Ονειρολoγιο

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Ο καιρός της ζωής...


Ήγγικεν η ώρα μάτια μου. Η ώρα της σιωπής που τόσο καιρό ηχεί μέσ' στο κεφάλι σου. Πέρασαν διάφορα, διάφορες και επέστρεψα. Σε κοιτάζω πίσω από τα αιώνια τζάμια, με μάτια υγρά. Πόσο μεγάλωσα και πόσο χάλασα! Πέρασαν μήνες, φόρεσα και μίσησα τα χακί, αγάπησα την κιθάρα μου πιο πολύ, μπήκε στη ζωή μου η ζωή και σωριάστηκε εκεί, δεν κουνιέται πια...
Η ώρα της σιωπής δεν είναι μελαγχολική, είναι φωτεινή, λαμπερή, με μάτια που στάζουν ενδιαφέρον, έρωτα και ψυχή. θα 'μαι πάντα εκεί τελικά, δε φτουράει μια απαισιόδοξη στιγμή για να σε κρατήσει μακριά απ' ό,τι αγαπάς. Και κείνος που πάντοτε θα βρεθεί να σε διορθώσει πρέπει να μάθει ότι δεν ήταν η ώρα σου! Μόνη της θα πλησιάσει εκείνη, θα το καταλάβεις κι εσύ, θα σου λύσει όλα τα δεμένα! Θ' αφεθείς, θα μάθεις τι σου έλειπε και θα πεισθείς...
Είναι γεγονός ότι κάθε άνθρωπος χρειάζεται αναγνώριση, άλλος σωματική, άλλος ψυχική, άλλος ερωτική, άλλος έτσι κι άλλος αλλιώς. Το θέμα είναι ποιός θα πληγωθεί για να λυτρωθεί εκείνος και να καλύψει τα κενά του!...
Σ' αγαπώ ρε ζωή και παντού θα το πω! Ανακάλυψα το λευκό μιας μαύρης ψυχής και τραγουδώ. Βουλιάζουν βαθιά μου οι σκέψεις και μετά ρέουν κατακόκκινες. Μ' αρέσει να δημιουργώ και ξέρεις?... Μου αρέσει ακόμη πιο πολύ να το μοιράζομαι! Τώρα ακόμη κατάλαβα ότι δε φταίει ο άνθρωπος που έχει κάτι γκρίζο να δώσει, αλλά ο άλλος άνθρωπος που δεν έχει τη διάθεση να χαραμίσει λίγο από το δήθεν λευκό του για να τον βοηθήσει!...
Ψιλομπερδεύτηκα με την τελευταία φράση κι έτσι θα μείνω. Όποιος προβληματίζεται λύνει και τα προβλήματά του...
Όνειρα τεράστια. Εις το επανιδείν...

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Έτσι είν’ οι άνθρωποι...

Πόσοι άνθρωποι μπορεί να γεννιούνται και να πεθαίνουν κάθε μέρα? Σε μία νέα γη, σε μια χαμένη γη, σε μία γη που μεγάλωσα αλλιώτικος, που ντύθηκα φως και τώρα ψάχνω αφορμή να κυκλοφορήσω ανάμεσά τους. Ανάμεσα σε κόσμο που δεν καταλαβαίνω, που δεν ταιριάζω, που δε με εκφράζει, που βλέπω ότι καταστρέφει και καταστρέφεται. Ανάμεσα σε γη και ουρανό, σε όμορφες παρουσίες που στολίζουν το κρεβάτι σου. Μια ορμή είναι όμως, μια στιγμή και θα περάσει. Και μετά μένει το κενό. Ένα κενό που δε θα κλείσει ποτέ. Γιατί με τί μπορεί πραγματικά να γεμίσει? Ποιος θα μου το προσφέρει? Ποιος το έχει? Ποιος θέλει, ποιος προσπάθησε ποτέ να το αποκτήσει?!

Άνθρωποι γεννήθηκαν κι έψαχναν μια ελπίδα στον κόσμο να βρουν για να συνεχίσουν να ζουν. Γιατί δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ο εγωϊσμός μας χωρίζει! Η αντίληψή μας για καθετί ζωντανό και μη γύρω μας, αμβλύνει τις σχέσεις μας. Ντυνόμαστε με χρώματα τάχα για να αλλάξουμε τον κόσμο ετούτο κι όμως τελικά καταστρέφουμε κάθε ζωντανή αλήθεια μέσα μας. Γιατί είμαστε άνθρωποι! Δε φταίνε τα συστήματα, εμείς τα εμπνευστήκαμε. Φταίει που δεν ξέρουμε τι θέλουμε, για ποιο λόγο προσπαθούμε, φταίει που νομίζουμε ότι ο καθένας μας προσφέρει κάτι με την προσπάθειά του, ενώ στην πραγματικότητα δεν προσφέρει τίποτε από τη στιγμή που δε βελτιώνει πρωτίστως τον ευατό του! Για να θεωρείς τον ευατό σου υπεύθυνο για μια προσπάθεια θα πρέπει να έχεις δουλέψει πάνω σ’ αυτή, να έχεις ματώσει από αυτή, να έχεις αλλάξει λογική και αίσθηση των πραγμάτων, να έχεις φτιάξει έναν ευατό άξιο να μπορεί να σταθεί απέναντι στο θεό. Στο θεό με μικρό «θ», σ’ αυτό το θεό που έχουμε όλοι μέσα μας! Γιατί ακόμη και ο θεός είναι σαν το σύστημα, εμείς τον δημιουργήσαμε...

Μόνος μοιάζω καμιά φορά να παραπατώ. Να προσπαθώ να εκφραστώ αλλά να μη βρίσκεται κανείς να με ακούσει. Φταίνε οι άνθρωποι! Κανείς ποτέ δεν αγάπησε ποτέ κανέναν, κανείς! Φταίνε οι άνθρωποι. Γιατί δεν έχει σημασία τι θα πεις, αλλά αυτό που λες να το εννοείς! Οι άνθρωποι ντύνονται χρώματα. Ξεθωριασμένα χρώματα. Κι είναι καταδικασμένοι να μη μπορούν να προσθέσουν παραπάνω μπογιά στα πιστεύω τους, γιατί κάθε χρώμα έχει τις αποχρώσεις του! Και είναι πολλές, κι οι πρωτομάστορες ζωγράφοι ιδεολογίας δε σου επιτρέπουν να εκφράζεσαι ελεύθερα. Από πότε κατάργηση της ελευθερίας της έκφρασης και του πνεύματος θεωρείται κόμμα, μέλλον και ελπίδα? Από πότε?!...

