, είσαι καλά? Καλέστε ένα ασθενοφόρο», φώναξε εκείνος.
Τα μάτια της φωτίστηκαν. «Όχι, μια χαρά είμαι, η νέα μου ζωή. Βλέπω το φως, τη λάμψη!»
«Εδώ κοπέλα μου, εδώ είναι η ζωή. Πρόσεχε το φως. Μην ακολουθείς τη λάμψη…»

«Ναι, η νέα μου ζωή, ακολουθώ… ακολουθώ τη λάμψη.» Χαμογελώντας ακούμπησε το χέρι της στο αριστερό μέρος του στήθους της. Η καρδιά της δε χτυπούσε πια…

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Συ μου έμαθες…


Μια από τα ίδια. Τα μάτια σου στα μάτια μου και τέρμα. Όχι, δεν απαντώ, τώρα πια δεν απαντώ. Τέρμα σε κείνους, τέρμα στα σχόλια. Ποιος νοιάζεται άλλωστε? Μου είπες να μιλάω, να θέλω να μιλάω, να μπορώ να μιλάω, άλλωστε εσύ μου έμαθες να μιλάω! Δεν κουράστηκες να περιμένεις? Δε βαρέθηκες να με υπερασπίζεσαι σε κάθε μου ανάσα? «Γι’ αυτό μου είπες θεωρώ ότι μπορώ να λέγομαι άνθρωπος», κι εγώ σώπασα. Τί θα μπορούσα άλλωστε να πω? Απλά σώπασα και σε κοιτούσα, στα μάτια, στα χείλη σου, παντού…

Μου είπες να πάψω πια να σκέφτομαι για το ποιός ευθύνεται, για το πώς μπορεί να ομορφύνει πιότερο ο κόσμος αυτός. Νομίζουν ότι παίζουμε, ότι θέλουμε να εντυπωσιάσουμε ή ότι τον εαυτό μας θαυμάζουμε, όχι ότι απλά θέλουμε να εκφράζουμε αυτό που μας σκοτώνει. Το ξέρω μάτια μου ότι μ’ αγαπάς, πώς άλλωστε εξηγείται τόση αλήθεια! Νομίζουν ότι όλα τα ξέρουνε, τους πονάει ο κάθε αντίλογος, θα μιλάω, ναι, κι ας  μη με αφήνουν, συ μου το 'μαθες. Θα μουγκρίζω, θα τσιρίζω, τα δόντια θα τρίζω, θα μιλάω…

Πρέπει να αφήσω ελεύθερο ό,τι δεν αφήνεται μου είπες και έκανα καιρό να καταλάβω τί εννοούσες. «Δεν είναι ανάγκη τα λόγια να είναι δικά σου», μου είπες, «ψάξε μέσα σου και θα τα βρεις, ίσως ο άλλος σου εαυτός». Δεν το ήξερα μα το ‘μαθα, και μου αρέσει, πολύ μου αρέσει! Μ’ αρέσει τούτος ο δρόμος γιατί είναι όμορφος. Όμορφος πολύ κι ίσως να χαθώ στα μονοπάτια του τελικά. Ας είναι…

Μου έμαθες να μην κρατάω όποιο χέρι βρω, να διώχνω την απόγνωση από κάθε ζευγάρι δακρυσμένα μάτια, να ζωγραφίζω χαμόγελα τις γκρίζες μέρες, να λιώνω για σένα…
Κι όταν μου είπες, «μα και συ με βοήθησες», δεν είναι αλήθεια, απλά έτυχε να είμ' εκεί. Τότε που πονούσες, που απόσταση απ’ όλους και όλα κρατούσες. Όταν στα μάτια σε κοιτούσα εσύ δεν κοίταγες, κάτι μέσα σου φύλαγες, βαθιά κρυμμένο καλά. Και όταν έκανα να μπω, με διώχνανε οι φύλακες, μια ματιά ή ένα σου χέρι. Έμοιαζες με άγγελος με δυο ανόμοια φτερά, ένα λευκό και ένα μαύρο, μια το ένα με αγκάλιαζε, μια το άλλο με χτυπούσε. Τώρα κατάλαβα, απλά μια χάρη μου ζητάς, ίσως λιγάκι ευγνωμοσύνη. Ίσως κάτι περισσότερο, ίσως λιγότερο, αλλά γι’ αυτό τέτοια αγάπη…

Μα όχι! Αν ψάχνεις εκλογικεύσεις στα αισθήματά σου είναι σα να ψάχνεις βελόνα στ’ άχυρα. «Και δεν κατάλαβα… γιατί πρέπει να δικαιολογούμαστε γι’ αυτά που γράφουμε?», φώναξες και μου χαμογέλασες, «έτσι να τους λες». Έτσι θα τους λέω λοιπόν, μη σε νοιάζει, έτσι θα τους λέω μάτια μου, μη σε απασχολεί…


Πώς να περιγράψεις ένα συναίσθημα? Δε χρειάζεται! Τί κι αν το ντύσεις όμορφες λέξεις και το γιομίσεις σάλτσες, αφού παραπάνω δε θα ομορφύνει! Δεν υπάρχει παραπάνω, δεν πάει παραπέρα. Συ μου έμαθες να γράφω. «Σε όποιους αρέσουν», έλεγες, «οι άλλοι ας βαθίσουν το δρόμο της σιωπής». Συ μου έμαθες να μιλάω. «Όποιοι δε συμφωνούν», έλεγες, «ας πάρουν άλλο μονοπάτι».

Συ μου έμαθες να αγαπώ. Πώς αλλιώς να σου το πώ?...


Πηγή φωτογραφίας: http://www.dailypicsupdate.com/angle/black-and-white-angel-wings/