Δε μπορείς να ζεις με αποχρώσεις, δε μπορείς έτσι να νιώσεις τη ζωή. Δε μπορείς να καείς από τα λάθη σου και να τα ευχαριστηθείς. Φοράς μια μάσκα που δε σου επιτρέπει παραπάνω να δεις. Πιστεύεις ό,τι δεν αξίζεις να πιστεύεις. Ό,τι διαφέρει και συμφωνείς το πνίγεις στο πηγάδι μιας αμφιλεγόμενης συνείδησης. Έτσι είναι οι άνθρωποι μάτια μου. Μπερδεμένοι. Όχι όλοι όμως, ευτυχώς όχι όλοι!...

Κάποιος, κάπου, πεθαίνει για το συνάνθρωπό του στην προσπάθεια να τον γιατρέψει, να του χορηγήσει τα βασικά αγαθά, να ζήσει, να μπορεί να λειτουργεί η καρδιά και το μυαλό του για να είναι σε θέση να ονειρευτεί και να δημιουργήσει όπως εμείς. Αυτοί είναι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι Άνθρωποι! Που κρεμιούνται σε καράβια, δένουν στην καρδιά τους ένα μαχαίρι και σου προτάσουν το στήθος τους, που εμβολιάζουν παιδιά σε χώρες που ο ήλιος δεν ξεμιτίζει ποτέ στην καρδιά τους, παρά μόνο στον ουρανό! Αλλά ναι... Δεν υπάρχει χρόνος εδώ! Όλα είναι συμφέρον. Έχουμε κι εμείς προβλήματα, δε μπορούμε να ασχοληθούμε με τα προβλήματα των άλλων. Σε τούτη τη σκέψη πάψαμε να είμαστε άνθρωποι. Και μην κλαις καλή μου που ταλαιπωρούμαι με τόσες σκέψεις, αξίζει τον κόπο, ακόμη κι αν πεθάνω απ’ αυτό, τουλάχιστον θα πεθάνω άνθρωπος! Αυτό θέλω, αυτό ζητώ…

Κλαις. Κι όμως δακρύζουμε όλο και λιγότερο. Κάποιοι πάντοτε θέλουν να χαμογελάμε. Όχι όμως, όχι! Μου είναι τόσο δύσκολο να χαμογελάσω απ’ την καρδιά μου βλέποντας ότι οι άνθρωποι δε γνωρίζουν πώς να είναι άνθρωποι!

Άνθρωποι που προσπαθούν να λύσουν το γρίφο της ζωής και των ανθρώπων, πριν τρελαθούν. Πώς να αγαπήσουν, πώς να αγαπηθούν! Κάποιοι άνθρωποι σε μισούν κι όμως στέκονται ακόμη δίπλα σου. Κάποιοι άλλοι που αγάπησες δε θυμούνται καν το όνομά σου! Συναντάς ανθρώπους μέχρι να μπορέσεις κάποιον να συγκινήσεις με τις λέξεις σου, να μπορείς να εμπιστευτείς, να τον κάνεις αδελφό σου. Την ίδια μοναξιά βιώνουμε όλοι μας, ψάχνουμε κείνο τον άνθρωπο που θα απαλύνει τον πόνο μας…

…Έτσι είναι οι άνθρωποι, μια μάζα άμορφη, γεμάτοι αχίλλειες πτέρνες να νιώθουν πάντα άτρωτοι. Έτσι είν’ ο άνθρωπος, μια ακόμη άβυσσος, μια συννεφιά, μια κόλαση, ένας παράδεισος!…

Έτσι ξενυχτάμε, πίνουμε για να ξεχάσουμε, πίνουμε για να γράψουμε! Κομμάτι απ’ την αλήθεια βρίσκουμε και το λιώνουμε στο μελάνι μπας και δεν το ξεχάσουμε!

Απόψε νιώσε με, κράτα με και σώσε με. Ό,τι δε βρήκα τόσο καιρό αλλού, πού να το βρω τώρα? Ποτέ δε θεώρησα, δεν ήλπιζα ότι θα ‘ναι εφικτό!...

Έτσι είναι οι άνθρωποι αγάπη μου. Από τη μία σ’ αγαπούν, σ’ εκτιμούν κι απ’ την άλλη σε ξεχνούν, σε πετούν, σ’ απατούν, σε χτυπούν με λόγια και πράξεις που δε μπορείς να ξεχάσεις! Από τη μία στο δρόμο σου βάγια, την άλλη στο στήθος σου σκάγια. Ενώ σε θαυμάζουν καταβάθος θέλουν ν’ αλλάξεις, σε χλευάζουν! Και νιώθεις μόνος. Τόσο μόνος όσο δεν ένιωσες ποτέ! Ίσως δε βρήκες τους κατάλληλους ανθρώπους, ίσως!...

Έτσι είναι οι άνθρωποι, ένας άνθρωπος είμαι κι εγώ! Σου υπόσχομαι σήμερα, όμως αύριο δε θυμάμαι υποσχέσεις. Μόνος βαδίζω, μόνος μιλώ, μόνο εγώ ακούω αυτά που θέλω να πω, μόνος διαβάζω αυτά που γράφω, μόνος στο τέλος παραμιλώ, μόνος τελικά τα παρατώ! Μόνος ζω ανάμεσα σε τόσο κόσμο, μόνος φεύγω, μόνος…

Έτσι είν’ οι άνθρωποι, πιο εύκολα ξεχνούν παρά εκτιμούν!...

..Έτσι είναι οι άνθρωποι όμως, μια σιγουριά ζητάνε μόνιμα..

..κι όταν τη βρούνε πάλι θα ‘χουν πρόβλημα..

..Όσα κι αν έχουν πάντοτε περισσότερα ζητάνε..

..γι’ αυτό δε μάθανε ποτέ τους να εκτιμάνε!...

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Κάθε βράδυ...

Κάθε βράδυ ξυπνάω ιδρωμένος. Κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο. Εφιάλτης...
Ο δρόμος αδειανός. Ο ουρανός σκοτεινός. Σα να εμφανίζομαι απ' το πουθενά. Θυμάμαι τον ευατό μου να ξαπλώνει πλάι της, να με σκεπάζει με την αγκαλιά της, ν' αποκοιμιέμαι τόσο γλυκά στα στήθη της και μετά... ξυπνώ εκεί! Τρομαγμένος. Στην άκρη του δρόμου. Δεν έχει άσφαλτο. Δεν έχει χρώμα. Έχει μαύρο, ίσως και λίγο γκρίζο. Μα ο ουρανός... Ο ουρανός είναι μωβ! Σαν τα χείλη της όταν τα βάφει. Δυο τρία σύννεφα χαίρονται τοδικό τους ουρανό. Τίποτα παραπάνω. Δεξιά κι αριστερά του μονοπατιού δέντρα. Παράξενο μα δε θυμάμαι το χρώμα τους. Μοιάζουν άψυχα. Σα να αναπνέουν, να φωτοσυνθέτουν δίχως ήλιο, σα να παλεύουν να κρατηθούν όρθια. Τα φύλλα τους αποπνέουν μια αλλόκοτη μυρωδιά. Μου θυμίζει τ' άρωμά σου. Και περπατώ...
Περπατώ για λεπτά, για ώρες ολόκληρες, ίσως για μέρες. Ίσως το μόνο θετικό σε όνειρο ή εφιάλτη. Ο χρόνος δεν υφίσταται!
Περπατώ. Δεν κουράζομαι. Δε βαριανασαίνω από τα χιλιόμετρα. Ίσως κι άλλο ένα θετικό... δε σκέφτομαι! Οι σκέψεις μοιάζουν στάσιμες. Ή μάλλον ακαθόριστες. Σα να υπάρχουνε και όχι! Σα να προσπαθούν να δηλώσουν την παρουσία τους, αλλά κάτι ή κάποιος τις εμποδίζει. Ίσως ο χρόνος ο ανύπαρκτος? Ίσως η συνείδησή μου? Ίσως...
Τριγύρω μια αίσθηση. Πάντοτε η ίδια αίσθηση. Δεν υπάρχουν άνθρωποι. Είμαι μόνος. Θεέ μου... είμαι μόνος!...
Τότε κάτι ακούγεται. Φωνές. Αλλόκοτες φωνές. Ανθρώπινες φωνές. Μα... πως είναι δυνατόν? Δηλαδή?... Κάποιος έρχεται προς το μέρος μου. Κάποιοι...
Παράδοξο μα δεν τρομοκρατούμαι! Φθάνουν κοντά μου. Σα να μη μου δίνουν σημασία. Τρέχουνε γρήγορα. Ο ένας στραβοπατάει, πέφτει, ξανασηκώνεται. Φωνάζουν, γελούν, σαν τρελοί. Τα μάτια τους αλληθωρίζουν. Δεν καταλαβαίνω τι λένε. Με προσπερνούν. Κουνούν τα χέρια τους αριστερά και δεξιά, τα περιστρέφουν γύρω από το λαιμό τους. Στ' αλήθεια δεν είναι καλά! Τότε είναι που ο ένας λέει τ' όνομά μου. Κάνω να στρέψω το κεφάλι μα δε μπορώ. Δε μπορώ να γυρίσω πίσω! Το κεφάλι μου δε μπορεί να στρίψει πάνω από 45 μοίρες. Δεν είναι φυσιολογικό. Δεν είναι... Ο ένας ξαναλέει τ' όνομά μου. Κι ο άλλος φωνάζει τότε... "Δε σ' αγάπησε ποτέ!"
Δεν αντιδρώ. Δε μπορώ να αντιδράσω! Νιώθω να μη σκέφτομαι, αλλά μοιάζει να μπορώ να αισθάνομαι! Νιώθω να μην υπάρχουν άνθρωποι τριγύρω, αλλά τους είδα. Πέρασαν δίπλα μου. Μου μίλησαν. Δεν ξέρω. Δε μπορώ...
Τώρα που το σκέφτομαι ο ένας είχε σημάδι στο λαιμό, ενώ ο άλλος κούτσαινε λίγο. Ο δεύτερος μου έμοιαζε με γυναίκα. Μα δεν καταλαβαίνω. Δεν είμαι σίγουρος. Σα να μη μπορώ να διακρίνω το φύλο κάθε ανθρώπου! Λες να έγινε πόλεμος? Λες να έμεινα μόνος? Λες να είναι όνειρο? Εφιάλτης? Γιατί είπε τ' όνομά μου? Δεν πρέπει να είμαι καλά. Σίγουρα...
Συνεχίζω να περπατώ. Δεν έχει σημασία αν το θέλω ή όχι, τα πόδια μόνα προχωρούν...
Ο ουρανός δεν αλλάζει. Η αναπνοή μου πάντοτε η ίδια, ήρεμη, σταθερή. Ποτέ δεν ανοιγόμουν εύκολα. Τούτη τη στιγμή πόσο θα το ήθελα να είναι κάποιος εδώ! Έστω ένας τρελός ακόμη. Να έλεγε τ' όνομά μου. Γιατί δε μ' αγάπησε? Γιατί?...
Δε μπορώ καν να σκύψω το κεφάλι. Μονάχα ίσια μπορώ να κοιτώ. Ίσια και ψηλά, στ' αστέρια. Ω, αστέρια. Δεν υπάρχουν! Άνεμος? Πως δεν το πρόσεξα τόσην ώρα? Δε φυσάει. Έκανα να βγάλω μια κραυγή μα τίποτα. Δε... δε μπορώ να μιλήσω... θεέ μου...
Τουλάχιστον δε φοβάμαι. Δεν έχει σημασία αν δε μπορώ να φοβηθώ, σημασία έχει το αποτέλεσμα, δε φοβάμαι! Κι όμως... κάτι... ένας φόβος... υπάρχει... υπάρχει κάτι εκεί... βαθιά στο σκοτάδι... είμ' εγώ... μα δε φοβάμαι... δεν το νιώθω... κι όμως... βλέπω τον ευατό μου απέναντί μου... ω, θεέ μου!... είμ' εκεί!... θέλω στ' αλήθεια να ξυπνήσω... τώρα... τώρα αμέσως... τώρααα... μα... κοιμάμαι στ' αλήθεια?... μου μιλάει... τι μου λέει?... "Σκότωσέ τη, δε σ' αγάπησε ποτέ..." Όχι, όχι, δε μπορεί! "Σκότωσέ τη, δε σε θέλει!" Όχι, εφιάλτης είναι σίγουρα. "Σκότωσέ τη!" Όχι... δεν είμαι... όχι... εγώ... δεν είμ' εγώ... δεν...

Κάπου εκεί σταματάει το όνειρο. Ή ό,τι τέλος πάντων ήτανε όλο αυτό!
Πολλές φορές σκέφτηκα ότι μπορεί να υπνοβατώ. Κάθε φορά που ξυπνώ τα σκεπάσματα είναι διπλωμένα στη γωνία του κρεβατιού, ενώ η κοπέλα μου πλάι μου τουρτουρίζει από το κρύο. Τη σκεπάζω και κουκουλώνομαι δίπλα της. Δεν ξέρω τι σημαίνει, αλλά σε αντίθεση με κείνο τον κόσμο που δεν ένιωθα τίποτε, σ' αυτόν εδώ φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ! Εδώ έχει άνεμο, αστέρια, έχει και τρελούς ελεύθερους ανθρώπους, ενώ τον αέρα μπορείς να τον ρουφήξεις. Κανείς εδώ δε φωνάζει τ' όνομά μου, αν και πιστεύω καταβάθος ότι ποτέ δε μ' αγάπησε...
Φοβάμαι μονάχα μήπως αποτελεί κάποιο μήνυμα! Φοβάμαι μήπως της κάνω κακό άθελά μου! Βλέπω το ίδιο όνειρο εδώ και 2 μήνες, αλλά τίποτε δεν έχει αλλάξει. Εκτός από χθες...
Χθες το κορίτσι μου χτύπησε το πόδι της. Τώρα κουτσαίνει. Ενώ το βράδυ παραμιλά. Δε λέει τ' όνομά μου, αλλά κάτι άλλο σχετικό με κάποια αγάπη. Και σκέφτομαι τώρα... αν είμαι σίγουρος ότι θα τρελαθώ τελικά, μπορώ να βάλω τώρα τέλος στην άχαρη ζωή μου. Τουλάχιστον έτσι δε θα μπορέσω να κάνω κακό σ' εκείνη! Ίσως αν κρεμαστώ?! Λες τελικά αυτό να δήλωναν τα σημάδια στο λαιμό του τρελού? Μα δεν ήμουν εγώ! Εγώ ήμουν ο άλλος, απέναντί μου! Στις σκιές, εκεί στα δέντρα, στο σκοτάδι...
Φοβάμαι μονάχα μην τη σκοτώσω μέσα σε ένα όνειρό μου. Όχι τίποτ' άλλο, αλλά αν γίνει έτσι, όταν ξυπνήσω μπορεί να μη θυμάμαι τελικά αν το φχαριστήθηκα ή όχι...

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Η πόλη κίτρινη...

...Δώσε το χέρι σου μόνο όταν με νιώσεις σύμμαχό σου...
...ο λόγος μου αδερφός μου και το χέρι μου αδερφός σου...

Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι που ήμουν μόνος. Όλα τα παιδιά άλλωστε δεν είναι ευτυχισμένα όταν είναι μόνα τους? Περιστοιχισμένα από τρενάκια, στρατιωτάκια, ξύλινα σπαθιά, ζώντας στον κόσμο τους. Ευτυχισμένα και μόνα!
Έτσι είναι και τώρα. Παραμένω σε κείνη την κατάσταση. Ποτέ δεν ξέφυγα από τα δίχτυα της παιδικότητας. Κι ότι και να λένε γι' αυτό, το θεωρώ το μεγαλύτερο λάθος μου. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι! Όταν είσαι παιδί δε νοιάζεσαι. Ούτε για το τι θα φας, ούτε για το ποιος θα σε ταίσει, ούτε για το πότε θα κοιμηθείς, ούτε για το αν σου φθάνουν οι ώρες της ημέρας για να φχαριστηθείς το παιχνίδι σου. Πάντοτε αρκούν κι αν όχι, μια νέα μέρα όμορφη και μεγάλη ξημερώνει. Τώρα όμως πρέπει να νοιαστώ τι θα φάω αύριο, που θα βρω, πως θα ζήσω.
Οι σχέσεις σου με τους φίλους σου γίνεται δύσκολη, γιατί εκείνοι μεγαλώνουν υιοθετώντας ιδέες και αντιλήψεις της εκάστοτε ηλικίας. Όχι ότι θα έπρεπε να υπάρχουν ιδέες και αντιλήψεις για κάθε ηλικία, σα μόδα όμως εξαπλώνονται κι αυτές. Μεγαλώνοντας μαθαίνεις το ψέμα και την ευεγερτική του λειτουργία στην κοινωνία. Σου μαθαίνουν πότε το ψέμα είναι καλό και πότε όχι. Αν είναι δυνατόν! Ψέμα και καλό. Ανθρώπινη βλακεία, τι άλλο!
Σου διδάσκουν το καθισιό στην καφετέρια, αντί για τον αθλητισμό. Μεγαλώνεις και σοβαρεύεις και δεν πρέπει να καταναλώνεσαι στα γήπεδα και στα παιχνίδια, αλλά στις συζητήσεις γύρω από τα πιο ανούσια ζητήματα που μπορεί ένα ανθρώπινο μυαλό να σκαρώσει, όταν η ανοία της καθημερινότητας έχει αγκαλιάσει σφιχτά κάθε διάθεσή του για ζωή. Και την πνίγει.
Λάθος νόημα. Λάθος νοήματα σε όλα. Παλαιότερα αν πείραζες κάποιο συνάνθρωπό σου θα σου έλεγε η μητέρα σου: "Δε ντρέπεσαι παιδί μου?" Σήμερα μπορεί να σου πει: "Καλά του έκανες του μαλάκα", απλώς και μόνο γιατί βρίσκει διέξοδο το νεύρο μιας στιγμής της.
Δεν είναι καλά οι άνθρωποι. Στ' αλήθεια δεν είναι καλά...
Τι έλεγα?... Α, ναι. Για τη δυσκολία των σχέσεων, αφού θέλω να πιστεύω ότι παραμένω ακόμα παιδί. Οι Γυναίκες. Τι μεγάλο πράγμα. Μα τι δύσκολο πράγμα. Σε θέλουν σοβαρό, αλλά και παιδί ταυτοχρόνως. Υπάρχει σοβαρό παιδί? Μη βιαστείς να απαντήσεις. Ούτε εξαιρέσεις υπάρχουν σ' αυτό το σημείο. Δεν υπάρχει σοβαρό παιδί. Το πιο ελεύθερο πλάσμα του κόσμου είναι ένα παιδί. Κι αν αναρωτιέσαι πως είναι δυνατό ένα παιδί που δεν είναι σοβαρό να μη σκοτώνει, να μην κλέβει, να μην κάνει ζαβολιές γενικά. Γιατί αγάπη μου το παιδί είναι "Άνθρωπος". Δεν έχει την αίσθηση του κακού μέσα του. Κι αν την έχει, η ηθική του ξέρει καλά να της αμύνεται.
Προσωπικά, θα πρότεινα να μην αναγράφεται πλέον στα λεξικά η λέξη της. Ηθική, ντροπή, αλήθεια. Δεν υπάρχει λόγος. Αφού ακόμη και να διαβάσουμε την ετοιμολογία αυτών των λέξεων, δεν καταλαβαίνουμε το νόημά τους. Ή καλύτερα, δε θέλουμε να καταλάβουμε.
Το διάβασα πρόσφατα. Κι ήταν ότι πιο σοφό μπορούσα να περιμένω από αυτό το πρόσωπο. Αν και ξέρω ότι θα πει και σημαντικότερα πράγματα. Μερικοί άνθρωποι δεν παύουν ποτέ να είναι άνθρωποι. Ακόμη και όταν τους έχεις κάνει το μεγαλύτερο κακό. Το είπε:

...η περιουσία κάθε γυναίκας βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια της...

Ο κόσμος φορά πολλά στολίδια. Άραγε μπορεί να κρύψει καλά τα μυστικά του?
Φορά αρώματα να καλύψει τη δυσωδία της φυλής του.
Χαμόγελα τεχνητά, επιφανειακά, ενώ τα φτυάρια από πίσω να σκάβουν ένα λάκο ως την κόλαση βαθύ.
Ώρες ώρες χάνομαι στο κόσμο τους και δυσκολεύομαι πολύ να γυρίσω πίσω στο δικό μου ζωντανός.
Μπορεί ο καθένας να σχολιάζει ελεύθερα το καθετί. Μπορεί ο καθένας να δέρνει, να βιάζει, να σκοτώνει, να πληγώνει δίχως ίχνος από ντροπή. Θα μου πεις τώρα ότι πάντοτε έτσι δεν ήταν? Όχι, δε μπορώ να το δεχτώ. Είμαι σίγουρος ότι κάποτε η ζωή ήταν πιο αγνή. Η ψυχή πιο θεία. Ο κόσμος όμορφος πολύ.

...Η πόλη κίτρινη από πυρετό...
...κάθε φορά που μόνος νιώθω, νιώθω να ψυχορραγώ...

Μάτια που δεν καταλαβαίνεις πια τι δείχνουν. Φως, σκοτάδι, αγάπη, ψέμα? Εκδίκηση? Λατρεία? Φωτιά? Θάνατος? Παλαιότερα μπορούσες να καταλάβεις. Όχι τώρα πια...
Ευνουχίζουν ότι ομορφότερο έχουμε. Το ερωτικό πάθος. Το μετατρέπουν σε τρόπο ζωής. Δεν αποτελεί πια μαγεία. Δεν είναι κάτι το μυστήριο, κάτι που χρειάζεται προσπάθεια για να αποκτήσεις. Δεν έχει ενδιαφέρον όπως παλιά. Αρρωσταίνουμε...

...Έχουμε βγάλει δόντια σ' ότι μας προσέγγισε...
...έχουμε βγάλει νύχια σ' ότι μας αγγίζει...

Φωνάζεις το "σ' αγαπώ" στην αγαπημένη σου κι εκείνη τρέχει τρομαγμένη.
"Μα τι είπα? Τι έκανα?", αναρωτιέσαι. Γιατί την τρόμαξα? Δυο λέξεις της είπα μονάχα. 'Οτι ένιωθα. "Σ' αγαπώ!" Μα πως να το πιστέψει!


Υ.Γ. Τώρα που το ξαναδιαβάζω για δεύτερη φορά το κείμενο δε μου λέει και πολλά. Έχει πολλά κενά. Ίσως λέει και μερικές βλακείες. Αλλά δεν έχει νόημα να μπω στη διαδικασία να το διορθώσω. Ποτέ δεν το κάνω. Έτσι χάνεται το συναίσθημα της στιγμής. Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους, αλλά εγώ γι' αυτό ζω μονάχα. Για το συναίσθημα της κάθε στιγμής...

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Περίεργα χαμόγελα...

Όταν ξεκινάω κάτι να γράφω, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι πάλι θα ταξιδέψω. Πρόσφατα διάβασα ότι η τέχνη κάθε ανθρώπου τον βοηθάει να κρύβει καλά τον ευατό του κι όχι να τον αποκαλύπτει όπως θα 'πρεπε να ισχύει. Έτσι εξηγούνται όλα λοιπόν. Κάπως έτσι...
Ήρθε πάλι η ώρα. Πάντοτε αργοπορημένος. Δε συμπαθώ καθόλου το χρόνο. Άλλωστε είμαι σίγουρος ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία. Όλο κόντρα μου πάει. Μα τον συνήθισα. Ανακάλεσα σ' αυτό το σημείο. Μετά από τη συνήθεια έρχεται η δημιουργία...
Έφθασε η ώρα. Φοράω το φαρδύ κοστούμι, τα τεράστια παπούτσια και στέκομαι μπροστά στο μικρό καθρέφτη. Ζωγραφίζω κόκκινο μεγάλο χαμόγελο στα χείλη, λευκούς κύκλους γύρω από τα μάτια, λίγο ροζ στα μάγουλα να δείχνω υπερζώντανος, φοράω τη λαστιχένια κόκκινη μύτη και βγαίνω στη ζωή. Μακάρι να δούλευα στο τσίρκο, σκέφτομαι. Τώρα όμως μ' αυτή την αμφίεση βγαίνω στη ζωή...
Με ρωτάς γιατί χρησιμοποιώ τόσα σημεία στίξης! Όχι, δεν είναι από συνήθεια, απλώς με αυτό τον τρόπο εκφράζομαι. Για να μιλήσεις για κάτι πρέπει πρώτα να το σκεφτείς. Χρειάζεται χρόνος και πρέπει να σταματήσεις τα χείλη για λίγο. Μην κοιτάζεις όλους αυτούς που μιλούν και ξαναμιλούν, αργότερα το μετανιώνουν και την επόμενη φορά επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Για να κρίνεις κάτι πρέπει να γνωρίζεις γι' αυτό, όχι να υποθέσεις κάτι! Όχι να φανταστείς τι μπορεί να συμβαίνει! Πρέπει να ρωτήσεις! Κι αν δεν πάρεις απάντηση να σταματήσεις! Έτσι και στο χαρτί, όπως συμβαίνει με την ανάσα μου, σταματάω τακτικά. Όταν μιλώ, δε μπορώ να μιλώ για ώρα πολλή. Σα να κουράζομαι. Ίσως και να βαριέμαι. Έτσι λοιπόν και στο χαρτί. Η έκφραση είναι όπως και στη ζωή. Αργά, σταδιακά, σκεπτικά. Το τελευταίο είναι βέβαια που πονάει. Αλλά χαλάλι. Τελευταία αξίζει τον κόπο...
Με παίδεψε αρκετά η ζωή. Μα δε βαριέσαι... Ακόμη κι όταν πετρώνει η καρδιά, δεν παύει από μέσα να χτυπά. Ξέρω ότι μοιάζω με παιδί, και να 'ξερες πραγματικά πόσο με πονά, αλλά μεγάλωσα. Μέσα μου βαθιά θα το δεις αν ψάξεις. Ίσως το ξεχωρίζεις καμιά φορά και στα λόγια μου. Με παίρνει πολλές φορές από κάτω...
-Θα 'θελες να 'σαι κάποιος άλλος?
-Ίσως και να 'θελα. Ίσως πάλι και όχι. Το μόνο για το οποίο είμαι πραγματικά σίγουρος είναι ότι έμαθα πολλά όλον αυτό τον καιρό από τη ζωή. Κι έχω να μάθω ακόμη περισσότερα. Θέλω είμαι αυτός που είμαι, αλλά με κάποιες μικροαλλαγές. Βλέπεις όμως, άλλος αποφασίστηκε να πλάσει τον άνθρωπο, άλλος να τον μεγαλώσει, άλλος να του χαρίσει και να του στερήσει πράγματα. Τι μπορούμε να κάνουμε περίεργέ μου ευατέ εδώ που φθάσαμε? Υπομονή να υποθέσω! Και να δεχθούμε τη χαζοψυχή μας ως έχει. Το κατάλαβα. Αν και αργά, το κατάλαβα!
Τι άλλο έχουμε να πούμε κι απόψε? Α, ναι, να μιλήσουμε λιγάκι για τότε. Όταν ξεκίνησε τούτο το κακό... Το πιο αφηρημένο παιδί. Τότε είπαν ότι δε νοιάζεται για τα μαθήματα. Τώρα λένε ότι σκεφτότανε πολύ. Το πιο αργοπορημένο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι αγενής. Τώρα λένε ότι έφταιγε το γεγονός ότι σκεφτόταν διαρκώς. Το πιο ήσυχο παιδί. Τότε έλεγαν ότι είναι ντροπαλός. Τώρα λένε ότι είναι τρελός. Ο νεαρός που δεν κοιμόταν ποτέ. Τότε έλεγαν ότι φταίει η εφηβεία. Τώρα λένε ότι σκέφτεται διαρκώς και δε μπορεί να ηρεμήσει τα βράδυα. Πάντοτε κάποιος κάτι λέει, ανεξάρτητα αν γνωρίζει πραγματικά τι φταίει ή όχι. Έτσι ανοίγουν κι οι πληγές. Κανένα απ' τα μεγάλα στόματα δε λογαριάζει τις συνέπειες των λέξεών του. Γιατί τα παιδιά ακούνε και καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα απ' ότι οι μεγάλοι "σοφοί" πιστεύουν. Πόσο μάλλον τα "περίεργα" παιδιά!
Είχε φαντασία. Μια τρομερή φαντασία. Έβλεπε τις γυναίκες σαν πλάσματα έξω από τούτο τον κόσμο. Τις αγαπούσε παράφορα, αλλά κάτι τις κρατούσε μακριά του. Ίσως ο τρόπος έκφρασής του. Ίσως ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του. Ίσως η διαρκής θλίψη στον τρόπο σκέψης του. Ίσως η μελαγχολική αδιαφορία του...
Τα θρανία και τα τετράδιά του ήτανε γεμάτα στίχους. Τα έγραφε τόσο απότομα, τόσο εύκολα, στη στιγμή. Στην αρχή ποιήματα, μετά hip hop στιχάκια, μετά ροκ εκδοχής, μετά ξανά ποιήματα και τώρα έντεχνης σημασίας. Άκουσε... και τι δεν άκουσε... Ότι τα λόγια του επηρεάζουν ψυχές. Ότι θα πεθάνει από κατάθλιψη. Ότι πρέπει να χαμογελά. Μα κανείς δεν ξέρει ότι κάθε βράδυ ντύνεται κλόουν στα όνειρά του. Αφού είπαμε. Όλοι κρίνουν δίχως να γνωρίζουν να κοιτούν βαθύτερα...
Μητέρα μου η μουσική. Πάντοτε ήθελα να το πιστεύω. Πολλοί το αμφισβητούν. Κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές. Γούστα είναι θα μου πεις και θα ΄χεις και δίκιο. Εγώ ψάχνω μονάχα μια αλήθεια. Κι ας είναι και ψέμα. Όταν εκφράζεσαι με κάποιον τρόπο, τον θεωρείς τόσο σημαντικό, ώστε θέλεις να μάθεις αν πραγματικά πρέπει να ξοδεύεις το χρόνο σου σ' αυτό. Αν εκφράζονται κι οι άλλοι μέσω του τρόπου σου. Μα δε βγάζεις ποτέ άκρη. Απόψεις μπερδεύονται, σπάνε τα σκοινιά και μένεις μετέωρος στο κενό. Δε βαριέσαι... Η ζωή είναι μικρή κι οι τρόποι έκφρασης σπανίζουν. Θα συνεχίσω να το κάνω μέχρι να με πετάξουν από τη σκηνή. Φοράω το χαμόγελο και πάλι. Άλλωστε μονάχα μ' αυτή ταξιδεύω. Με τις νότες και με τις λέξεις. Καμιά φορά ταξιδεύω και με λέξεις που βγαίνουν από γυναικεία χείλη. Αλλά ετούτες οι στιγμές είναι τόσο σπάνιες τελευταία. Σίγουρα κάποιος θα ρωτήσει τι φταίει! Σίγουρα κάποιος θα θεωρήσει ότι υπάρχει πρόβλημα εδώ. Κι αν απαντήσω ότι φταίει που ο κόσμος επιπλέει, θα με κατηγορήσουν ότι κοιτάζω ψηλά και θεωρώ τους κοινούς ανθρώπους φελλούς. Άντε μετά να δικαιολογήσεις τη θέση σου! Σ' αυτό τον κόσμο ήρθαμε για να διασκεδάσουμε. Να γνωρίσουμε τον άνθρωπο. Να συνυπάρξουμε. Τελικά απομακρυνόμαστε, αποξενονόμαστε, λατρεύουμε τον ευατό μας, μιζεριάζουμε. Ματαιότης αγαπημένε μου άνθρωπε, ματαιότης! Όλοι μοιάζουμε όμορφοι, όλοι νομίζουμε ότι είμαστε όμορφοι, αλλά αν τύχει και συναντήσουμε κανέναν άγγελο στο διάβα μας κάποια φορά, θα αναιρέσουμε όλα τα πιστεύω μας. Πόσο μάλλον όταν καταλάβουμε ότι αυτός ο άγγελος είναι άνθρωπος κατά βάθος. Δεν είναι ένα τυχαίο αερικό.
Όταν μάθουμε να μιλάμε με λόγια αληθινά, ίσως καταφέρουμε να ζήσουμε την ουσία της ευτυχίας. Πόσα χαμόγελα χωράνε εδώ?

:)))

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Τα χέρια μου τρέμουν. Μια ανάσα ν' ακούσω μια φορά. Ένα ψέμα να γουστάρω, να ευχαριστηθώ. Με δυσκολεύουν τα λόγια. Πολύ. Και πεθαίνω κάθε που με απαρνείσαι. Έχω νιώσει τόσες φορές τη δειλία στο αίμα μου. Έχω πέσει τόσες βραδιές κατάχαμα, ψηλαφίζοντας τ' άδεια σκεπάσματα. Να βρίζω. Να τρέχω. Να πονάω. Να βογκάω. Να φωνάζω στην αγάπη να γυρίσει πριν καταλάβω πως μονάχα πάθος ήτανε.
Τα χέρια μου τρέμουν κρατώντας το μικρόφωνο κι ο κιθαρίστας γελάει. Η φωνή μου ψηλαφίζει το πάθος μου κι ο ντράμερ χάνει το ρυθμό. Ένας χάος στο μυαλό μου. Ένα τίποτα στην αγκαλιά μου. Ένα φευγιό σφηνωμένο συνεχώς στο μυαλό μου.
Αναρωτιέμαι τι να κάνει η "Αθήνα".
Μιλάω στο φεγγάρι, τρέχω πιο γρήγορα απ' ότι το συννεφάκι που κοιτούσαμε μαζί. Πέφτω πιο αργά κι από ένα αστέρι. Ευχή κανείς δεν κάνει!
Αναρωτιέμαι που να είναι!
Άραγε ήρθε προς τα εδώ να σπουδάσει?
Άραγε παίζει ακόμη τσέλο? Άραγε χαμογελάει? Άραγε λάμπει όπως τότε?
Που και που τη θυμάμαι. Που και που χαζεύω τα τρένα στο σταθμό, δίχως να θέλω ξανά να μπω μονάχος.
Έκλεισαν όλες οι πληγές και δε νομίζω ότι θ' ανοίξουν νέες ποτέ. Παραιτήθηκα και μ' αρέσει. Δε φοβάμαι τίποτε πια, γιατί δεν προσπαθώ για τίποτε πια. Κι έτσι γουστάρω. Πηγαίνω στο μαγαζί, τα λέω και φεύγω. Δε με νοιάζει αν πληρωθώ. Δε με νοιάζει αν δε με χειροκροτήσει κανένας. Δε με νοιάζει αν θα φύγω. Δε με νοιάζει που σύντομα θα φύγω.
Κουνάω το κεφάλι σα χαζός καθώς γραντζουνάω την κιθάρα. Τραγουδάω φάλτσα επίτηδες κάπου κάπου. Και το γουστάρω! Γκαρίζω μέρα μεσημέρι, τους σπάω τα νεύρα το σπίτι.
Ακούω ειδήσεις και σπάω την τηλεόραση. Δε ζω σε κανένα κράτος. Οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε συνείδηση και πρώτα απ' όλους εγώ ο ίδιος. Η αναισθησία μ' αγαπάει απόψε. Ίσως να συνεχίσει και αύριο.
Ερωτεύθηκα τη Μποφίλιου χθες βράδυ. Με αηδίασε ο Μικρούτσικος. Βαρέθηκα το επιτηδευμένο χιούμορ κάθε Λάκη. Κουράστηκα από τη βλακεία των ανθρώπων. Και πρώτα απ' όλα απ' τη δική μου. Σιχάθηκα που κανείς δεν τονίζει τα προτερήματα του άλλου.
Τα χέρια μου τρέμουν. Μεγάλη Παρασκευή αμάρτησα! Μα δεν ντρέπομαι. Κι αν τον φοβάμαι είναι γιατί έτσι μ' έμαθαν. Ένα πλάσμα ανώτερο πως να σε πληγώσει? Δεν είναι εκδικητικό. Δεν είναι άνθρωπος για να είναι κακός!
Πήγα προχθές στο καφέ εκείνο. Κάθισα στο ίδιο τραπέζι. Σα να ήταν το λουλούδι εκεί παρατημένο. Από τότε...

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Μια συνηθισμένη μέρα..

Ο δείκτης έχει γείρει προς τα δεξιά. Λίγο μετά τις δώδεκα. Μία είναι ή δύο το πρωί? Το μαγαζί δεν έχει πολύ κόσμο. Οι χορδές καίνε γλυκά τα δάχτυλα. Έχω βραχνιάσει λιγάκι. Είχα καιρό να τραγουδήσω τόσες ώρες. Οι κιθάρες ντύνονται με δέρμα. "Αντίο", "Καληνύχτα" και "Τα λέμε αύριο" οι φράσεις τούτης της ώρας. Σβήνουν τα φώτα. Το πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί στενό. Ακουμπάω την κιθάρα στο πλατύσκαλο και κάθομαι στο υγρό σκαλοπάτι. Ανάβω ένα τσιγάρο. Τόσο βιαστικά! Το σβήνω πριν το βάλω στο στόμα μου. Έχω πάψει να απολαμβάνω τη ζωή, τα μικρά μυστικά της, εδώ και καιρό. Τσιγάρο δεν έχω βάλει ποτέ στο στόμα μου. Σε όλους ακούγεται περίεργο! Ίσως αγαπώ καταβάθος τον ευατό μου και δε θέλω να του κάνω τέτοιο κακό. Δε μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά, αλλά ούτε κι αυτή η εκδοχή με πείθει. Ένα ζευγαράκι περπατά χέρι-χέρι, η κοπελιά καθώς περνάει από μπροστά μου σκοντάφτει στην άκρη ενός καλωδίου που είχε απλωθεί κατά μεσής του πεζοδρομίου. Είχε ξεγλιστρήσει αθόρυβα από την τσάντα μου, δεν το είχα προσέξει. Η κοπελιά μουρμούρμισε κάτι καθώς απομακρυνόταν, ενώ ο δικός της με αγριοκοίταξε. Τους κοίταξα με τη σειρά μου και ίσως να ζήτησα συγγνώμη με τα μάτια. Ίσως να το κατάλαβαν...
Έγειρα με τα μάτια κλειστά. Ζήλευα πάντοτε φίλους κι εχθρούς που δεν έχουν περίεργα κολλήματα. Ήθελα να πάψω να σκέφτομαι για μια στιγμή! Να πάψω να ενδιαφέρομαι και να ενδιαφέρονται για μένα! Έστω για λίγο. Το κινητό στη δόνηση, κάτι αισθάνομαι στην κωλότσεπη. Κοιτάζω την οθόνη. "Έρωτας..." Πόσο χαζός μπορεί να είμαι? Πόσο επιφανειακός? Πόσο μπορεί να με συνεπάρει η μάζα ώρες ώρες? Γιατί την έχω αποθηκεύσει σαν "έρωτας"? Γιατί απλά δεν την αποθήκευσα σα "γκόμενα"? Ή απλά σαν "πάθος"? Ή ακόμη καλύτερα σα "σωματικό πάθος"? Γιατί με παιδεύουν τόσο πολύ οι λέξεις τέτοιες ώρες? Γιατί δε μπορώ να απολαύσω τη στιγμή? Γιατί δε μπορώ να χαλαρώσω έτσι απλά? Τελικά το σήκωσα...
-"Ναι. Νίκο, τελειώσατε?"
-"Σχεδόν."
-"Τι θα πει σχεδόν?"
-"Τελειώσαμε."
-"Έρχεσαι?"
-"Δεν ξέρω."
-"Τι σημαίνει αυτό? Δε θέλεις να έρθεις?"
-"Στ' αλήθεια δεν ξέρω."
-"Καλά. Όταν μάθεις πάρε με."
Γιατί είμαι τόσο άχαρος? Και τι φταίει κι αυτή που δεν είμαι καλά σήμερα? Και τι φταίει κι αυτή που ποτέ δεν είμαι καλά?
Αναρωτιέμαι συνεχώς! Δε μπορώ να συνάψω μια φυσιολογική σχέση. Κι όταν τελικά καταφέρνω και βρίσκω έναν άνθρωπο να ανέχεται όλα τα αρνητικά μου, αυτά διογκώνονται, τον πνίγουν και μένω πάλι μόνος. Και τώρα που δεν είμαι μόνος, θέλω να μείνω μόνος!
Πως να εξηγήσεις ό,τι αισθάνεσαι? Πως να δώσεις στον άλλο να καταλάβει ότι δε φταίει εκείνος που είσαι χάλια? Είναι το μέσα σου. Και πως να δείξεις στον άλλο το μέσα σου?
Όταν πάω σπίτι δε θα μου μιλάει. Θα κάνει πως κοιμάται και θα με κλωτσάει δήθεν στον ύπνο της. Δε με πειράζει. Ίσως καταβάθος να γνωρίζω ότι μου αξίζει τέτοια συμπεριφορά!
Τώρα τελευταία επέστρεψαν. Είχαν καιρό να εμφανιστούν. Η οικονομική κρίση μ' έχει αγγίξει, αλλά δεν το σκέφτομαι, δε με πειράζει. Η σχέση μου πάει κατά διαόλου, μα δε με νοιάζει. Πέρασε η ώρα και πρέπει να επιστρέψω. Εκείνα το έκαναν. Πάλι δακρυσμένος θα γυρίσω. Κι αν τελικά δεν το παίζει κοιμισμένη και με ρωτήσει τι έγινε, τι να προσπαθήσω να εξηγήσω!
Δεν την καταλαβαίνω τη ζωή και σίγουρα ούτε εκείνη με κατανοεί! Ίσως πρώτα περάσω απ' το σταθμό. Άραγες περνάνε τρένα τέτοιαν ώρα? Ίσως απόψε τελικά βρω το κουράγιο να πηδήξω. Μονάχα την κιθάρα μου λυπάμαι. Σίγουρα δε θα την αγαπήσει άλλος περισσότερο. Σιγά μη βρω το θάρρος και σήμερα. Πάλι σπίτι θα γυρίσω. Πάλι μόνος θα είμαι. Μαζί της...